Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Προς Ρωμαίους (027)



Ρωμ.ε:13 διότι μέχρι του νόμου ήτο εν τω κόσμω η αμαρτία, αμαρτία όμως δεν λογίζεται όταν δεν ήναι νόμος·

Διακόπτει το επιχείρημα για να αιτιολογήσει ότι η αμαρτία και ο θάνατος βασίλεψαν στον κόσμο ακόμη και πριν από το νόμο του Μωυσή. Φυσικά, ο Θεός δεν καταλογίζει αμαρτία ελλείψει του νόμου. Δεδομένου ότι αμαρτία είναι η παραβίαση του νόμου (Α’ Ιωάν.γ:4) ο Θεός δεν θεωρεί κάποιον υπεύθυνο για αμαρτία όπου δεν υπάρχει νόμος που να καθορίζει την αμαρτία και να την θέτει εκτός νόμου. Δεν υπάρχει προσωπική ενοχή αν δεν υπάρξει προσωπική παραβίαση του νόμου.
Το τελευταίο μέρος του εδ.13 δεν λέει «ο νόμος» εννοώντας το νόμο του Μωυσή, αλλά λέει απλά «νόμος», που σημαίνει την αρχή του νόμου. Ο Θεός δεν καταλογίζει αμαρτία χωρίς νομικό πλαίσιο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν κρίνει κάθε αμαρτία πριν από το νόμο του Μωυσή. Ακόμη και πριν από το Μωυσή, ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο ορισμένους νόμους για να υπακούσει. Σε τελευταία ανάλυση, ο Θεός θεωρεί τον καθένα υπόλογο στο νόμο της συνείδησης (Ρωμ.β:12-15). Επιπλέον, όλοι έχουν αμαρτήσει, ακόμη και μόνο κατά της συνείδησης (Ρωμ.γ:23).


Ρωμ.ε:14 αλλ' εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωϋσέως και επί τους μη αμαρτήσαντας κατά την ομοιότητα της παραβάσεως του Αδάμ, όστις είναι τύπος του μέλλοντος.

Πριν από το νόμο του Μωυσή, ο θάνατος βασίλευσε πάνω στο ανθρώπινο γένος. Οι άνθρωποι από τον Αδάμ μέχρι το Μωυσή πέθαιναν. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει ότι υπήρχε αμαρτία στον κόσμο την περίοδο εκείνη. Αν και δεν αμάρτησαν όλοι με τον ίδιο τρόπο που αμάρτησε ο Αδάμ, εξακολουθούσαν να πεθαίνουν.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιοι έζησαν αναμάρτητη ζωή. Ο Αδάμ αμάρτησε παρακούοντας μια συγκεκριμένη εντολή που είχε δώσει ο Θεός. Πριν από το Μωυσή δεν είχε ο καθένας συγκεκριμένες εντολές από το Θεό, έτσι δεν αμάρτησε ο καθένας όπως έκανε ο Αδάμ. Ωστόσο, όλοι αμάρτησαν κατά κάποιο τρόπο, όπως παραβιάζοντας το νόμο της συνείδησης. Επιπλέον, το εδάφιο υπαινίσσεται ότι κάποιοι αμάρτησαν όπως ο Αδάμ. Κάποιοι είχαν συγκεκριμένες εντολές από το Θεό, και τις παράκουσαν.
Ο Αδάμ είναι τύπος ή σκιά Αυτού που επρόκειτο να έρθει, δηλαδή του Χριστού. Ήταν η πρώτη κεφαλή ή ο αντιπρόσωπος του ανθρώπινου γένους, αλλά απέτυχε να εκπληρώσει την πρόθεση του Θεού για την ανθρωπότητα. Προκειμένου να μπει σε εφαρμογή το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο, ο Χριστός ήρθε σαν δεύτερος Αδάμ ή δεύτερη κεφαλή του ανθρώπινου γένους (Α’ Κορ.ιε:45-49). Σαν άνθρωπος, είναι ο πρωτότοκος της πνευματικής οικογένειας του Θεού — ο πρώτος που θα νικούσε την αμαρτία και το θάνατο (Ρωμ.η:29, Κολ.α:15,18). Είναι αυτός που πρέπει να ακολουθήσουμε. Ό, τι χάσαμε στον Αδάμ τα κερδίζουμε με το παραπάνω στο Χριστό (Ρωμ.ε:15). Ο γνήσιος εκπρόσωπος και το πρώτυπο της ανθρωπότητας είναι ο Χριστός, ο ρόλος του Αδάμ είναι μόνο ένας ατελής τύπος του ρόλου του Χριστού.
Αυτό μας φέρνει σε μια έντονη αντίθεση μεταξύ Αδάμ και Χριστού στα εδ.15-21: ό, τι χάσαμε στον Αδάμ, το έχουμε κερδίσει εν Χριστώ. Βρεθήκαμε κάτω από την αμαρτία και το θάνατο από τον άνθρωπο Αδάμ, αλλά μπορούμε να αποκτήσουμε δικαιοσύνη και ζωή από τον άνθρωπο Χριστό.

