Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

Προς Ρωμαίους (002)

Ημερομηνία και τόπος συγγραφής

Η εσωτερική μαρτυρία της Γραφής φανερώνει με βεβαιότητα ότι η επιστολή γράφτηκε στην Κόρινθο, κατά την τρίμηνη παραμονή του εκεί στο τρίτο ιεραποστολικό ταξίδι (Πραξ.κ:2-3). Ο Παύλος είχε κηρύξει το ευαγγέλιο στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά όχι ακόμα στη Ρώμη (Ρωμ.α:13  ιε:19). Βρισκόταν στη διαδικασία να μαζέψει μια εισφορά απ’ τη Μακεδονία και την Αχαΐα για να την φέρει στους αγίους της Ιερουσαλήμ που είχαν ανάγκη (Ρωμ.ιε:25-26). Ο Παύλος συζήτησε αυτό το θέμα με τους Κορίνθιους (Α’ Κορ.ις:1-4 & Β’ Κορ.η:9), κι εκπλήρωσε αυτό το έργο στο τρίτο ιεραποστολικό του ταξίδι (Πραξ.κδ:17). Τον καιρό που ο Παύλος έγραψε την προς Ρωμαίους έμενε με το Γάιο (Ρωμ.ις:23), κι η εκκλησία της Κορίνθου είχε κάποιο μέλος που το έλεγαν Γάιο, τον οποίο ο Παύλος είχε βαπτίσει προσωπικά (Α’ Κορ.α:14). Η πόλη απ’ όπου ο Παύλος έγραψε την επιστολή είχε θησαυροφυλάκιο, που σημαίνει ότι ήταν μια επαρχιακή πρωτεύουσα, ή τουλάχιστον μια μεγάλη πόλη. Ο Παύλος αναφέρει τις Κεχρεές, ένα λιμάνι ανατολικά της Κορίνθου (ις:1-2). Με λίγα λόγια, όλα δείχνουν ότι ο Παύλος έμενε στην Κόρινθο αυτή την περίοδο.


Οι περισσότεροι σχολιαστές συμφωνούν ότι η επιστολή γράφτηκε το χειμώνα του 57-58 μ.Χ. μάλλον στις αρχές του 58, ίσως το Φεβρουάριο. Κάποιοι την χρονολογούν ένα χρόνο νωρίτερα. Είτε έτσι, είτε αλλιώς, η ημερομηνία τοποθετείται στο πρώτο ήμισυ της βασιλείας του Νέρωνα (54-68 μ.Χ.), περίοδο σχετικά ήσυχη και ευδαιμονική για τη Ρώμη. Η επιστολή αυτή είναι ένα απ’ τα πρώτα γραπτά της Καινής Διαθήκης. Είναι απ’ τις πρώτες επιστολές του Παύλου, μετά τις προς Θεσσαλονικείς Γαλάτες και Κορινθίους.

Παραλήπτης

Το βιβλίο που εξετάζουμε είναι ένα γράμμα. Ο Παύλος το απευθύνει στους Χριστιανούς της Ρώμης (Ρωμ.α:7). Η Ρώμη, σαν πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν η μεγαλύτερη και η πιο σημαντική πόλη την εποχή του Παύλου. Υπολογίζεται ότι εκείνο τον καιρό είχε πάνω από 4.000.000 πληθυσμό. Ανάμεσα στους κατοίκους ήταν αρκετοί Εβραίοι, τόσοι ώστε να υπάρχουν 11 συναγωγές στη Ρώμη.  Η παραδοσιακή πολυθεϊστική θρησκεία της Ρώμης βρισκόταν σε μια κατάσταση φθοράς, σήψης και παρακμής και θα υπήρχαν προφανώς πάρα πολλοί εθνικοί «θεοφοβούμενοι». Αυτοί οι άνθρωποι παρακολουθούσαν τις συναγωγές και συμμόρφωναν τη ζωή τους με τους ηθικούς νόμους, αν και δεν είχαν γίνει επίσημα Εβραίοι προσήλυτοι δια της περιτομής. Προφανώς η εκκλησία της Ρώμης ήταν μεγάλη. Στην Ρωμ.ις βλέπουμε ότι οι πιστοί μαζευόταν σε ομάδες σε διάφορα μέρη της πόλης. Το 64 μ.Χ. ο Ρωμαίος ιστορικός Τάκιτος αναφέρει την ύπαρξη ενός «πάρα πολύ μεγάλου πλήθους» χριστιανών στη Ρώμη. Τα σχόλια του Παύλου υποδηλώνουν ότι η εκκλησία ήταν δυνατή, ώριμη και ήταν ιδρυμένη αρκετό καιρό (Ρωμ.ιε:14, 23-24).

