Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

ΜΕΛΕΤΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ (17)

Ι. ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΝΑΒΟΥΧΟΔΟΝΟΣΟΡ

Το δεύτερο χρόνο της βασιλείας του, ο Ναβουχοδονόσορ, βασιλιάς της Βαβυλώνας, είδε ένα τρομακτικό όνειρο. Ταράχτηκε τόσο πολύ στον ύπνο του, που ξύπνησε, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί τι είχε δει! Το πνεύμα του ήταν τόσο ανήσυχο, που κάλεσε τους αποκρυφιστές συμβούλους του και απαίτησε να του πουν το όνειρο που είδε καθώς και την ερμηνεία του.

Οι μάγοι του βασιλιά αποτυγχάνουν ν’ απαντήσουν.

Οι σύμβουλοι σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαν να ξέρουν τι είδε ο βασιλιάς στον ύπνο του, αλλά του είπαν ότι αν τους πει το όνειρο θα μπορούσαν να το ερμηνεύσουν. Ο βασιλιάς κατάλαβε ότι χρονοτριβούσαν για να κερδίσουν χρόνο και επανέλαβε την απαίτησή να του πουν το όνειρο και την ερμηνεία.


Οι Χαλδαίοι σύμβουλοι διαβεβαίωσαν το βασιλιά ότι ποτέ στα χρονικά δεν ζητήθηκε κάτι τέτοιο, κι ότι μόνο οι θεοί θα μπορούσαν να το αποκαλύψουν. Μαινόμενος ο Ναβουχοδονόσορ, διέταξε να εξοντώσουν όλους τους μάγους της Βαβυλώνας και έστειλε τον Αριώχ, τον αρχισωματοφύλακα, να εκτελέσει αυτό το φρικιαστικό έργο. Όταν ο Αριώχ πήγε στο Δανιήλ, αυτός τον ρώτησε με σοφία: «Διά τί η βιαία αύτη απόφασις παρά τού βασιλέως» (Δαν.β:15). Ο Αριώχ του εξέθεσε τα συμβάντα, ο Δανιήλ πήγε μπροστά στο βασιλιά και ζήτησε λίγο χρόνο, υποσχόμενος ότι θα ερμηνεύσει το όνειρο.

Αφού πήρε την άδεια από το βασιλιά, ο Δανιήλ γύρισε στο σπίτι του και εξιστόρησε στους φίλους του Ανανία, Μισαήλ και Αζαρία τα γεγονότα που είχαν συμβεί. Μετά, ζήτησε τη βοήθειά τους να εκζητήσουν όλοι μαζί το Θεό προκειμένου να τους αποκαλύψει το όνειρο και την ερμηνεία του.

Το όνειρο αποκαλύπτεται στο Δανιήλ.

Την ίδια νύχτα, το μυστήριο είχε αποκαλυφτεί στο Δανιήλ κι αυτός με τη σειρά του ευχαρίστησε με δοξολογία το Θεό που του έδειξε το όνειρο και την ερμηνεία. Αμέσως μετά, ο Δανιήλ συνάντησε τον Αριώχ και του είπε: «Μή απολέσης τούς σοφούς τής Βαβυλώνος· είσαξόν με ενώπιον τού βασιλέως καί εγώ θέλω φανερώσει τήν έρμηνείαν πρός τόν βασιλέα» (Δαν.β:24).

«Είσαι ικανός νά φανερώσης πρός εμέ τό ενύπνιον τό οποίον είδον καί τήν έρμηνείαν αυτού»; (Δαν.β:26) ρώτησε ο βασιλιάς το Δανιήλ.

Ο Δανιήλ απάντησε: «Τό μυστήριον, περί τού οποίου ο βασιλεύς επερωτά, δέν δύνανται σοφοί, επαοιδοί, μάγοι, μάντεις, νά φανερώσωσι πρός τόν βασιλέα· αλλ' είναι Θεός εν τώ ουρανώ, όστις αποκαλύπτει μυστήρια καί κάμνει γνωστόν εις τόν βασιλέα Ναβουχοδονόσορ, τί μέλλει γενέσθαι εν ταίς εσχάταις ημέραις» (Δαν.β:27-28).

Ταπεινά, ο Δανιήλ, αρχίζει να αφηγείται στο βασιλιά το ξεχασμένο όνειρο, που ήταν μια μεγάλη, εξαίσια εικόνα ενός άνδρα από μέταλλα. Το κεφάλι ήταν από χρυσό, το στήθος και οι βραχίονες από ασήμι, η κοιλιά και οι μηροί από χαλκό, οι κνήμες από σίδερο και τα πόδια από σίδερο και πηλό.

Καθώς ο Ναβουχοδονόσορ μέσα στο όνειρο κοίταζε αυτή τη λαμπρή εικόνα, βλέπει μια πέτρα που αποκόπηκε από ένα βουνό χωρίς την παρέμβαση ανθρώπου. Αυτή η πέτρα χτύπησε την εικόνα πρώτα στα πόδια κομματιάζοντας τα, και συνέχισε να κυλάει μέχρι που ολόκληρη η εικόνα κατασυντρίφθηκε κι έγινε σαν άχυρο που ο άνεμος το μετέφερε μακριά. Στο μεταξύ, η πέτρα μεγάλωσε τόσο που έγινε ένα τεράστιο βουνό που κάλυψε όλη τη γη!