Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ - Β' Κορινθίους (1)

Α.  ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Η επιστολή αυτή γράφτηκε απ’ τον απόστολο Παύλο στους Φιλίππους της Μακεδονίας, όχι πολλούς μήνες μετά την Α’ προς Κορινθίους επιστολή.

Ο Παύλος είχε περάσει σχεδόν τρία χρόνια στην Έφεσο.  Δήλωσε, ότι θα παρέμενε στην Έφεσο μέχρι την Πεντηκοστή, η οποία θα ήταν τον Ιούνιο του 57 μ.Χ.  Απ’ εκεί σχεδίαζε να πάει στην Κόρινθο μέσω Μακεδονίας.  Είχε στείλει τον Τιμόθεο σε μια ιεραποστολή στην Μακεδονία και Κόρινθο. Ο Τιμόθεος επέστρεψε στην Έφεσο και ήταν πλέον έτοιμος να συνοδεύσει τον Παύλο. Ο Τίτος, ο οποίος επίσης είχε σταλεί στην Κόρινθο, θα τους συναντούσε στην Τρωάδα. Όμως, ο Παύλος και ο Τιμόθεος συνέχισαν απ’ την Τρωάδα προς τους Φιλίππους για να συναντήσουν τον Τίτο.  Προφανώς, αγωνιούσαν να μάθουν απ’ τον Τίτο τα ζητήματα που υπήρχαν μεταξύ των αγίων της Κορίνθου.

Ο Παύλος χάρηκε με τα καλά νέα που έφερε ο Τίτος απ’ την Κόρινθο.  Αμέσως έγραψε μια επιστολή και την έστειλε πίσω με τον Τίτο, συνοδευόμενο από δύο άλλους αδελφούς (Β’ Κορ.η:16-24).  Αυτοί παράδωσαν την επιστολή και ήταν υπεύθυνοι στο να προετοιμάσουν την εισφορά για τους φτωχούς αγίους στην Ιερουσαλήμ.

Β.  Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ Α’ ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ  ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ

Πολλά μπορούσαν να γραφτούν σχετικά με το τι είχε συμβεί στην εκκλησία της Κορίνθου στο διάστημα μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης επιστολής. Ο Παύλος αναφέρθηκε σ’ αυτό στην Β’ Κορ.ζ:11: «Διότι ιδού, τούτο, το ότι ελυπήθητε κατά Θεόν, πόσην σπουδήν εγέννησεν εις εσάς! αλλά απολογίαν, αλλά αγανάκτησιν, αλλά φόβον, αλλά πόθον, αλλά ζήλον, αλλ’ εκδίκησιν......»

Παρόλο που βαθιά μετάνοια είχε ακολουθήσει μετά την πρώτη του επιστολή, υπήρχαν ακόμη συγκεκριμένα σημεία που χρειάζονταν διόρθωση.  Όμως, ο Παύλος είχε βρει κάποια σημεία πιο στενής σχέσης, τα οποία ήθελε να συζητήσει μαζί τους πριν προχωρήσει σε περισσότερη πειθαρχία.

Γ.  ΤΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ

Η δεύτερη επιστολή του Παύλου προς Κορινθίους είναι η πιο προσωπική απ’ τις επιστολές του και η πιο αυτοβιογραφική. Ένα μεγάλο μέρος της επιστολής περιλαμβάνει την προσωπική διακονία του Παύλου, τα κίνητρα του και τις θυσίες του.  Υποστήριξε την εξουσία του σαν απόστολος και προσπάθησε να προετοιμάσει την εκκλησία της Κορίνθου για τον ερχομό του.

Τα πρώτα εννέα κεφάλαια γράφτηκαν στον αόριστο, ενώ τα τελευταία τέσσερα στον ενεστώτα ή στον μέλλοντα.  Έχει διατυπωθεί η άποψη, ότι αυτά τα τελευταία τέσσερα κεφάλαια γράφτηκαν νωρίτερα και μετά προστέθηκαν στην επιστολή.

Δ.  ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΙΣ ΘΛΙΨΕΙΣ

Ο Παύλος λαχταρούσε να φέρει τους Κορινθίους ακόμη πιο κοντά του. Στην αρχή της επιστολής αυτής, προσπάθησε να πραγματοποιήσει αυτό το σκοπό του. Τους είπε, ότι καθώς ήταν κοινωνοί στις θλίψεις, έτσι θα γίνονταν και κοινωνοί στην παρηγορία.  Ο Παύλος είχε υποφέρει, αλλά αναγνώρισε, ότι κι αυτοί είχαν επίσης υποφέρει.  Είχαν περάσει βάσανα και δοκιμασίες.

