Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

«Εκζητήσατέ με και θέλετε ζήσει»



Μια από τις κατηγορίες της γραμματικής όταν μελετάμε τους Προφήτες, είναι ο λεγόμενος «προφητικός αόριστος», όπου λέγονται μελλοντικά πράγματα σε αόριστο χρόνο, σαν να έχουν ήδη γίνει. Πράγματα που είναι τόσο βέβαιο ότι θα γίνουν, ώστε αναφέρονται σαν να είναι "δεδομένα". Έτσι εξηγείται κατά κάποιον τρόπο και η φράση του Χριστού όταν έλεγε «ήγγικεν η Βασιλεία των Ουρανών».

Μελετώντας το 5ο κεφάλαιο από το βιβλίο του προφήτη Αμώς τον βλέπουμε να μιλάει με παρόμοιο τρόπο. Στα προηγούμενα τέσσερα κεφάλαια απαγγέλει την επικείμενη κρίση ως μελλοντικό γεγονός: «Έρχεται η κρίση, έρχεται η ώρα του θανάτου, έρχεται η ώρα της κηδείας, έρχεται η ώρα του θρήνου». Επειδή όμως είναι τόσο βέβαιο ότι θα γίνουν όσα λέει, στη συνέχεια αλλάζει χρόνο για να πει στο εδάφιο 1 του επόμενου κεφαλαίου: «Ακούσατε τον λόγον τούτον, τον θρήνον τον οποίον εγώ αναλαμβάνω εναντίον σας, οίκος Ισραήλ». Ακούστε αυτό τον θρήνο που αρχίζω για εσάς. «Έπεσε· δεν θέλει σηκωθή πλέον η παρθένος του Ισραήλ· είναι ερριμμένη επί της γης αυτής· δεν υπάρχει ο ανιστών αυτήν» [Όλα σε χρόνο παρελθόντα]. 

Ο Ισραήλ παρουσιάζεται εδώ σαν ένα νεαρό κορίτσι που δεν πρόλαβε να παντρευτεί [παρθένος] και τη βρήκε πρόωρα ο θάνατος, οπότε γίνεται θρήνος. Μια εικόνα πλήρους απελπισίας. Έπεσε και δεν θα σηκωθεί ξανά. 

Ο Προφήτης όταν μιλάει και κηρύττει το λόγο του Θεού, επειδή αυτός ο λόγος έρχεται από το Θεό, η έννοια του χρόνου αναιρείται ώστε μέλλον, παρελθόν και παρόν να ενοποιούνται. Έτσι εδώ ενώ λέει δυσάρεστα πράγματα, δεν παύει ταυτόχρονα να κηρύττει και την ελπίδα. Από τη μία λέει ότι όλα τελείωσαν, και από την άλλη λέει ότι υπάρχει Θεός και άρα υπάρχει ελπίδα. Και ενώ κηρύττει το λόγο της απελπισίας, η ελπίδα παραμένει, διότι παραμένει ο Θεός που μπορεί να κάνει πολλά! 

Αυτό θυμίζει ένα περιστατικό από την Καινή Διαθήκη, όταν πέθανε η κόρη του Ιάειρου. Εκείνοι που μαζεύτηκαν γύρω από το νεκρό κορίτσι, ουσιαστικά έλεγαν: – Έπεσε, δεν υπάρχει ελπίδα. Όταν όμως αργότερα ήρθε ο Χριστός, είπε ότι η κόρη κοιμάται και την ανέστησε.

Η προφητεία του Αμώς είναι έτσι. Καθώς μιλάει ο Θεός, δίνει ελπίδα εκεί που όλοι θρηνούν: «Ούτω λέγει Κύριος προς τον οίκον του Ισραήλ· Εκζητήσατέ με και θέλετε ζήσει» (εδ. 4). Σαν να λέει, –Αν και έχω ήδη ξεκινήσει το μοιρολόι και ενώ ήδη κλαίω για σας επειδή είστε νεκροί, παρ’ όλα αυτά, επιστρέψτε σ' εμένα και θα  ζήσετε. Έστω και τώρα, την ώρα της βέβαιης καταστροφής, σας λέω: Επιστρέψτε σ' εμένα και θα ζήσετε. 

