Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Η Σώζουσα Πίστη - η φύση και τα χαρακτηριστικά της



Καθώς ερχόμαστε να ασχοληθούμε με το θέμα της σώζουσας πίστης, πρέπει να αποφύγουμε δυο ακρότητες. Η μία ακρότητα είναι η εξέταση του θέματος αποκλειστικά από τη θεολογική του σκοπιά. Μία τέτοια προσέγγιση θα μας έκανε να αισθανθούμε ότι πλενόμαστε με καθαρό μεν αλλά παγωμένο νερό. Θα ξεκαθάριζε την σκέψη μας από πληθώρα συγχύσεων γύρω από αυτό το θέμα αλλά δεν θα αναθέρμαινε τις καρδιές μας. Μία απλώς ακαδημαϊκή ανάπτυξη θα άφηνε αδιάφορους πολλούς καθώς δεν θα έβλεπαν την σχέση ανάμεσα στο θέμα και την προσωπική τους χριστιανική πορεία. Θα έλειπε αυτό που λέμε «εφαρμογή» στις ατομικές μας περιστάσεις. Πρέπει όμως να βιαστούμε να προσθέσουμε ότι όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η θεολογική ανάλυση του θέματος της πίστης πρέπει να απουσιάζει παντελώς. Απεναντίας όχι μόνο πρέπει να υπάρχει αλλά και να κατέχει εξέχουσα θέση. Μία διανοητική ανάπτυξη ενός θέματος πρέπει να βρίσκεται στην αφετηρία του δρόμου και να κατέχει την πρώτη θέση. Το να λέμε ότι με την σχολαστική ανάλυση ενός θέματος και το υπερβολικό ενδιαφέρον για ορθοδοξία σε αυτά που πιστεύουμε ως αλήθειες μας καταντάει πνευματικά νεκρούς και ξηρούς είναι μία ρηχή και άδικη παρατήρηση.


Σε μερικούς κύκλους, με τις εκκλησιαστικές πρακτικές τους, αφήνεται να εννοηθεί ότι ευνοούν τις συναισθηματικές εξάψεις, κάτι που γίνεται εις βάρος της ήρεμης και νηφάλιας διδασκαλίας. Τώρα φυσικά σχολιάζουμε την άλλη ακρότητα. Έχουμε δηλαδή μπροστά μας ένα φαινόμενο κατά το οποίο υπάρχει άφθονος ενθουσιασμός αλλά και ένα κενό περιεχομένου. Τι θα ωφελήσει να πούμε στον συνάνθρωπό μας, «Πίστεψε στον Χριστό», όταν εμείς δεν καταλαβαίνουμε τι σημαίνει η πίστη και ούτε μπορούμε να δώσουμε και στον άλλο να καταλάβει. «Ασφαλώς και πιστεύω στον Χριστό! Τούρκος είμαι;»! Αυτή είναι μια απάντηση που όλοι έχουμε συναντήσει. Κι όμως ξέρουμε ότι αυτός που λέει ότι πιστεύει στον Χριστό στην πραγματικότητα δεν πιστεύει, δεν είναι αναγεννημένος, δεν γνωρίζει τον Κύριο. Υπάρχει λοιπόν σύγχυση γύρω από αυτό το θέμα. Το να λέμε ότι η προσεκτική μελέτη των δογματικών διδασκαλιών σε κάνει ορθόδοξο ως προς τα δόγματα αλλά και πνευματικά νεκρό και ότι πρέπει να αδιαφορήσουμε για τη δογματική μας κατάρτιση και να στραφούμε προς τα συναισθήματα είναι σαν να διαπράττουμε πνευματική αυτοκτονία. Ασφαλώς χρειαζόμαστε και την ουσιαστική διδασκαλία και τα συναισθήματα που πρέπει να απορρέουν κατά φυσικό τρόπο από την διανοητική κατανόηση.

