Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

«Σεαυτόν παρεχόμενος τύπον»



«Τους νεωτέρους ωσαύτως παρακάλει σωφρονείν περί πάντα σεαυτόν παρεχόμενος τύπον καλών έργων εν τη διδασκαλία αδιαφθορίαν, σεμνότητα, λόγον υγιή, ακατάγνωστον, ίνα ο εξ εναντίας εντραπή μηδέν έχων περί ημών λέγειν φαύλον» (Τίτο β:6-8)

Στα ήδη αρκετά χρόνια που ζούμε κάτω από το φως του Ευαγγελίου μέσα στη χριστιανική αδελφότητα – και λέγοντας «χριστιανική» εννοούμε όχι εκείνη που έχει το όνομα αλλά εκείνη που θέλει και φροντίζει να έχει και τη χάρη – συχνά συναντήσαμε ανθρώπους πρόθυμους να μας διδάξουν και να μας δείξουν το σωστό δρόμο και τρόπο της χριστιανικής ζωής και πίστης.

Μάλιστα, για να είμαστε όσο το δυνατόν δίκαιοι, πρέπει να ομολογηθεί ότι πολλά καλά και σωστά πράγματα μάθαμε από διάφορους, για τα οποία είμαστε υπόχρεοι πρώτα στο Θεό και ύστερα σ’ αυτούς που σαν εργαλεία Του πολύτιμα βρέθηκαν στο δρόμο μας και χρησιμοποιήθηκαν απ’ Αυτόν.


Στο κείμενο που διαβάσαμε στην αρχή, ο απόστολος Παύλος καλούσε τον Τίτο να είναι ένα καλό παράδειγμα για τους νεώτερους, τους οποίους έπρεπε να ενθαρρύνει και να οδηγεί στο σωστό δρόμο που πρέπει ν’ ακολουθούν οι πιστοί.

Η αλήθεια είναι, ότι στις μέρες μας, ο χριστιανισμός, λόγω των συνεχόμενων σκανδάλων, να έχει δεχτεί ένα ισχυρό χτύπημα αναξιοπιστίας.

Και μπορεί ηγέτες των σκανδάλων να είναι η Καθολική και Ορθόδοξη εκκλησία, αλλά ακολουθεί κατά πόδας κι αυτό που λέγεται διαμαρτυρόμενη εκκλησία, Πεντηκοστιανή εκκλησία, Ευαγγελικοί, Μάρτυρες του Ιεχωβά, Μορμόνοι.

Ο απλός κόσμος δεν μπορεί να διακρίνει ανάμεσα σε όλες αυτές τις δογματικές τοποθετήσεις, έτσι, αν κάτι συμβεί, οπουδήποτε, αυτό τους πιάνει όλους!

Και σου λέει ο απλός άνθρωπος, όταν πας να του μιλήσεις για τη σωτηρία στο όνομα του Ιησού Χριστού: «Εντάξει, μπορεί να είμαι αυτός που είμαι, αμαρτωλός, αλλά τουλάχιστον δεν είμαι παιδόφιλος!

Αυτό είναι μια πρόκληση για την εκκλησία του Ιησού Χριστού, να φανερώσει με τη ζωή της ότι δεν είναι όλοι το ίδιο. Εδώ υπάρχει καθαρότητα, δικαιοσύνη, αγιασμός και φόβος Θεού.

Πώς όμως έπρεπε να γίνει αυτό; Τι έπρεπε να κάνει ο Τίτος και ο κάθε Τίτος; Μήπως δίνοντάς τους έναν κατάλογο καθηκόντων και εντολών που θα τηρούν απαρέγκλιτα, και με βάση τον οποίο κάποια στιγμή θα τους έκρινε και θα βαθμολογούσε; Όχι!

Ο Παύλος λέει στον Τίτο να παρακαλεί τους νεότερους να σωφρονούν περί πάντα.

Αυτό έρχεται σε άμεση αντίθεση με τους ψευδοδιδασκάλους που ο Παύλος εξέθεσε στο α:16, ότι «Ομολογούσιν ότι γνωρίζουσι τον Θεόν, με τα έργα όμως αρνούνται, βδελυκτοί όντες και απειθείς και εις παν έργον αγαθόν αδόκιμοι».