Η γλώσσα των προφητών προσπαθεί να χωρέσει την πραγματικότητα του Θεού. Την ώρα της κηδείας και του θανάτου και του θρήνου, γίνεται λόγος για ανάσταση. Έτσι εδώ προσφέρεται ελπίδα ζωής και στον Ισραήλ, που περικλείεται σ' αυτό το απλό μήνυμα που στέλνει ο Θεός: –Επιστρέψτε σ' εμένα! 

Αλλά ο λαός Ισραήλ είναι ένας λαός που έχει φύγει από το μονοπάτι και δεν ξέρει ποιος είναι ο δρόμος της επιστροφής.  Πώς θα επιστρέψει λοιπόν στο Θεό; Είναι σαν χαμένος μέσα στο δάσος που αναρωτιέται πώς θα βρει την έξοδο. Μια απλή απάντηση που θα λέγαμε εμείς σήμερα, είναι, –Να επιστρέψεις στην εκκλησία! Αν ξέφυγες από την εκκλησία, ας επιστρέψεις στην εκκλησία. Πάμε λοιπόν στον τόπο λατρείας. Εκεί είναι ο Θεός.

Με ανάλογο τρόπο τότε στον Ισραήλ θα έλεγαν, –Πάμε στη Βαιθήλ (=οίκος Θεού), να λατρεύσουμε το Θεό στον οίκο Του. Άλλοι πάλι θα έλεγαν, –Εμείς θα πάμε στα Γάλγαλα (άλλος τόπος λατρείας) και κάποιοι τρίτοι, –Εμείς θα πάμε στη Βηρ-σαβεέ. Σε τέτοιους ναούς θα έλπιζαν να βρουν την παρουσία του Θεού. 

Αλλά το εδάφιο 5 τους αποτρέπει: «Μη εκζητείτε την Βαιθήλ και μη εισέρχεσθε εις Γάλγαλα και μη διαβαίνετε εις Βηρ-σαβεέ· διότι τα Γάλγαλα θέλουσιν υπάγει εξάπαντος εις αιχμαλωσίαν και η Βαιθήλ θέλει καταντήσει εις το μηδέν». Η Βαιθήλ θα εξαφανιστεί, και τα Γάλγαλα θα οδηγηθούν στην αιχμαλωσία, και με κανένα τρόπο μην πηγαίνετε στο ιερό της Βηρ-σαβεέ.

Μα τι συμβαίνει εδώ; Από τη μία ο Θεός λέει: –Επιστρέψτε σ' εμένα. Όταν όμως οι άνθρωποι λένε –Εντάξει, πάμε να Τον βρούμε στο ναό, ο Θεός τους εμποδίζει λέγοντας, –Μην πάτε στο ναό, επειδή δεν θα με βρείτε εκεί. Οι ναοί θα καταστραφούν, επειδή ούτε αυτοί θα ξεφύγουν από την κρίση. Αν νομίζετε ότι θα με βρείτε σ' αυτούς τους ιερούς τόπους, κάνετε λάθος, επειδή και αυτοί είναι κάτω από την κρίση μου. Δεν οδηγούν σ' εμένα αλλά μακριά από εμένα. Αυτοί οι τόποι δεν είναι ταυτόσημοι μ' εμένα, λέει ουσιαστικά ο Θεός.

Στο εδάφιο 6 πάλι λέει: «Εκζητήσατε τον Κύριον και θέλετε ζήσει». Όχι λοιπόν τους ιερούς τόπους αλλά ζητήστε εμένα και επιστρέψετε σ’ εμένα. Διαφορετικά φωτιά θα πέσει «επί τον οίκον Ιωσήφ και [θέλει] καταφάγη αυτόν και δεν υπάρχη ο σβύνων την Βαιθήλ».

Όταν λοιπόν ο Θεός είπε –Επιστρέψτε σ' εμένα, δεν εννοούσε να επιστρέψουν στους ιερούς τόπους, στους ναούς ή τις εκκλησίες. Μάλιστα στο Αμώς δ:4, η προφητεία έλεγε: «Έλθετε εις Βαιθήλ και ασεβήσατε· εν Γαλγάλοις πληθύνατε την ασέβειαν», διότι η λατρεία εκεί ήταν αμαρτία. Βαριές κουβέντες αυτές και απορεί κανείς, όμως όχι χωρίς αιτία.