Τι είναι λοιπόν η σώζουσα πίστη; Πώς μπορούμε να την εξηγήσουμε; Πώς μπορούμε να καταλάβουμε εμείς οι ίδιοι αν την έχουμε ή όχι; Τι ποσοστό του εδάφους της προσωπικότητάς μας σκεπάζεται από την καλλιέργεια του φυτού της πίστης; Αυτά και άλλα παρόμοια ερωτήματα γράφονται στον μαυροπίνακα της σκέψης μας και περιμένουν όχι κάποιον σπόγγο να τα σβήσει αλλά το λόγο του Θεού να τα απαντήσει.

Ας αρχίσουμε λοιπόν από το τελευταίο ερώτημα, που είναι -Τι ποσοστό της ανθρώπινης προσωπικότητας επηρεάζεται από τη λειτουργία της σώζουσας πίστης; Εδώ πρέπει να πούμε ότι ολόκληρη η προσωπικότητα του ανθρώπου εμπλέκεται στην διαδικασία της πίστης. Η πίστη γίνεται το κυρίαρχο ενδιαφέρον μου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ενδιαφέρομαι για τίποτα άλλο στον κόσμο αυτό! Σημαίνει όμως ότι η πίστη μου ελέγχει και κυβερνάει ολοκληρωτικά την ζωή μου, τις επιλογές μου, τις αποφάσεις μου, τις προτεραιότητές μου, τις φιλοδοξίες μου, τις επιθυμίες μου και τις πράξεις μου. Οτιδήποτε είναι σύμφωνο ή συμβατό με τις αρχές της πίστης το υιοθετώ και οτιδήποτε προσπαθεί να με πείσει να κωπηλατήσω προς την αντίθετη με την πίστη κατεύθυνση απορρίπτεται. Με αυτό βέβαια δεν εννοούμε την τελειότητα της αναμαρτησίας! Εννοούμε όμως ότι το κέντρο της προσωπικότητάς μας αποκτά μία εντελώς καινούργια κατεύθυνση. Υπάρχει καρποφορία, υπάρχει μία ριζική μεταβολή της ζωής. Δεν είναι κάτι απλώς διανοητικό, ούτε μία απλή παραδοχή αυτής ή εκείνης της αλήθειας. Ας τα εφαρμόσουμε όμως όλα αυτά στην καθημερινή μας εμπειρία και ας γίνουμε τώρα πιο πρακτικοί.

Μερικοί από μας νομίζουμε ότι όταν ένας άνθρωπος πει, «Ναι, πιστεύω ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και ότι πέθανε για τις αμαρτίες μου», γίνεται με την ομολογία αυτή σίγουρα χριστιανός, ότι με την ομολογία αυτή και μόνο σώζεται. Αυτό όμως εννοεί ο Παύλος όταν λέει ότι «εάν ομολογήσεις δια του στόματός σου τον Κύριον Ιησούν, και πιστεύσεις εν τη καρδία σου ότι ο Θεός ανέστησεν Αυτόν εκ νεκρών, θέλεις σωθεί»;

Το ζητούμενο δεν είναι απλώς και μόνο η ομολογία ενός ανθρώπου αλλά το ζητούμενο είναι εάν ολόκληρη η προσωπικότητά του συναινεί στην ομολογία του· εάν ολόκληρο το είναι του συμμετέχει σε αυτό που λέει. Γιατί το τονίζουμε αυτό; Διότι ο Παύλος μιλά για την «καρδιά». Η καρδιά είναι το κέντρο της προσωπικότητας, ολόκληρος ο άνθρωπος, όχι μόνο τα συναισθήματά του. Εάν ένας άνθρωπος πιστεύει αυτήν την αλήθεια στην καρδιά του, τότε ολόκληρη η ζωή του θα επηρεασθεί από αυτό. Από την «καρδιά» προέρχονται οι εκβάσεις της ζωής. Τότε και μόνο τότε μπορούμε να πούμε ότι αυτός σώθηκε. Δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο σκέτη πίστη, άγονη πίστη. Η σώζουσα πίστη συνοδεύεται και από ορισμένα σημάδια που πρέπει να είναι αντιληπτά. Είναι σαν την ιλαρά με τα κόκκινα σημάδια. Δεν μπορεί να υπάρχει η ιλαρά αλλά όχι τα σημάδια της. Δεν μπορεί να υπάρχει σώζουσα πίστη χωρίς τα σημάδια που αποδεικνύουν την παρουσία της. Αν ένας άνθρωπος έχει σώζουσα πίστη, αυτό πραγματικά θα συγκλονίσει τον τρόπο σκέψης του, θα καθορίζει τις επιδιώξεις του, θα φέρνει την Βιβλική σφραγίδα στις επιθυμίες του, θα παίζει καθοριστικό ρόλο στον τρόπο που ξοδεύει τον ελεύθερο χρόνο του, θα έχει καταλυτική επίδραση στην επιλογή των στενών φίλων του και της παρέας του, θα έχει βαθιά επίδραση στον τρόπο της ζωής του. Το επαναλαμβάνουμε: Η σώζουσα πίστη επηρεάζει ολόκληρη την προσωπικότητα του ανθρώπου· όχι μόνο μία ή δύο πλευρές της.

Ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε την φύση της σώζουσας πίστης. Να δούμε δηλαδή την πίστη στην ουσία της, να την επιθεωρήσουμε στην δομή της. Το πρώτο που συνήθως αναφέρεται στο θέμα αυτό είναι ότι η πίστη είναι υπόθεση πληροφόρησης του νου. Ο άνθρωπος για να ασκήσει πίστη θα πρέπει πρώτα να ξέρει τι είναι αυτό που καλείται να πιστέψει. Εάν κάποιος σου έλεγε, «Το πιστεύεις αυτό που συνέβη σήμερα το πρωί;», εσύ φυσικά θα του απαντούσες, «Πες μου τι συνέβη για να σου πω αν το πιστεύω ή θεωρώ ότι μου λες ψέματα». Δεν μπορούμε να πούμε ότι πιστεύουμε ή δεν πιστεύουμε κάτι εάν δεν ξέρουμε τι είναι αυτό. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τη σώζουσα, τη Βιβλική πίστη. Η πίστη που οδηγεί στη σωτηρία και την αιώνια ζωή είναι μία πίστη κατά την οποία ο νους του ανθρώπου δέχεται ορισμένες πληροφορίες τις οποίες καλείται να πιστέψει. Αυτές οι πληροφορίες, αυτά τα δεδομένα έχουν ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο. Το περιεχόμενο αυτό είναι ορισμένα γεγονότα καθώς επίσης και η εξήγηση, η ερμηνεία δηλαδή αυτών των γεγονότων. Όταν μιλάμε για την Βιβλική πίστη, εννοούμε όλα όσα η Βίβλος λέει για τον άνθρωπο, την αμαρτία του, τον ερχομό του Ιησού Χριστού στον κόσμο αυτό, την ζωή Του, τον θάνατό Του στον σταυρό, την ανάστασή Του και φυσικά την ερμηνεία ή σημασία όλων αυτών των γεγονότων. Όλα αυτά τα βασικά γεγονότα καλούμαστε να τα δεχθούμε ανεπιφύλακτα χωρίς να ξεχωρίζουμε και να διαλέγουμε. Έχουμε δηλαδή μπροστά μας ένα σύνολο ιστορικών πληροφοριών που ο νους μας αφού τα πληροφορηθεί και τα καταλάβει τα δέχεται ως αλήθειες. Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε εάν δεν έχει γίνει αντιληπτό αυτό το σημείο. Το τονίζουμε αυτό διότι υπάρχει η παρεξήγηση ότι πίστη είναι μία στα τυφλά εμπιστοσύνη σε κάτι το ακαθόριστο. Θα έχετε όλοι ακούσει το «Πίστευε και μη ερεύνα». Αυτό είναι λάθος· είναι θρησκοληψία και όχι σώζουσα πίστη. Η σώζουσα πίστη είναι ακριβώς το αντίθετο: αρχίζει με την έρευνα. Αυτό βλέπουμε παντού στις Πράξεις των Αποστόλων. Οι απόστολοι μετέδιδαν ορισμένες πληροφορίες για την ζωή και το έργο του Ιησού Χριστού. Απευθύνονταν στο νου, στην διάνοια των ακροατών τους. Τους παρουσίαζαν τα δεδομένα, επιχειρηματολογούσαν με ανθρώπους. Αυτό δεν είναι το ίδιο με ένα απλό «Δέξου τον Χριστό» ή «Πίστεψε στον Χριστό». Σε ποιον Χριστό ή χριστό να πιστέψω; τι ήταν αυτός; Ήταν ένας φιλόσοφος; θαυματοποιός; πολιτικός οραματιστής; ήταν ο Υιός του Θεού; ήταν ένας απλός υπεράνθρωπος; Τι ήταν όλα αυτά; Τι ήρθε να κάνει; Γιατί σταυρώθηκε; Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα αφορούν τον ανθρώπινο νου, την διάνοια.