Δεν σωζόμαστε με τις καλές πράξεις μας, αλλά είμαστε σωσμένοι προς έργα καλά. Πολλοί «Χριστιανοί» επαναλαμβάνουν δίκαια το Εφες.β:8-9, «διότι κατά χάριν….», αλλά θα πρέπει να προσθέτουν και το εδ.10, «Διότι αυτού ποίημα είμεθα, κτισθέντες εν Χριστώ Ιησού προς έργα καλά, τα οποία προητοίμασεν ο Θεός διά να περιπατήσωμεν εν αυτοίς..»!

Εκείνο που ο Τίτος καλέστηκε να παρουσιάσει στους νεότερους αδελφούς του δεν ήταν τίποτα από όλα αυτά, αλλά αντίθετα ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΥ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ. Και βέβαια έπρεπε να νουθετεί τους νεότερους, όμως αυτό δεν έπρεπε να γίνεται μόνο με λόγια, αλλά και με το προσωπικό του παράδειγμα: «Δεικνύων κατά πάντα σεαυτόν τύπον των καλών έργων».

Στο αρχαίο κείμενο η φράση αυτή αποδίδεται κάπως διαφορετικά: «Σεαυτόν παρεχόμενος τύπον καλών έργων», όπου αξίζει να προσέξουμε τη διαφορά των μετοχών δεικνύων και παρεχόμενος, που δεν είναι καθόλου ασήμαντη, διότι είναι άλλο το «δεικνύω» της μετάφρασης του Βάμβα και άλλο το «παρέχω» του κειμένου.

Παρέχω = προσφέρω κάτι σε κάποιον. Άλλα εδάφια που το ρήμα χρησιμοποιείται στο κείμενο της Καινής Διαθήκης: «Τω τύπτοντί σε επί την σιαγόνα πάρεχε και την άλλην» (Λουκ.ς:29). «Οι δε βάρβαροι παρείχον ου την τυχούσαν φιλανθρωπίαν ημίν» (Πράξ.κβ:2). «Τω Θεώ τω ζώντι τω παρέχοντι ημίν πλουσίως πάντα εις απόλαυσιν» (Α΄Τιμ.ς:17). «Του λοιπού κόπους μοι μηδείς παρεχέτω» (Γαλ.ς:17) «Μηδέ προσέχειν μύθοις και γενεαλογίαις απεράντοις αίτινες ζητήσεις παρέχουσιν μάλλον» (Α΄Τιμ.1//4). «Οι κύριοι το δίκαιον και την ισότητα τοις δούλοις παρέχεσθε» (Κολ.δ:1).

Το «παρέχω» στο εδάφιο που εξετάζουμε περιέχει μια ενεργητική σημασία η οποία απαιτεί από τον «παρέχοντα» έντονο ενδιαφέρον, ώστε να επιτευχθεί το ζητούμενο και εν προκειμένω να υψωθούν οι νεότεροι πιστοί σε ανώτερα επίπεδα πνευματικής ζωής και χαρακτήρα.

Δεν πρόκειται δηλαδή για μια απλή επίδειξη του τύπου Εγώ είμαι εδώ και όποιος θέλει ας με δει..., αλλά μια ενεργή διαδικασία και προσπάθεια, κατά την οποία ο «διδάσκων» καταβάλλει κάθε ενδιαφέρον και κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του, ώστε να βεβαιωθεί ότι ο «μαθητής» έχει λάβει την αναγκαία «πληροφορία», βλέποντας μπροστά του ένα καλό παράδειγμα.

Εκείνο που συνήθως και ατυχώς συμβαίνει με τους δασκάλους αυτού του κόσμου, είναι το – ΑΚΟΥ ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΩ ΚΑΙ ΜΑΘΕ ΤΟ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ.

Μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις υποβόσκει και το υπονοούμενο, ...ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ ΤΙ ΚΑΝΩ ΕΓΩ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΖΩΗ. Είναι όπως ο γιατρός που λέει στον ασθενή του – Χάσε βάρος, αλλά την ίδια ώρα ο ίδιος είναι υπέρβαρος, ή – Κόψε το κάπνισμα, ενώ τα δάχτυλα των δικών του χεριών είναι κατακίτρινα από τον καπνό.