Ας θυμίσουμε εδώ ότι σύμφωνα με το Νόμο του Θεού, μοναδικός τόπος λατρείας για τους Εβραίους ήταν η Ιερουσαλήμ και κανένας άλλος. Όταν όμως ο Ιεροβοάμ διαίρεσε το κράτος και ίδρυσε το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ, θέλοντας να εμποδίσει την μετάβαση του λαού του στο Ναό της Ιερουσαλήμ, που ήταν πρωτεύουσα του νότιου βασιλείου του Ιούδα, πήρε πρωτοβουλίες αντίθετες με τις εντολές του Θεού.

«Έλαβε λοιπόν ο βασιλεύς βουλήν και έκαμε δύο μόσχους χρυσούς, και είπε προς αυτούς, Φθάνει εις εσάς να αναβαίνητε εις Ιερουσαλήμ· ιδού, οι θεοί σου, Ισραήλ, οίτινες σε ανήγαγον εκ γης Αιγύπτου. Και έθεσε τον ένα εν Βαιθήλ και τον άλλον έθεσεν εν Δαν. Και έγεινε το πράγμα τούτο αιτία αμαρτίας· διότι επορεύετο ο λαός έως εις Δαν, διά να προσκυνή ενώπιον του ενός. Και έκαμεν οίκους επί των υψηλών τόπων και έκαμεν ιερείς εκ των εσχάτων του λαού, οίτινες δεν ήσαν εκ των υιών Λευΐ» (Α’ Βασ.ιβ:28-32).

Αυτοί οι τόποι δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ από το Θεό σαν ιεροί και κατάλληλοι για λατρεία Του.

Το άλλο που είχαν κάνει οι Ισραηλίτες, που τους απομάκρυνε τόσο πολύ από το Θεό, το λέει στο εδάφιο 7: «Σεις, οι μεταστρέφοντες την κρίσιν εις αψίνθιον και απορρίπτοντες κατά γης την δικαιοσύνην». Από την υπόλοιπη Γραφή διαπιστώνουμε πως η προσέλευση των ανθρώπων στους τόπους λατρείας χωρίς να πράττουν δικαιοσύνη, είναι μεγάλο υποκριτικό παιχνίδι, απαράδεκτη θεατρική παράσταση. 

Η Βαιθήλ ήταν ο τόπος όπου δύο φορές συνάντησε ο Θεός τον Ιακώβ, (φεύγοντας στην εξορία του αναγνώρισε ότι ο Κύριος ήταν εκεί και πήρε από τον Θεό ελπίδα, και κατά την επιστροφή του, στον ίδιο τόπο ο Θεός του έδωσε το νέο όνομα Ισραήλ). Η Βαιθήλ, λοιπόν ήταν ένας τόπος όπου άλλαξε η πορεία του πατριάρχη, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν άλλαζε η πορεία του λαού Ισραήλ. 

Τα Γάλγαλα ήταν ο τόπος όπου ο λαός γιόρτασε για πρώτη φορά το πέρασμα του Ιορδάνη καθώς μπήκε στη Γη της Επαγγελίας. Αλλά τώρα ο Θεός βλέπει αυτός ο τόπος να γίνεται τόπος από όπου θα ξεκινούσε η αιχμαλωσία τους, καθώς θα εξορίζονταν και θα έχαναν τη Γη της Επαγγελίας. 

Και η Βηρ-Σαβεέ ήταν ο τόπος όπου ο Θεός είχε πει στον Αβραάμ και τους απογόνους του ότι θα είναι μαζί τους. Τώρα όμως τα πράγματα έχουν ανατραπεί και ακούμε τον Θεό να λέει: –Εγώ είμαι εναντίον σας.  Γιατί όλα αυτά; 

Ας προσέξουμε: Η Βαιθήλ άλλαξε τη ζωή του Ιακώβ και τα Γάλγαλα άλλαξαν την πορεία του λαού Ισραήλ, αλλά τώρα πια αυτοί οι τόποι δεν αλλάζουν σε τίποτε τον Ισραήλ. Ας κάνουμε μία απλή ερώτηση: Αν πιστεύεις στο Θεό της Βίβλου και πιστεύεις ότι η Αγία Γραφή είναι ο λόγος του Θεού και όχι απλά ένα βιβλίο γραμμένο από τον τυχόντα, ποιο πράγμα μπορείς να πεις ότι έχει αλλάξει στη ζωή σου εξαιτίας του γεγονότος ότι έρχεσαι στην εκκλησία και ακούς το κήρυγμα του λόγου; 