Το άλλο στοιχείο είναι ότι η σώζουσα πίστη είναι υπόθεση όχι μόνο πληροφόρησης του νου αλλά και συμμετοχής της καρδιάς. Εδώ τώρα έχουμε να κάνουμε κυρίως με τα συναισθήματα. Στο Β΄ Θεσ.β:12 διαβάζουμε «ίνα κριθώσι πάντες οι μη πιστεύσαντες τη αληθεία, αλλ' ευδοκήσαντες εν τη αδικία». Το πρώτο μέρος αυτού του εδαφίου σφραγίζει αυτό που αναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο -ότι η σώζουσα πίστη γεννιέται μόνον όταν ο νους του ανθρώπου γονιμοποιηθεί με το σπέρμα της αλήθειας. Συνεπώς μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι η πίστη και η αλήθεια παραμένουν άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Η σημαντική προσφορά αυτού του εδαφίου όμως βρίσκεται στο ότι συμπληρώνει την ήδη αναφερθείσα διδασκαλία. Η σημαντική προσθήκη του είναι ότι στο δεύτερο τμήμα του αναφέρει τη λέξη «ευδοκία» αφήνοντας έτσι να εννοηθεί ότι όχι μόνο η διάνοια αλλά και τα συναισθήματα του ανθρώπου προθυμοποιούνται να συμμετάσχουν σε αυτό που ονομάζουμε πίστη. Βέβαια η λέξη αυτή, «ευδοκία» ή «ευδοκήσαντες» όπως είναι στο κείμενο, δεν αναφέρεται στην ευδοκία ή ευαρέσκεια για την πίστη, αλλά για την «αδικία». Η ουσιαστική σημασία όμως του δεύτερου τμήματος αυτού του εδαφίου είναι να ξεσκεπάσει την έννοια της απιστίας, δηλαδή το αντίθετο της πίστεως. Αυτό γίνεται σαφές από την χρήση του αντιθετικού συνδέσμου «αλλά». Αυτό σημαίνει ότι τα δύο πρώτα μέρη του εδαφίου μιλούν για δύο αντίθετα πράγματα. Αφού λοιπόν το πρώτο μέρος μιλά για την πίστη άρα το δεύτερο μέρος μιλά για την έλλειψη πίστης, την απιστία. Περιγράφει λοιπόν την απιστία σαν κατι στο οποίο συμμετέχουν και τα συναισθήματα του ανθρώπου -συναισθήματα αποστροφής προς την αλήθεια- άρα η πίστη, που είναι το ακριβώς αντίθετο με την απιστία, χαρακτηρίζεται από συναισθήματα αγάπης προς την αλήθεια. «Επιχείρημα εκ του αντιθέτου» θα μου πείτε. Σωστά. Επιχείρημα όμως που βρίσκεται σε αρμονία με τους ερμηνευτικούς κανόνες.