Ποιος ίδρυσε την εκκλησία στη Ρώμη; Σίγουρα όχι ο Παύλος γιατί ποτέ δεν πήγε εκεί. Η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία αξιώνει ότι ο Πέτρος είναι ο ιδρυτής, αλλά η γενική μαρτυρία αποκλείει αυτή την περίπτωση. Ο Παύλος ρητά δηλώνει ότι δεν πρόκειται να οικοδομήσει πάνω σε ξένο θεμέλιο (Ρωμ.ιε:20), κι ότι ήθελε να πάει στη Ρώμη για να τους στηρίξει και να τους μεταδώσει «χάρισμα τι πνευματικόν» (Ρωμ.α:11-15). Επιπλέον, αν ο Πέτρος ήταν ο ιδρυτής και ο επίσκοπος της εκκλησίας της Ρώμης, ο Παύλος σίγουρα θα τον συμπεριλάμβανε ανάμεσα στους 28 αγίους που αναφέρει στη Ρωμ.ις:3-16.

Ίσως μερικοί απ’ τους Ρωμαιο-Ιουδαίους που την ημέρα της Πεντηκοστής έλαβαν το Πνεύμα το Άγιο και γύρισαν στη Ρώμη με το μήνυμα του ευαγγελίου (Πραξ.β:10). Ακόμα μπορεί κάποιοι συγγενείς του Ρωμαίου εκατόνταρχου Κορνήλιου να έφεραν το μήνυμα του ευαγγελίου στη Ρώμη (Πραξ.ι). Αν όχι, τότε η εκκλησία της Ρώμης ήρθε στην ύπαρξη από μετανάστες από άλλα μέρη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, πολύ πιθανόν από εκκλησίες που ο Παύλος είχε ιδρύσει στη Μικρά Ασία. Αυτό φαίνεται πιθανό επειδή ο Παύλος ήξερε ήδη πολλούς Ρωμαίους πιστούς, άλλους φέρνοντάς τους στο Χριστό κι άλλους σαν συνεργάτες του (Ρωμ.ις:3-16).

Φαίνεται ότι η πλειονότητα της εκκλησίας της Ρώμης ήταν εθνικοί (Ρωμ.α:5  ια:13  ιε:14-16). Φαίνεται, ωστόσο, ότι υπήρχε ένας σημαντικός αριθμός Εβραίων χριστιανών στην εκκλησία (δ:1  θ:10). Ο Παύλος περίμενε απ’ τους αναγνώστες του να είναι εξοικειωμένοι με το Νόμο, κάτι που φανερώνει ότι πολλοί στην εκκλησία ήταν Ιουδαίοι, Ιουδαίοι προσήλυτοι, ή Εθνικοί «Θεοφοβούμενοι» (ζ:1).

Φυσικά, όπως ο Παύλος αναγνωρίζει σε κάποιο άλλο γράμμα του, τα γραπτά του δεν αναφέρονται και δεν αφορούν μόνο την τοπική εκκλησία που απευθύνεται, αλλά σε όλους τους χριστιανούς (Α’ Κορ.α:2).

Ο σκοπός

Ο άμεσος σκοπός της επιστολής ήταν να πληροφορήσει και να διαβεβαιώσει τους Ρωμαίους πιστούς για την πρόθεση και τα σχέδια του Παύλου να τους επισκεφθεί σύντομα (α:11-13).

Εκτός απ’ αυτό τον άμεσο λόγο της επιστολής, ο Παύλος προφανώς είχε ένα πολύ μεγαλύτερο στόχο και σκοπό στο μυαλό του. Ήθελε να ξεκαθαρίσει εμπεριστατωμένα και κατανοητά τι είναι το ευαγγέλιο. Η προς Ρωμαίους επιστολή σαν σύνολο, μοιάζει περισσότερο με δογματική διατριβή παρά με γράμμα.