Ο Παύλος ευχαρίστησε τον Κύριο για την παρηγοριά, που είχε λάβει. Η λέξη παρηγορία έχει να κάνει με τη λέξη παράκλητος (παρηγορητής) στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη. Είναι πιο δυνατή από μια απλή παρηγοριά. Ο Θεός δεν ενθαρρύνει μόνο, αλλά παρέχει ένα θεμέλιο ενθάρρυνσης. Το όφελος από τις θλίψεις, είναι, ότι έτσι δημιουργείται ένας χριστιανός ικανός να βοηθήσει άλλους.

Τους υπενθύμισε τη βεβαιότητα των υποσχέσεων του Θεού. Οι υποσχέσεις αυτές δεν είναι ποτέ αδύνατες.  Οι θλίψεις οδηγούν κάποιον στο να γνωρίσει σε μεγαλύτερο βαθμό την βεβαιότητα των υποσχέσεων του Θεού.  Επίσης, οι θλίψεις εδραιώνουν κάποιον στο Χριστό και τον κάνουν να συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος με το οποίο είναι σφραγισμένος.

E.  ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΣΩΤΗΡΙΑ

Β’ Κορ.α:10

Ο Παύλος κήρυξε για μια απελευθέρωση τριών χρόνων: αορίστου, ενεστώτα και μέλλοντα.  Ήξερε από τί είχε ελευθερωθεί τις μέρες που είχαν περάσει, κατάλαβε από τι ελευθερώθηκε εκείνο τον συγκεκριμένο καιρό, και ήξερε ότι ο Θεός θα συνέχιζε να τον ελευθερώνει.

Εδώ υπάρχει ένα μεγάλο δίδαγμα.  Μερικοί ομολογούν αυτό που ο Θεός έκανε στο παρελθόν και μπορεί να ελπίζουν στο μέλλον, για το τι θα κάνει ο Θεός.  Αυτό είναι αλήθεια, αλλά πρέπει να έχουν μια σημερινή ομολογία, για το τί ο Κύριος κάνει γι’ αυτούς τώρα.

Ο Παύλος απόδωσε όλη τη δόξα στο Θεό. Δόξασε το Θεό και ευχαρίστησε τους αγίους, οι οποίοι είχαν προσευχηθεί γι’ αυτόν.

ΣΤ. ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ

Β’ Κορ. β

Ο Παύλος καθυστέρησε να πάει στην Κόρινθο, γιατί μπορεί  να τους λυπούσε.  Δεν ήθελε να τους οργίσει περισσότερο.  Δεν ήθελε ακόμη, να πάει σ’ αυτούς με βάρος γιατί ήθελε να τους βοηθήσει.  Δεν ήθελε να προκαλέσει λύπη, αλλά χαρά.  Ήθελε να γνωρίζουν την αγάπη του γι’ αυτούς (εδ.4).

Φαίνεται, ότι η πρώτη επιστολή του Παύλου είχε αλλάξει την εκκλησία της Κορίνθου σε τέτοιο βαθμό, ώστε ακόμη κι αυτοί οι οποίοι υποστήριζαν τον αμαρτωλό (αιμομίκτη) στράφηκαν τώρα εναντίον του στην προσπάθειά τους να φέρουν πειθαρχία. Ο Παύλος όμως δεν το ήξερε αυτό, μέχρι που συνάντησε τον Τίτο. Μόλις το έμαθε, τους συμβούλεψε ν’ αλλάξουν στάση απέναντι στον άνθρωπο, αφού είχε μετανοήσει.  Δεν ήθελε να τον αποκλείσουν για πάντα απ’ την κοινωνία τους εν Χριστώ.  Αυτό έδειξε, ότι ο απόστολος μπορεί να ήταν πολύ σκληρός στην αμαρτία, αλλά μαλακός και γεμάτος έλεος, όταν υπήρχε ειλικρινής μετάνοια. Δεν ήθελε να χαθεί ο άνθρωπος, αλλά μάλλον να σωθεί.

Στο τελευταίο μέρος του κεφαλαίου β, φαίνεται ότι ο απόστολος Παύλος συγκρίνει την διακονία του με τις θριαμβευτικές πομπές των αυτοκρατόρων, όταν σαν κατακτητές, επέστρεφαν στην Ρώμη κι έκαιγαν θυμιάματα καθώς έσερναν μεγάλες ουρές από αιχμαλώτους.  Μερικοί απ’ αυτούς τους αιχμαλώτους θα θανατώνονταν άλλοι θα αφήνονταν ελεύθεροι.  Η διακονία του Παύλου μετέφερε την οσμή του Θεού, η οποία σήμαινε θάνατο ή ζωή, ανάλογα με την αντίδραση αυτών που άκουγαν το κήρυγμά του. Θεωρούσε τη διακονία του σαν μια παρέλαση θριάμβου.