Τι σημαίνουν τώρα όλα αυτά; Στην αληθινή πίστη ο άνθρωπος όχι μόνο παραδέχεται την αλήθεια ως κάτι το αδιαμφισβήτητο αλλά και αγαπάει την αλήθεια. Ευδοκεί στην αλήθεια. Ευαρεστείται στην αλήθεια. Η καρδιά του σκιρτάει σαν μικρό ελαφάκι στο άκουσμα του ευαγγελίου. Αγαπάει το ευαγγέλιο περισσότερο κι από την ζωή του. Για τον πραγματικό πιστό το ευαγγέλιο δεν είναι απλώς γνώση αλλά γλυκιά μουσική. Οι χορδές της καρδιάς του πάλλουν από συγκίνηση. Για μας η διδασκαλία της Βίβλου είναι χαρά, είναι γιορτή και πανηγύρι. Ο Χριστός του ευαγγελίου έχει γίνει πλέον το μεγάλο αστέρι που σαγηνεύει και γαληνεύει τις ψυχές μας. Τα μάτια της πίστεως Τον κοιτάζουν και τα χείλη Τον ομολογούν. Το νέκταρ της αγάπης προς Αυτόν και όλες τις αλήθειες του ευαγγελίου Του όχι μόνο έχει γεμίσει το ποτήρι της ψυχής αλλά και έχει αρχίσει να ξεχειλίζει. Λυπάται κανείς από μας για κάτι τέτοιο; Μήπως κανείς από μας το θεωρεί σπατάλη; Α, το αντίθετο μάλιστα! Όσο και να αγαπήσεις τον Χριστό πάλι θα το θεωρείς λιγότερο από αυτό που Του αξίζει. Δεν υπάρχει κίνδυνος να αγαπήσεις τον Χριστό ή το ευαγγέλιο πάρα πολύ· ο κίνδυνος είναι να Τον αγαπήσεις πολύ λίγο. Σώζουσα πίστη στο ευαγγέλιο και στον Χριστό δεν υπάρχει χωρίς αγάπη για αυτά που πιστεύουμε. Εάν μπορούσε να υπάρξει θα ήταν μία νεκρή παγοκολόνα· όχι μία θερμή φλόγα όπως πράγματι είναι. Έχει η πίστη σου αυτό το χαρακτηριστικό; Αν τις αλήθειες του ευαγγελίου τις παραδέχεσαι αλλά δεν έχεις ξεκολλήσει από τον παραδοσιακό τρόπο ζωής μέσα στην αμαρτία και θρησκευτική αδιαφορία, τότε φαίνεται καθαρά ότι δεν αγαπάς το ευαγγέλιο και άρα η πίστη σου δεν είναι η σώζουσα. Είσαι ακόμη χαμένος μέσα στις αμαρτίες σου και θα κληρονομήσεις το αιώνιο σκοτάδι. Αν όμως ενεργά ακολουθείς το ευαγγέλιο και οι ενέργειες της ζωής σου καθορίζονται από αυτό τότε να γνωρίζεις ότι πράγματι κατέχεις την σώζουσα πίστη. Αν αγαπάς τα πράγματα του Θεού και αυτή η αγάπης σε επηρεάζει και σε κάνει να έχεις ζήλο για το ευαγγέλιο τότε μπορείς να είσαι βέβαιος ότι οι αμαρτίες σου έχουν συγχωρηθεί.