Δυστυχώς, αυτό γίνεται και από θρησκευτικούς δασκάλους. Και είναι μεν δυνατό να μεταφέρεται έτσι γνώση, ακόμη και από ανθρώπους ανακόλουθους με τη διδασκαλία τους.

Σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση είναι η σκέψη του απόστολου, και το μήνυμα που προτείνεται είναι: – ΚΟΙΤΑ ΤΙ ΚΑΝΩ ΚΑΙ ΠΩΣ ΤΟ ΚΑΝΩ, ΜΑΘΕ ΤΟ ΚΑΙ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ ΚΙ ΕΣΥ, αυτό δηλαδή που έκανε σε όλη του τη ζωή ο απόστολος Παύλος. 

Στην επιστολή προς Θεσσαλονικείς καλεί τους αναγνώστες να θυμηθούν «οποίοι υπήρξαμεν μεταξύ σας» (Α΄ Θεσ.α:5), για να συνεχίσει στο επόμενο εδάφιο: «και σεις εγείνετε μιμηταί ημών και του Κυρίου, δεχθέντες τον λόγον» (εδ.6).

Τα αποτελέσματα της διακονίας του επάνω τους δεν ήρθαν εξ αιτίας των ωραίων λόγων και της ρητορικής του δεινότητας, ή οποιουδήποτε άλλου εξωτερικού στοιχείου, αλλά με βάση το έργο του Αγίου Πνεύματος το οποίο στηρίχθηκε στην μαρτυρία μιας συνεπούς ζωής και διαγωγής, που στο Πράξ.κ:31 αποδίδεται με τη φράση: «αγρυπνείτε, ενθυμούμενοι ότι τρία έτη νύκτα και ημέραν δεν έπαυσα νουθετών μετά δακρύων ένα έκαστον».

Αυτό το ίδιο πρότυπο διδασκαλίας ζητά να εφαρμοστεί και από τον Τίτο. Όχι πολλά και φτηνά λόγια, εντυπωσιακά φτιασιδώματα, ψυχολογική επιρροή σε ασθενείς συνειδήσεις… Πάνω από αυτά όλα, το ζητούμενο ήταν – και είναι – ΤΟ ΚΑΛΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ.

Δεν χρειάζονται οι άνθρωποι να τους λες πολλά. Εκείνο που χρειάζονται είναι ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΕΙΞΕΙΣ ΕΝΑΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. Και μάλιστα όχι απλά τον εαυτό σου, αλλά τον εαυτό σου σε δράση, καθώς θα σε βλέπουν να εκτελείς καλά έργα (τύπον των καλών έργων), να διατηρείς αδιάφθορη τη διδασκαλία σου (εν τη διδασκαλία αδιαφθορίαν), να κινείσαι και να ενεργείς με σεμνότητα, ενώ ο λόγος σου δεν θα αφήνει ούτε την παραμικρή αφορμή για να μπορέσει κάποιος να σε κατακρίνει σε κάτι (λόγον υγιή και ακατάκριτον)…

Καθαρότητα στη διδασκαλία απαιτεί την ύπαρξη αντικειμενικής, αναγνωρισμένης διδασκαλίας. Μπορεί «Από των καρπών αυτών θέλετε γνωρίσει αυτούς» (Ματθ.ζ:16), αλλά η καθαρή διδασκαλία είναι το θεμέλιο για μια ευσεβή ζωή.

Στο θρησκευτικό χώρο, πολλές φορές η αδιαφθορία στη διδασκαλία και τα καλά έργα διαχωρίζονται, ενώ θα έπρεπε να αλληλοκαλύπτονται.

Σαν αποτέλεσμα, συχνά συναντούμε ανθρώπους θρησκευόμενους που μοναδικό τους μέλημα είναι να δείξουν στους άλλους ότι έχουν «ΛΑΘΟΣ ΠΙΣΤΗ» ή είναι «ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ», χωρίς να ενδιαφέρονται για την ουσία της χριστιανικής ζωής.