Μπορείς άραγε να πεις: –Ακούγοντας εκείνο το κήρυγμα, κατάλαβα κάτι άλλο από εκείνο που ήξερα και τώρα έχω μιαν άλλη αντίληψη για το Θεό. Είχα μια συγκεκριμένη πρακτική στη ζωή μου, ακούγοντας όμως το κήρυγμα το λόγου του Θεού που έλεγε ότι δεν είναι σωστό, σταμάτησα να το κάνω και τώρα κάνω κάτι άλλο ή σκέφτομαι ή αισθάνομαι διαφορετικά.
 
Αν αυτό δεν συμβαίνει, τότε πηγαίνουμε στην εκκλησία μόνο τυπικά ακούμε το λόγο του Θεού όχι σαν «λόγον Θεού» αλλά σαν κάτι άλλο που ενδεχομένως νανουρίζει ή τον κρατάμε σε μια θεωρητική γωνιά αλλά δεν τον υπολογίζουμε σαν λόγο Θεού. Ο λόγος του Θεού όπου πάει αλλάζει τα πράγματα. Λέει «Γενηθήτω φως» και γίνεται φως. Δεν παραμένει σκοτάδι.

Ο Θεός λοιπόν λέει: –Επιστρέψτε σ' εμένα και όχι στους ναούς. Εγώ είμαι αυτός που κάνει τη διαφορά. Το εδάφιο 8 λέει ότι ο Θεός είναι ο Δημιουργός του σύμπαντος, περιγράφεται ως Θεός που φέρνει αλλαγές στον κόσμο, αλλάζει τα σκοτάδια σε φως, σκορπάει τα νερά στη γη, συντρίβει τους ισχυρούς, αλλάζει πράγματα μέσα στον κόσμο, ανατρέπει καταστάσεις, συντρίβει κατεστημένα. Αυτός είναι και αυτό κάνει. Είναι ο Θεός των αλλαγών, των ανατροπών, των επαναστάσεων.

Αλλά δεν μπορεί να βρεθεί στους ναούς, επειδή, όπως κήρυξε ο Παύλος στους Αθηναίους, ο Θεός που έκανε τον κόσμο και όλα σ' αυτόν, όντας Κύριος του ουρανού και της γης, δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς ούτε λατρεύεται από χέρια ανθρώπων, λες και έχει ανάγκη από κανέναν, διότι αυτός δίνει στους πάντες ζωή και πνοή.

Όταν όμως ο Ισραήλ πήγαινε στα Γάλγαλα, στη Βαιθήλ, στη Βηρ-σαβεέ, έμπαινε και  έβγαινε ο ίδιος άνθρωπος. Άρα δεν συναντούσε εκεί το Θεό των ανατροπών και των αλλαγών, μα κάποιον άλλο θεό. Όχι το Θεό που αλλάζει πράγματα, διώχνει από μέσα σου το σκοτάδι και φέρνει φως. Ο Ισραήλ ζούσε στο δικό του κόσμο, συνεχίζοντας να ζει τη ζωούλα του και να διατηρεί μια κατάσταση αρκετά βολική.

Εδ.10: «Μισούσι τον ελέγχοντα εν τη πύλη και βδελύττονται τον λαλούντα εν ευθύτητι». Όπου ακουστεί η φωνή της αλήθειας και της δικαιοσύνης, της κλείνουν το στόμα με φίμωτρο. Παρόμοια μιλάει ο Κύριος στα εδάφια 11 και 12 και καταγγέλλει: –Καταπιέζετε τον αδύνατο και τον κλέβετε, δέχεστε δωροδοκίες και τον εμποδίζετε να βρει το δίκιο του στο δικαστήριο. Κάποιοι έχουν βρει τα κόλπα με την εξουσία, έχουν γνωριμίες, ξέρουν πώς λειτουργεί το σύστημα και πιστεύουν ότι οι συνάνθρωποί τους είναι εκεί για "άρμεγμα".