Ένα επιπρόσθετο στοιχείο της σώζουσας πίστης είναι ότι η σώζουσα πίστη είναι όχι μόνο υπόθεση πληροφόρησης του νου, όχι μόνο υπόθεση συμμετοχής της καρδιάς αλλά και υπόθεση αποδοχής εκ μέρους της θέλησης. Από τα πολλά Βιβλικά χωρία σχετικά με το θέμα της αποδοχής της θέλησης ας τοποθετήσουμε μόνο ένα από αυτά κάτω από το ερμηνευτικό μικροσκόπιο. Ο θεόπνευστος συγγραφέας λέει: «κατά πίστιν απέθανον ούτοι πάντες, μη λαβόντες τας επαγγελίας, αλλά πόρρωθεν αυτάς ιδόντες, και πεισθέντες, και ασπασάμενοι, και ομολογήσαντες ότι ξένοι και παρεπίδημοι εισίν επί της γης» (Εβρ.ια:13). Το εδάφιο αυτό μας ανοίγει έναν περαιτέρω διάδρομο έρευνας μέσα στο μέγαρο της πίστης. Αξίζει να τοποθετήσουμε το ερμηνευτικό νυστέρι στην λέξη «ασπασάμενοι». Το ρήμα «ασπάζομαι» έχει διάφορες αλλά συναφείς μεταξύ τους έννοιες. Η ακριβής εννοιολογική απόχρωση εξαρτάται από το συγκεκριμένο πλαίσιο. Σημαίνει χαιρετώ, καλωσορίζω, αγκαλιάζω και καλωσορίζω στην καρδιά και στον νου. Αυτή η τελευταία είναι η έννοια στο παραπάνω εδάφιο. Για να καλωσορίσει κάποιος κάτι στο νου και την καρδιά πρέπει την απόφαση για κάτι τέτοιο να την έχει ήδη λάβει η θέληση. Η θέληση του ανθρώπου είναι εκείνη που ανοίγει την πόρτα της καρδιάς. Η ανθρώπινη θέληση βέβαια ενεργοποιείται αφού προηγουμένως το Άγιο Πνεύμα εμφυσήσει την νέα πνευματική ζωή στο εσωτερικό του ανθρώπου. Όταν λοιπόν συμβεί αυτό ο άνθρωπος θέλει, δέχεται, επιθυμεί. Αυτά που θέλει, δέχεται και επιθυμεί, αυτά στα οποία ανοίγει την καρδιά του, απλώνει το χέρι του για να τα πάρει, είναι ο Ιησούς Χριστός και όλες οι αλήθειες που σχετίζονται με το πρόσωπο και το έργο Του. Η σώζουσα πίστη αποφασίζει να αποκτήσει τον Κύριο, αποφασίζει να ταυτιστεί με Αυτόν, να επισημοποιήσει την σχέση της με Αυτόν και να ταυτιστεί με τον Χριστό. Εκείνοι που λένε ότι πιστεύουν στο Χριστό αλλά ποτέ δεν έχουν κάνει την αποφασιστική κίνηση να ακολουθήσουν τον Χριστό και χωλαίνουν μεταξύ δύο φρονημάτων δεν έχουν γνωρίσει το ξύπνημα της θέλησης και ενώ έχουν κάποιο είδος πίστεως αυτή η πίστη δεν είναι η σώζουσα. Η σώζουσα πίστη είναι ζωντανή και κινείται· αυτή η κίνηση εκδηλώνεται ως κίνηση της θέλησης. Αυτό πρέπει να το προσέξουν χιλιάδες άνθρωποι διότι χιλιάδες είναι εκείνοι που επαναπαύονται στη σκέψη ότι πιστεύουν αλλά αρκούνται στο να επαναλάβουν ένα «Ναι» όταν κάποιος άλλος τους ρωτήσει εάν πιστεύουν. Πού είναι όμως η προσωπική απόφαση; Πού είναι η προσωπική αποδοχή; Πού είναι η αποφασιστική κίνηση της θέλησης; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά θα μας βοηθήσει να ξεχωρίσουμε το άχυρο από το σιτάρι και να καταλάβουμε αν εμείς ανήκουμε στο ένα ή στο άλλο.

Το ποιόν της ζωής του ανθρώπου καθορίζεται, σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό, από τη θέληση. Αυτή είναι η κινητήρια δύναμη στη ζωή του. Ένας αμαρτωλός αμαρτάνει διότι το θέλει. Ένας χριστιανός δεν αμαρτάνει διότι δεν το θέλει· κάνει το θέλημα του Θεού διότι το θέλει. (Εδώ δεν εννοούμε βέβαια την τελειότητα της αναμαρτησίας, κάτι που είναι ανέφικτο στη ζωή αυτή. Η συζήτηση του θέματος της ύπαρξης της αμαρτωλής φύσης μέσα στον χριστιανό όμως δεν είναι του παρόντος.) Παρατήρησε λοιπόν τη ζωή σου. Αν η γενική κατεύθυνσή της είναι προς την αμαρτία, αυτό είναι ένα σημάδι ότι η «πίστη» σου στερείται από το βασικό στοιχείο της θέλησης. Μία τέτοια πίστη δεν μπορεί να ονομαστεί «σώζουσα» διότι δεν παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της σώζουσας πίστης και συνεπώς δεν είναι σώζουσα. Η γάγγραινα είναι πολύ πιο βαθιά βέβαια από την επιφάνεια των οφθαλμοφανών αμαρτιών· στον ίδιο τον Χριστό η θέλησή σου δεν θέλησε να ανοιχτεί!