Επαναφέροντας την προσοχή μας στο κείμενο, ας στραφούμε τώρα προς τους εντός – καθένας στο δικό του χώρο –, επειδή είναι γεγονός ότι στην περικοπή που χρησιμοποιήθηκε σαν αφορμή των σκέψεών μας, ο λόγος δεν γίνεται για την επαφή μας προς τους εκτός της αδελφικής οικογένειας αλλά στη σχέση και λειτουργία που πρέπει να υπάρχει μεταξύ του «πνευματικού δασκάλου» και του «πνευματικού μαθητή».

Εξυπακούεται ότι ένας χριστιανός δάσκαλος δεν μπορεί να νουθετεί κοσμικούς-αμαρτωλούς ανθρώπους που βρίσκονται εκτός εκκλησίας, επειδή δεν έχει τέτοια αρμοδιότητα.

Ούτε και είναι δυνατό να μιλά προς τους αμαρτωλούς για αδιαφθορία, σεμνότητα, υγιή και ακατάκριτο λόγο κ.λπ., δηλαδή θέματα που ο πνευματικά νεκρός ούτε μπορεί να καταλάβει ούτε μπορεί να εκτιμήσει, αφού «ο φυσικός άνθρωπος δεν δέχεται τα του Πνεύματος του Θεού· διότι είναι μωρία εις αυτόν, και δεν δύναται να γνωρίση αυτά, διότι πνευματικώς ανακρίνονται» (Α΄ Κορ.β:14).

Αλλά όχι σπάνια, παρατηρείται από κάποιους ανοήτως να θέλουν να επιβάλλουν σε συγγενικά πρόσωπα ή παιδιά και νέους, σε άτομα που ακόμα δεν έχουν αναγνωρίσει την κυριότητα του Χριστού στη ζωή τους, πώς να ντύνονται, πώς να συμπεριφέρονται κ.ο.κ., μάλιστα όταν οι ίδιοι συμβαίνει να είναι ανακόλουθοι με όσα λένε.

Μια συνεπής παραδειγματική ζωή εκ μέρους του δασκάλου θα ήταν ό,τι καλύτερο για την αποτελεσματικότητα του μαθήματός του, γι’ αυτό και στα προσόντα του πρεσβυτέρου-επισκόπου περιλαμβάνεται ο όρος «να ήναι προσκεκολλημένος εις τον πιστόν λόγον της διδασκαλίας, διά να ήναι δυνατός και να προτρέπη διά της υγιαινούσης διδασκαλίας και να εξελέγχη τους αντιλέγοντας» (Τίτ.α:7-9). Ένας τέτοιος πνευματικός προϊστάμενος μπορεί να διαθέτει «λόγον υγιή και ακατάκριτον, διά να εντραπή ο εναντίος, μη έχων να λέγη διά σας μηδέν κακόν» (Τίτ.β:8).

Ο ίδιος ο Παύλος είχε να δείξει πρώτος το δικό του παράδειγμα και στον Τιμόθεο μπορούσε με πεποίθηση να γράφει: «Εσύ παρακολούθησες τη διδασκαλία μου, τη διαγωγή, την πρόθεση, την πίστη, τη μακροθυμία, την αγάπη, την υπομονή, τους διωγμούς, τα παθήματα, που μου συνέβησαν» (Β΄Τιμ.γ:10-11).

Γι’ αυτό είχε την παρρησία στη συνέχεια να ζητήσει από το μαθητή του να κάνει το ίδιο, να ΔΕΙΞΕΙ, δηλαδή, όλα αυτά και στη δική του τη ζωή. Έτσι του έγραψε: «Μηδείς ας μη καταφρονή την νεότητά σου, αλλά γίνου τύπος των πιστών εις λόγον, εις συναναστροφήν, εις αγάπην, εις πνεύμα, εις πίστιν, εις καθαρότητα» (Α΄ Τιμ.δ:12).

Το ίδιο έκανε και ο Πέτρος όταν ζητούσε από τους συμπρεσβυτέρους του να ζουν όχι κατακυριεύοντας «την κληρονομίαν του Θεού, αλλά τύποι γινόμενοι του ποιμνίου» (Α΄ Πέτρ.ε:3) και τους θύμιζε ότι ο Χριστός, όταν Τον χλεύαζαν δεν απαντούσε με χλευασμούς κι όταν έπασχε δεν απειλούσε αλλά εμπιστευόταν στον δίκαιο Κριτή, στάση που πρέπει να κρατούν και εκείνοι.