Εξαιτίας όλων αυτών, λέει ο Θεός, δεν θα κατοικήσετε στα όμορφα σπίτια που χτίσατε, κι από τα ωραία αμπέλια που φυτέψατε δεν θα πιείτε κρασί, διότι όλα αυτά τα κλέψατε από τα παιδιά μου από τον πονεμένο και τη χήρα και το ορφανό, και με γνωρίζετε τόσο λίγο, που δεν ξέρετε ότι η καρδιά μου είναι δίπλα τους και ο πόνος τους είναι πόνος μου. Δεν καταλαβαίνετε πως όταν αδικείτε το φτωχό, τα βάζετε με τον ίδιο το Θεό. 

Εδ.13: «Διά τούτο ο συνετός θέλει σιωπά εν τω καιρώ εκείνω· διότι είναι καιρός κακός». Με άλλα λόγια, η νοοτροπία τους ήταν: –Αν μιλήσεις και πεις ότι αυτό που γίνεται είναι αδικία, θα βγουν εναντίον σου οι πάντες. Θα θάψουν τη φωνή σου και, αν χρειαστεί, θα θάψουν κι εσένα. Οπότε, το έξυπνο είναι να μη μιλάς, να κάνεις τη δουλίτσα σου για να επιβιώσεις μέσα σ' αυτό το δύσκολο κόσμο. 

Σημειώστε πως τα λόγια αυτά, που λέγονταν στην αρχαία κοινωνία του Ισραήλ, περιγράφουν τα ίδια ακριβώς που βιώνουμε εμείς σήμερα σ' αυτή τη χώρα και αλλού. Ο Θεός δεν βρίσκεται ούτε στους τόπους της λατρείας, επειδή πολλές φορές και αυτοί λειτουργούν μόνο για να δικαιολογούν την κατάσταση όπως είναι.

Και αφού η παρουσία του Θεού δεν θα βρεθεί σε ναούς, πού θα βρεθεί; Μήπως τελικά η παρουσία του Θεού είναι αυτό που ο λαός Ισραήλ περίμενε, δηλαδή η ημέρα που ήταν στο μυαλό του κάθε Ισραηλίτη, ως η «Ημέρα του Κυρίου»; Εκείνοι όταν έλεγαν Ημέρα του Κυρίου, νόμιζαν πως είναι η ημέρα που ο Θεός θα εισβάλει στην ιστορία, θα κατατροπώσει όλους τους εχθρούς του Ισραήλ και θα τους λυτρώσει μια για πάντα για να είναι δυνατοί και ελεύθεροι στη γη τους. 

Αλλά στο εδ.18 ο Κύριος λέει: «Ουαί εις τους επιθυμούντας την ημέραν του Κυρίου· προς τι θέλει είσθαι αύτη διά σας; η ημέρα του Κυρίου είναι σκότος και ουχί φως». Αλίμονο σ' εσάς. Τι καλό περιμένετε από την Ημέρα του Κυρίου; Αυτή θα είναι για σας σκοτάδι και όχι φως. Έχετε λάθος προσδοκία, έχετε λάθος αντίληψη. Νομίζετε πως θα βρείτε το Θεό εκείνη την ώρα; Η Ημέρα του Κυρίου είναι για να πολεμήσει τους εχθρούς Του. Αλλά δεν ήταν ο λαός Ισραήλ φίλος του Θεού; Έπρεπε να είχαν θέσει το ερώτημα: –Είμαστε φίλοι Του ή είμαστε εχθροί Του; Εγώ κι εσύ αυτή τη στιγμή, είμαστε φίλοι ή εχθροί του Θεού; Και γιατί είμαστε τόσο βέβαιοι ότι είμαστε φίλοι του Θεού;