Γιατί ο Παύλος αισθάνθηκε την ανάγκη να απευθύνει  μια τέτοια διατριβή στους Ρωμαίους; Μ’ αυτό το γράμμα δεν απαντά σε εσωτερικά προβλήματα της εκκλησίας, ούτε αγωνίζεται για κάποια ψευδοδιδασκαλία. Αναγνωρίζει την ωριμότητα της εκκλησίας της Ρώμης, αλλά σαν απόστολος των εθνών αισθάνεται μεγάλη ευθύνη για την μεγαλύτερη εθνική πόλη. Επειδή δεν μπόρεσε να τους διδάξει προσωπικά, αισθάνεται υποχρεωμένος λόγω της θείας κλήσης που έχει, να τους μεταβιβάσει γραπτά το μήνυμα που ο Θεός του είχε δώσει (ιε:14-16).

Μέσα απ’ αυτή τη δογματική παρουσίαση, ζητούσε να κερδίσει και την υποστήριξή τους με προσευχή καθώς και με άλλα μέσα για τις ιεραποστολικές του προσπάθειες (ιε:24,30). Πάνω απ’ όλα όμως, ήθελε να τους ασφαλίσει από ψευδοδιδασκαλίες και να τους κάνει υπερασπιστές της αλήθειας. Ήξερε ότι οι Ιουδαίζοντες όπως κι άλλοι ψευδοδιδάσκαλοι θα τους επιτεθόταν, και ήθελε να τους εφοδιάσει με ό,τι χρειαζόταν για ν’ αντισταθούν στο λάθος και να πολεμήσουν για την αλήθεια.

Ακριβώς σ’ αυτό τον μεγάλο σκοπό της επιστολής βλέπουμε το χέρι του Θεού να εργάζεται. Ο Θεός ενέπνευσε τον Παύλο να γράψει στους Ρωμαίους έτσι ώστε η εκκλησία να έχει μια ξεκάθαρη, δυνατή επιχειρηματολογία όσο αφορά το ευαγγέλιο της σωτηρίας δια πίστεως. Έτσι, ο Θεός σχεδίασε η προς Ρωμαίους επιστολή να έχει παγκόσμια εφαρμογή.

Ύφος και δομή

Το ύφος της επιστολής είναι χαρακτηριστικό των επιστολών του Παύλου, με τις αγαπημένες του εκφράσεις και όρους που βλέπουμε διάχυτους σ’ όλη την επιστολή. Τα τμήματα που αναφέρονται στη δικαίωση δια πίστεως και στη ζωή των πιστών (κεφάλαια γ-η), μοιάζουν πάρα πολύ με την επιστολή που είχε γράψει νωρίτερα προς Γαλάτες. Το μέρος που πραγματεύεται την πρακτική χριστιανική ζωή (κεφ.ιβ-ιε), έχει πάρα πολλά κοινά σημεία με την Α’ Κορινθίους που κι αυτή έχει γραφτεί νωρίτερα.

Το ύφος του Παύλου στην προς Ρωμαίους είναι πολύ δυναμικό. Αν και η επιστολή απευθύνεται στην εκκλησία της Ρώμης, χτίζει τα επιχειρήματά του με τέτοιο τρόπο σαν να έχει παγκόσμιο χαρακτήρα.

Το βιβλίο που εξετάζουμε είναι καθαρά δογματικό. Περιέχει περισσότερες αναφορές στην Παλαιά Διαθήκη απ’ ότι όλες οι άλλες επιστολές του Παύλου μαζί, εκτός την προς Εβραίους. Η παρουσίαση της διδασκαλίας είναι συστηματική και λογική, με αποτέλεσμα να είναι το πιο τυπικό απ’ τα γραπτά του Παύλου και στην πραγματικότητα απ’ όλα τα βιβλία της Γραφής.

Από άποψη δομής, μπορούμε να χωρίσουμε το βιβλίο σε τρία κύρια τμήματα:

(1) Πρόλογος - προσωπικές συστάσεις, εισαγωγή (α:1-17).
(2) Κυρίως σώμα - ουσία και δογματικό περιεχόμενο (α:18 - ιε:13).
(3) Επίλογος - προσωπικά συμπεράσματα, κλείσιμο (ιε:14 - ις:27). 

Περίληψη περιεχομένων

Στη Ρωμ.α:16-17 δηλώνεται το θέμα του βιβλίου: Το ευαγγέλιο του Χριστού είναι δύναμη Θεού προς σωτηρία. Αυτή η σώζουσα δύναμη, έρχεται σ’ όλους όσους πιστεύουν. Ο δίκαιος θα ζήσει δια πίστεως.