σεμνότητα
Αυτό προφανώς έχει να κάνει με την ανάγκη για καθαρότητα στη διδασκαλία. Ο Τίτος έπρεπε να διδάξει την καθαρή αλήθεια του Θεού με τρόπον ώστε να δημιουργηθεί σεβασμός στο λόγο του Θεού και υποταγή στην εξουσία του. Ενώ υπάρχει θέση για περιορισμένη χρήση του χιούμορ από τον άμβωνα, ποτέ δεν πρέπει να δίνουμε το δικαίωμα η Βίβλος να θεωρείται ελαφρύ βιβλίο, ή μια συνηθισμένη κωμωδία. Οι αλήθειες που κηρύττουμε πρέπει να έχουν την ανάλογη σοβαρότητα.

λόγον υγιή, ακατάγνωστον
Αυτό διευρύνει το φάσμα της διδασκαλίας του Τίτου, στην καθημερινή του ομιλία. Όπως λέει ο Παύλος (Εφεσ.δ:29) Μηδείς λόγος σαπρός ας μη εξέρχηται εκ του στόματός σας, αλλ' όστις είναι καλός προς οικοδομήν της χρείας, διά να δώση χάριν εις τους ακούοντας.

Μερικά εδάφια παρακάτω (Εφες.ε:3-4), προσθέτει, «Πορνεία δε και πάσα ακαθαρσία ή πλεονεξία μηδέ ας ονομάζηται μεταξύ σας, καθώς πρέπει εις αγίους, μηδέ αισχρότης και μωρολογία ή βωμολοχία, τα οποία είναι απρεπή, αλλά μάλλον ευχαριστία..»

Τα εκκλησιάσματα κουράστηκαν από λόγια. Ο λαός του Κυρίου περιμένει και ο Θεός επίσης προσδοκά, οι άνθρωποι που κάλεσε να χρησιμοποιήσει στον οίκο Του, καθένας σαν «σκεύος τιμίας χρήσεως, ηγιασμένον και εύχρηστον εις τον δεσπότην, ητοιμασμένον εις παν έργον αγαθόν», να ανταποκριθούν επιτέλους στην εκλογή τους. Ο Κύριος μέσω του Ιεζεκιήλ ερωτά: «Οι ποιμένες δεν βόσκουσι τα ποίμνια;» αλλά ο Ίδιος διαπιστώνει ότι εκείνοι «βόσκουσιν εαυτούς» και αγανακτισμένος προειδοποιεί: «Ουαί εις τους ποιμένας» (Ιεζ.λδ:2).

Σαν ο Καλός Ποιμένας ο Ιησούς Χριστός ήταν το πρώτο και ανώτατο υπόδειγμα. Όπως γράφει ο Λουκάς στο Θεόφιλο, ξεκινώντας το βιβλίο του «Πράξεις Αποστόλων», στο Ευαγγέλιό του έκανε λόγο «περί πάντων όσα ήρχισεν ο Ιησούς να κάμνη και να διδάσκη» (Πράξ.α:1).

Πρώτα ο Ιησούς μας έπραξε και ύστερα δίδαξε. Πρώτα έζησε άγια ζωή και ικανοποίησε τον Πατέρα κατά πάντα, ώστε Εκείνος από τον Ουρανό να μαρτυρήσει: «Ούτος είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, εις τον οποίον ευηρεστήθην» (Ματθ.γ:17) και ύστερα προχώρησε στο μεσσιανικό έργο της διδασκαλίας και της θυσίας.

Δεν ήταν μόνο λόγια ο Χριστός. Δεν ήταν όπως οι Φαρισαίοι της εποχής Του, οι οποίοι «λέγουσι και δεν πράττουσι» (Ματθ.κγ:3). Γι’ αυτό και ο απόστολος Πέτρος σωστά έγραψε: «εις τούτο προσεκλήθητε, επειδή και ο Χριστός έπαθεν υπέρ υμών, αφίνων παράδειγμα εις υμάς διά να ακολουθήσητε τα ίχνη αυτού» (Α΄ Πέτρ.β:21) δες  και Ιωάν.ιγ:15  Ιωάν.β:6.