Οι Ισραηλίτες μπορεί να έλεγαν ότι είχαν τις επαγγελίες και τη διαθήκη του Θεού που λέει ότι αυτοί ήταν φίλοι του Θεού και όλοι οι άλλοι ήταν εχθροί του Θεού. Αλλά η διαθήκη του Θεού έλεγε και άλλα: Έλεγε πως όσοι θέλουν να λέγονται φίλοι του Θεού, πρέπει να συμπεριφέρονται σαν φίλοι του Θεού, κάτι που δεν έκαναν οι Ισραηλίτες. Σαν να τους λέει, λοιπόν, ο Αμώς, –Ποιος σας έδωσε την ιδέα να νομίζετε ότι εσείς –έτσι όπως ζείτε– είστε φίλοι του Θεού; Από πού αντλείτε αυτή τη βεβαιότητα, πώς είστε τόσο σίγουροι για τον εαυτό σας, πώς συμπεραίνετε και εκτιμάτε ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα σ' εσάς και στον Ύψιστο και Άγιο Θεό; Σκέπτεστε και νιώθετε τα ίδια με τον Θεό; Πονάει η καρδιά σας για τα ίδια πράγματα που πονούν την καρδιά του Θεού; Τι ακριβώς σας συνδέει με τον Θεό; Πώς ισχυρίζεστε τόσο εύκολα ότι έχετε κάποια σχέση μαζί Του; Για ποιους λόγους θα έπρεπε ο Θεός να σας αναγνωρίζει ως δικούς Του και ως φίλους Του, δηλαδή ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να συνεννοηθεί; Καμία σχέση. Και εδώ το μήνυμα ξεκαθαρίζει προς τον Ισραήλ ότι αν και κάποτε φίλοι, τώρα είχαν γίνει εχθροί.

Η βέβαιη κρίση του Θεού περιγράφεται στα εδάφια 19-20 με την εξής συγκλονιστική παραβολική εικόνα: Κάποιος που είναι στα χωράφια ξαφνικά αντιμετωπίζει ένα λιοντάρι και κατά κάποιο τρόπο καταφέρνει να του ξεφύγει, αλλά τότε βλέπει εμπρός του μια αρκούδα. Πάλι κινείται γρήγορα, τρέχει και, επιτέλους, φτάνει στο σπίτι του, ανοίγει την πόρτα, μπαίνει μέσα και κλείνει την αρκούδα έξω. Ενώ όμως λαχανιασμένος απλώνει το χέρι ν' ακουμπήσει στον τοίχο και ν’ ανασάνει, εκεί υπάρχει ένα φίδι που τον δαγκώνει και τελικά πεθαίνει.

Εκείνο που θέλει να πει εδώ ο Θεός είναι πως το βέβαιο είναι ότι ΔΕΝ ΞΕΦΕΥΓΕΙΣ. Και στο σπίτι σου να μπεις νομίζοντας ότι εκεί είσαι ασφαλής, πάλι δεν θα ξεφύγεις αν έχεις να κάνεις με το Θεό! Και ο Αμώς παίρνει όλες τις απειλές που λέγονταν για τους άλλους λαούς, και τις εφαρμόζει στο λαό του Θεού –στους δήθεν καλούς– και τους λέει, ΕΣΕΙΣ είστε που δεν θα ξεφύγετε από την κρίση του Θεού. Το σκοτάδι θα είναι και για σας, επειδή ο Θεός κάνει και το φως σκοτάδι. Υπάρχει μόνο μία λύση: –Επιστρέψτε σ' εμένα, λέει ο Κύριος.

Αλλά, θα πει κάποιος, θέλουμε να επιστρέψουμε, όμως όταν πήγαμε στο ναό νομίζοντας πως είσαι εκεί, μας είπες να μην ερχόμαστε. Περιμένουμε την Ημέρα Σου και τώρα μας λες ότι δεν θα είσαι με το μέρος μας. Πώς λοιπόν να Σε πλησιάσουμε;

Κάποιος θα σύστηνε: –Δεν φτάνει να πηγαίνουμε τυπολατρικά στο ναό, πρέπει να το κάνουμε με όλη μας την καρδιά, με όλη μας την ψυχή, να οργανώσουμε γιορτές και πανηγύρια για τη λατρεία του Κυρίου, να κάνουμε συνέδρια, να προσφέρουμε τις καλύτερες θυσίες, να ψέλνουμε με κάθε όργανο. Αν το δει αυτό ο Θεός, θα το εκτιμήσει και, τελικά, θα μας δεχτεί.

Αλλά και πάλι ο Θεός ξεκαθαρίζει στα εδάφια 21-25: «Εμίσησα, απεστράφην τας εορτάς σας, και δεν θέλω οσφρανθή εν ταις πανηγύρεσιν υμών». –Μισώ, αηδιάζω τις γιορτές σας και τα πανηγύρια σας. Με  όλα αυτά δεν με ευχαριστείτε αλλά με εξοργίζετε. Πάψτε πια να με ξεκουφαίνετε με τους ύμνους σας. Τον ήχο από τις κιθάρες σας δεν θέλω να τον ακούω! Πιο έντονα λόγια δε θα μπορούσαμε να ακούσουμε. 