Ζ. ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

Β’ Κορ.γ

Προφανώς, είχαν έρθει κάποιοι Ιουδαίζοντες διδάσκαλοι από την Ιερουσαλήμ με συστατικά γράμματα. Οι εχθροί του Παύλου στην Κόρινθο εξακολουθούσαν να θέτουν υπό αμφισβήτηση την εξουσία του, λέγοντας, ότι δεν είχε κανένα συστατικό γράμμα από την Ιερουσαλήμ. Η εκκλησία της Κορίνθου είχε ιδρυθεί απ’ τον ίδιο τον Παύλο κι ήταν αυτοί η συστατική του επιστολή.  Δεν χρειαζόταν κανένα άλλο συστατικό γράμμα πέρα απ’ την εκκλησία της Κορίνθου.

Ο Παύλος σύγκρινε τη διακονία του με τη διακονία αυτών των Ιουδαϊζόντων διδασκάλων. Το ευαγγέλιο τους ήταν το ευαγγέλιο του Νόμου, γραμμένο πάνω σε λίθινες πλάκες, το δικό του ήταν γραμμένο στις καρδιές. Τα δύο ευαγγέλια ήταν αντίθετα κατά τον Παύλο: το ένα ήταν του γράμματος, ενώ το άλλο του πνεύματος, το ένα ήταν του θανάτου, το άλλο ήταν της ζωής, το ένα ήταν καλυμμένο, το άλλο αποκαλυμμένο, το ένα οδηγούσε στην κατάκριση, το άλλο στην δικαιοσύνη, το ένα παρέρχεται, το άλλο παραμένει.

Η. ΤΟ ΖΩΝΤΑΝΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

Β’ Κορ. δ

Σ’ αυτό το κεφάλαιο, ο Παύλος εκθέτει το όραμα της αληθινής διακονίας. Ποτέ δεν νόμισε το κήρυγμα σαν μια εύκολη δουλειά.  Σκοπός του ήταν ν’ αποκηρύξει τα κρυφά πράγματα της ατιμίας.  Οι διάκονοι δεν πρέπει να εργάζονται με πανουργία, ούτε να δολώνουν το Νόμο του Θεού. Πρέπει να συνιστούν τους εαυτούς τους στις συνειδήσεις των ανθρώπων με τη φανέρωση της αλήθειας. Ο σκοπός της αληθινής διακονίας είναι να κηρύττεται ο Χριστός, ώστε να σωθούν οι άνθρωποι. Πρέπει να ξεσκεπαστεί η απάτη του Σατανά, γιατί τυφλώθηκε ο νους των ανθρώπων από τη φιλοσοφία και τη ματαιότητα ώστε το φως του ευαγγελίου δεν μπορεί να τους βοηθήσει.

Ο Παύλος έδειξε στους Κορινθίους  ότι πρέπει να βλέπουν πέρα απ’ τα προβλήματά τους και τους διωγμούς τους. Ο Θεός δεν θα άφηνε τις θλίψεις να τους καταβάλλουν. Παρόλο που θανατώνονταν καθημερινά, είχαν τη βεβαιότητα της αιώνιας ζωής. Παρόλο, που αισθανόταν τις εξωτερικές τους δυνάμεις να φθείρονται για χάρη του Θεού, αισθανόταν συγχρόνως μια αισιοδοξία στην εσωτερική τους ζωή.  Και με τα μάτια της πίστης έβλεπαν τη δόξα των αιωνίων πραγμάτων, παρόλο που όλη η γη γύρω τους κατέρρεε και έφθινε. Με χαρά μίλησε ο Παύλος για το δοξασμένο σώμα του, το οποίο ήξερε, ότι θα ενδυόταν, όταν θα ανασταινόταν κατά την ομοίωση του Θεού.

Η ζωή του Παύλου ήταν ένα ζωντανό μαρτύριο. Κατά την μεταστροφή του στον Κύριο, Εκείνος είχε πει: «Θέλω δείξει εις αυτόν όσα πρέπει να πάθη υπέρ του ονόματος μου (Πραξ.θ:16). Τα δεινοπαθήματα άρχισαν αμέσως και συνεχίστηκαν για πάνω από τριάντα χρόνια. Υπήρξε μια ακολουθία ραβδισμών, φυλακίσεων, ναυαγίων και στερήσεων κάθε είδους. Τελικά, τον έφεραν στη Ρώμη για να εκτελεστεί.  Σε όλα αυτά όμως, ο Παύλος χαιρόταν, γιατί είδε την μελλοντική δόξα, η οποία θα ήταν δική του. Έδειξε στους Κορίνθιους, ότι ήταν μόνο επίγεια σκεύη κι η δόξα ήταν του Θεού, όχι δική τους.  Όσο μας κρατά η δύναμή Του, η δύναμη του Σατανά δεν μπορεί να μας νικήσει.  Εδώ είναι η πηγή της νίκης: το πνεύμα του Χριστού θα μας κρατήσει στη ζωή αυτή και θα μας χαρίσει αιώνια ζωή. Οι εξωτερικές συμφορές, που αντιμετωπίζουμε εδώ δεν είναι τίποτα, γιατί ο εσωτερικός μας άνθρωπος ενδυναμώνεται απ’ τη δύναμη του Θεού.