Μπορούμε να διαιρέσουμε το κυρίως σώμα της επιστολής σε πέντε κύρια θέματα, που όλα έχουν σαν κέντρο τη δικαιοσύνη που ο Θεός δίνει στους πιστούς:

1.     Παγκόσμια ενοχή - Η παγκόσμια ανάγκη της δικαιοσύνης του Θεού (α:18-γ:20).

2.     Δικαίωση δια πίστεως - Το μέσο για να λάβει κανείς τη δικαιοσύνη του Θεού (γ:21-ε:21).

3. Η ζωή του πιστού - Η ζωή του αγιασμού που είναι το αποτέλεσμα της δικαιοσύνης του Θεού (ς:1-η:39).

4.     Η κατάσταση στον Ισραήλ - Η απόρριψη της δικαιοσύνης του Θεού απ’ τους Ισραηλίτες σε σχέση με το παρελθόν, παρών και μέλλον (θ:1-ια:36).

5.  Προτροπές για πρακτική χριστιανική ζωή - Η δικαιοσύνη του Θεού στην καθημερινή ζωή (ιβ:1-ιε:13).

Όπως βλέπουμε στον παραπάνω περιληπτικό σκελετό της επιστολής, η προς Ρωμαίους έχει μια λογική οργάνωση. Πρώτα αποδεικνύει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν αμαρτήσει κι έχουν ανάγκη σωτηρίας. Μετά εξηγεί πώς μπορούν όλοι οι άνθρωποι να σωθούν - δια πίστεως στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, βασισμένη στο θάνατο και την ανάσταση. Στη συνέχεια περιγράφει τη νέα ζωή που είναι το αποτέλεσμα της σωτηρίας, μια ζωή αγιασμού και βαδίσματος εν πνεύματι. Μετά απ’ αυτό ασχολείται με μια πολύ σοβαρή αντίρρηση στη διδασκαλία του Παύλου που υπήρχε εκείνο τον καιρό,  δηλαδή, γιατί ο εκλεκτός λαός του Θεού, οι Ισραηλίτες, δεν ακολούθησαν αυτή τη διδασκαλία της σωτηρίας δια πίστεως. Τελικά, δίνει μερικές πρακτικές οδηγίες σχετικά με τη διαγωγή του δίκαιου στις σχέσεις του με το Θεό, την εκκλησία, τους ανθρώπους, το κράτος και τον καθένα.

Αν και η προς Ρωμαίους διδάσκει δογματικές αλήθειες σε μια οργανωμένη λογική σειρά, δεν είναι συστηματική θεολογία με τη στενή έννοια. Δηλαδή δεν επιχειρεί να καταπιαστεί με όλα τα βασικά δόγματα και να τα παρουσιάσει συστηματικά.  Για παράδειγμα, συστηματική συζήτηση της Χριστολογίας ή των εσχατολογικών λείπει σημαντικά απ’ αυτή την επιστολή. Βέβαια υπάρχουν υπαινιγμοί της βαθιάς πίστης του Παύλου για τη θεότητα του Ιησού Χριστού (θ:5, ιδ:10-11), αλλά εκεί που βλέπουμε συστηματική παράθεση Χριστολογίας είναι η επιστολή προς Κολοσσαείς. Το ίδιο ο Παύλος αγγίζει λίγο τα εσχατολογικά (ια:25-27), αλλά η λεπτομερής παρουσίαση του θέματος αυτού βρίσκεται στην Α’ & Β’ Θεσσαλονικείς.

Επιπλέον, η προς Ρωμαίους δεν ασχολείται λεπτομερώς με το θέμα της μετάνοιας, του βαπτίσματος στο νερό και το Άγιο Πνεύμα, γιατί ο Παύλος γράφει σε πιστούς που έχουν ήδη αυτή την εμπειρία.  Ωστόσο τα κεφάλαια ς και η περιέχουν σημαντικές αναφορές σ’ αυτά τα θέματα. Θα πρέπει ακόμα να σημειώσουμε ότι σ’ αυτή την επιστολή δεν αναφέρεται η συγχώρεση ή άφεση των αμαρτιών. Αντίθετα σχεδόν συνεχώς αναφέρεται στη μεταστροφή του άπιστου με τον όρο δικαίωση.

Αν και η προς Ρωμαίους δεν είναι στην πραγματικότητα συστηματική θεολογία όλων των χριστιανικών δογμάτων, καλύπτει πολλές βασικές αρχές αρκετά περιεκτικά. Για παράδειγμα: περί αμαρτίας, δικαίωση δια πίστεως, δικαιοσύνη, χάρη, νόμος, αγιασμός.