Στην Παλαιά Διαθήκη, καθώς ανέβαινε ο καπνός από τις θυσίες, έφτανε στο Θεό σαν οσμή ευωδίας, αλλά εδώ ο Κύριος λέει ότι οι θυσίες τους ήταν ενώπιόν Του σαν οσμή αηδίας εμετική για το Θεό. Σίγουρα έχετε δει ανθρώπους που υποκρίνονται τους καλούς όμως εσείς ξέρετε τι πράγματι είναι. Δεν σας πιάνει τότε μια αηδία; Ας σκεφτούμε τώρα το Θεό –που ξέρει τις καρδιές όλων μας – πώς αισθάνεται καθώς παρακολουθεί όταν εμείς Τον λατρεύουμε, ενώ ξέρει τι ακριβώς έχουμε κάνει την προηγούμενη εβδομάδα και πώς λειτουργούμε σε όλη τη ζωή μας...

Εν τέλει τίθεται το σοβαρό ερώτημα: –Δηλαδή Θεέ, μου λες να μην πάω στην εκκλησία και να μη Σε λατρεύω; Αλλά τότε πώς θα ανταποκριθώ όταν λες: «Επιστρέψτε σ' εμένα και θα ζήσετε»; Τρέχω στην εκκλησία αλλά λες ότι δεν θα είσαι εκεί. Έρχομαι κοντά και λες ότι είσαι εχθρός μου. Προσφέρω θυσίες και δοξολογίες, φωνές και μουσικές για να Σε δοξάσω, και λες ότι αηδιάζεις μαζί μου. Πώς, λοιπόν, να επιστρέψω, αφού παντού μου κλείνεις την πόρτα;

Η απάντηση του Θεού βρίσκεται στο εδ.24: «Η κρίσις ας καταρρέη ως ύδωρ και η δικαιοσύνη ως αένναος χείμαρρος».

Αντί για όλα αυτά που κάνετε, ζητώ από εσάς ένα ορμητικό ποτάμι δικαιοσύνης. Μόνο τότε η λατρεία σας θα έχει νόημα, όταν φροντίζετε να είστε δίκαιοι μέσα στον κόσμο. Αυτό δηλαδή που είχε πει και στο εδ.14: –Αποστραφείτε το κακό και αγαπήστε το καλό –όχι κάνετε αλλά αγαπήστε– και αποκαταστήστε τη δικαιοσύνη στα δικαστήρια. Άρα όλα συνοψίζονται σε μία λέξη: Μετάνοια.

Ο Θεός λέει: –Επιστρέφετε σ' εμένα όταν αποκτάτε τη δική μου καρδιά, τα δικά μου μάτια, τη δική μου αντίληψη, τη δική μου αγάπη για το φτωχό, το ορφανό, τη χήρα, και όταν αγαπάτε το δίκαιο. Τότε αγαπάτε και ζητάτε πρώτα και πάνω απ' όλα τη δική μου Βασιλεία, τη Βασιλεία των Ουρανών. Επιστρέψτε σ' εμένα, λοιπόν, σημαίνει μετανοήστε, αποκτείστε τη δική μου αντίληψη, υιοθετήστε την αλήθεια και αγαπήστε τη δικαιοσύνη. 

Θα έλεγε κάποιος ότι τα λόγια αυτά ακούγονται κάπως πολιτικά, και σε κάποιο βαθμό μπορεί να είναι. Αλλά το ίδιο δεν είπε ο Χριστός όταν δίδαξε: Συμφιλιώσου πρώτα με τον αδελφό σου και μετά φέρε το δώρο σου στο θυσιαστήριο; (Ματθ.ε:23-24). Να λοιπόν ποιο είναι το μήνυμα του Θεού μέσω του Αμώς: 

–Επιστρέψτε σ' εμένα, επιστρέφοντας ο ένας στον άλλο με δικαιοσύνη. Επιστρέψτε καθώς αγαπάτε τους γύρω σας. Αγαπήστε ανθρώπους και όταν το κάνετε σ' έναν των ελαχίστων, θα το έχετε κάνει σ' εμένα. Επιστρέψτε σ' εμένα αγαπώντας αυτούς που αγαπώ!