Ρωμ.ε:15 Πλην δεν είναι καθώς το αμάρτημα, ούτω και το χάρισμα· διότι αν διά το αμάρτημα του ενός απέθανον οι πολλοί, πολύ περισσότερον η χάρις του Θεού και η δωρεά διά της χάριτος του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού επερίσσευσεν εις τους πολλούς.

Το δώρο δεν είναι σαν το αδίκημα. Παρά τον παρόμοιο ρόλο του Αδάμ και του Χριστού, η αντίθεση μεταξύ των πράξεών τους και των συνεπειών αυτών των πράξεων, είναι μεγάλη. Ο Αδάμ έφερε το θάνατο σε όλη την ανθρωπότητα, αλλά ο Χριστός φέρνει το δώρο της χάρης του Θεού που είναι για όλους (στην προσφορά της σωτηρίας και της αιώνιας ζωής). Αυτή η χάρη αφθονεί και υπερχειλίζει σε όλους.
«…επερίσσευσεν εις τους πολλούς». Επειδή η λέξη «πολλούς» έχει το οριστικό άρθρο, κυριολεκτικά σημαίνει όλη την ανθρωπότητα. Το ίδιο ισχύει και στο εδ.19.
Τα εδάφια 15,17 και 20 χρησιμοποιούν τον όρο «πολύ περισσότερο», που δείχνει ότι μας οφέλη εν Χριστώ είναι πολύ περισσότερα α[‘ αυτά που χάσαμε από τον Αδάμ. Ο ίδιος όρος εμφανίζεται στα εδ.9 και 10. Κατά συνέπεια, το σύνολο του κεφαλαίου υπογραμμίζει τις υπέρμετρες και υπεράφθονες ευλογίες της χάρης του Θεού. Η χάρη του Θεού ξεπερνά την αμαρτία, είναι πολύ πιο ισχυρή από ό,τι η αμαρτία. Υπάρχουν συγκεκριμένα γεγονότα που αποδεικνύουν αυτή την αλήθεια: Ο Αδάμ αμάρτησε μία φορά, αλλά το έργο υπακοής του Χριστού καλύπτει πολλές αμαρτίες (εδ.16). Η αμαρτία του Αδάμ μας αναγκάζει να πεθάνουμε προσωρινά, αλλά η πράξη υπακοής του Χριστού μας επιτρέπει να ζήσουμε αιώνια (εδ.17 και 21).

Ρωμ.ε:16 Και η δωρεά δεν είναι καθώς η δι' ενός αμαρτήσαντος γενομένη κατάκρισις· διότι η κρίσις εκ του ενός έγεινεν εις κατάκρισιν των πολλών, το δε χάρισμα εκ πολλών αμαρτημάτων έγεινεν εις δικαίωσιν.

Η αντίθεση συνεχίζεται. Η μια αμαρτία του Αδάμ έφερε κρίση, με αποτέλεσμα την καταδίκη, αλλά το δώρο της σωτηρίας καλύπτει πολλές αμαρτίες και οδηγεί σε δικαίωση. Τα εδ.16-18, χρησιμοποιούν τη γλώσσα ενός δικαστηρίου για να περιγράψουν την κατάσταση της ανθρωπότητας.

Ρωμ.ε:17 Διότι αν και διά το αμάρτημα του ενός ο θάνατος εβασίλευσε διά του ενός, πολύ περισσότερον οι λαμβάνοντες την αφθονίαν της χάριτος και της δωρεάς της δικαιοσύνης θέλουσι βασιλεύσει εν ζωή διά του ενός Ιησού Χριστού.

Το αμάρτημα του Αδάμ έφερε το θάνατο σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά μέσω του Χριστού θα βασιλεύουμε στη ζωή. Η μετοχή ενεστώτα «λαμβάνοντες» εδώ, σημαίνει κυριολεκτικά ότι «λαμβάνουμε» την αφθονίαν της χάριτος και της δωρεάς της δικαιοσύνης. Αν και Χριστός πέθανε για ολόκληρο τον κόσμο και τα οφέλη αυτής της ενέργειας είναι διαθέσιμα σε όλους, μόνο εκείνοι που λαμβάνουν σήμερα το δώρο της δικαιοσύνης Του, θα  κληρονομήσουν στην πραγματικότητα αιώνια ζωή.
Αυτό αποκλείει το δόγμα της παγκόσμιας σωτηρίας, που ορισμένοι διδάσκουν από αυτή την περικοπή. Πολλοί άνθρωποι δεν θα σωθούν (Ματθ.ζ:13-14, Αποκ.κ:14-15). Αυτό το εδάφιο απλά διδάσκει ότι ο καθένας μπορεί να δικαιωθεί δια πίστεως, όχι ότι όλοι θα πιστέψουν στην πραγματικότητα. Ο Χριστός έκανε τη σωτηρία διαθέσιμη σε όλους, αλλά όχι ότι όλοι θα δεχτούν τη χάρη του Θεού δια πίστεως και θα την εφαρμόσουν στη ζωή τους.