Η τελευταία αυτή φράση «στον ίδιο τον Χριστό» μας οδηγεί σε ένα τέταρτο στοιχείο σχετικά με την φύση της σώζουσας πίστης. Αυτό είναι το ότι η σώζουσα πίστη είναι υπόθεση που στρέφει τον άνθρωπο αποκλειστικά προς τον Ιησού Χριστό. Ο καλύτερος τρόπος να το εκφράσουμε αυτό είναι να δανειστούμε τα λόγια του Martyn Lloyd-Jones, ο οποίος σχολιάζοντας την φράση «... την εις τον Κύριον Ιησού πίστιν σας...», Εφεσ.α:15, (σχόλια στην προς Εφεσίους τόμος 1ος σελ. 317, 318) αναφέρει: «Χριστιανός είναι εκείνος στο κέντρο της ζωής του οποίου βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός. Βλέπει τα πάντα μέσα στο Χριστό και στο κέντρο του τρόπου σκέψης του βρίσκεται ο Χριστός. Αρχίζει με Αυτόν, τελειώνει με Αυτόν. Ο Ιησούς Χριστός έχει γίνει ο κυρίαρχος παράγοντας παντού. Υπάρχουν πολλοί θρησκευόμενοι άνθρωπο σήμερα και πολλές θρησκευτικές κινήσεις που είναι πολύ δραστήριες και κερδίζουν τους φερόμενους ως οπαδούς τους, αλλά ο Ιησούς Χριστός συχνά δεν αναφέρεται από αυτούς. Λένε 'να έρθεις στον Θεό' ή 'να ακούσεις την φωνή του Θεού' και ούτω καθ' εξής, αλλά χωρίς να αναφέρεται ο Ιησούς Χριστός. Αυτό εξ ορισμού δεν είναι χριστιανισμός, όσο καλοί κι αν φαίνονται ότι είναι και όσο θρησκευόμενοι κι αν είναι. Ο χριστιανός είναι κάποιος που βλέπει τα πάντα και βρίσκει τα πάντα στον Κύριο και Σωτήρα του Ιησού Χριστό... Πίστη στον Κύριο Ιησού σημαίνει λοιπόν να ακουμπήσω ολόκληρη την ελπίδα μου επάνω σ' Αυτόν και σε εκείνο που Αυτός έχει κάνει για λογαριασμό μου· σημαίνει ότι δεν έχω την πεποίθησή μου στην δική μου ζωή, ούτε στις πράξεις μου (τις καλές), ούτε στις (καλές) πράξεις οποιουδήποτε άλλου· αντιλαμβάνομαι ότι είμαι ένας χαμένος αμαρτωλός και ότι σώζομαι με βάση μόνο το αίμα και τη δικαιοσύνη του Ιησού Χριστού».

Πράγματι αυτό είναι η σώζουσα πίστη. Αποδίδει τη σωτηρία κατ' αποκλειστικότητα στον Κύριο. Αρνείται να «συμπληρώσει» την σωτηρία του Χριστού με άλλους μεσίτες, με την προσφορά ατομικών καλών έργων ή με κάποια «εγγύηση» που δήθεν χαρίζουν τα πνευματικά χαρίσματα.

Από την ανεπιφύλακτη αποδοχή αυτών των αληθειών εξαρτάται αγαπητέ φίλε η αιώνια σωτηρία σου. Αμέτρητοι έχασαν για πάντα την ευκαιρία να σωθούν επειδή απέρριψαν αυτές τις αλήθειες. Αμέτρητοι σώθηκαν για πάντα επειδή δέχθηκαν αυτές τις αλήθειες που σαν κέντρο τους έχουν τον Χριστό. Εσύ σε ποιους ανήκεις;