Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Η απάθεια

Αν επισκεπτόσουν την Ιερουσαλήμ, γύρω στο 520 π.Χ., θα εύρισκες την πόλη να ζει έναν πρωτόγνωρο οικοδομικό οργασμό. Χιλιάδες εξόριστοι επέστρεψαν και αφού αναζήτησαν τις περιουσίες τους, τα σπίτια τους άρχισαν να τα επιδιορθώνουν, να τα επισκευάζουν, ακόμη και να τα ξαναχτίζουν.

Υπήρχε όμως μία παραφωνία μέσα σ' αυτή την εικόνα της ανοικοδόμησης. Ενώ παντού μπορούσες να ακούσεις το θόρυβο από τα καρφώματα και από τις φωνές των οικοδόμων, υπήρχε ένα μέρος που ήταν απολύτως σιωπηλό και ήσυχο. Ενώ παντού μπορούσες να δεις τεχνίτες να τρέχουν πέρα δώθε, κτίστες να ανεβαίνουν πάνω κάτω, υπήρχε ένα μέρος που δεν έβλεπες φύλλο να κουνιέται, ψυχή να κινείται.
Αυτό το μέρος ήταν ο Ναός, ο οίκος του Θεού. Αυτός παρέμενε ερειπωμένος και κανείς δεν ασχολιόταν με αυτόν, κανείς δεν ενδιαφερόταν για αυτόν.

Γιατί αυτή η μεγάλη αδιαφορία; Πού οφείλονταν αυτή η αδικαιολόγητη απάθεια; Τι έφταιγε γι' αυτή την ανησυχητική νωθρότητα;

Πριν εξετάσουμε αυτά τα ερωτήματα, θα ήθελα να μεταφερθούμε στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Ας δούμε για λίγο τη ζωή μας, τη ζωή των εκκλησιών μας. Είναι άραγε, η απάθεια, η αδράνεια, η αδιαφορία για τα πνευματικά κάτι που μας αφορά; Είναι το πρόβλημα του λαού Ισραήλ και δικό μας πρόβλημα; Μήπως και σήμερα βλέπουμε το Ναό του Κυρίου, κάθε τι που αφορά το Θεό και το έργο Του, ότι αφορά την εκκλησία και τη διακονία της με την ίδια απάθεια και αδιαφορία.

Οι πιο παλιοί ίσως μπορούν να θυμηθούν τις πρώτες μέρες του έργου αυτού. Τον ενθουσιασμό, το ζήλο των αδελφών, την προσφορά και την αυτοθυσία τους. Αυτά συνέβαιναν τότε, τώρα, λες και κάτι πάθαμε και γίναμε νωθροί, βαριεστημένοι χριστιανοί. Οι αδελφοί χαρακτηρίζονται από μία κόπωση όσον αφορά τον εκκλησιασμό και την υπηρεσία.

Μήπως έχουμε κουραστεί, έχουμε βαρεθεί για τα πράγματα του Θεού;
Μήπως έχουμε τώρα, άλλα καλύτερα ενδιαφέροντα και ασχολίες στα οποία ξοδεύουμε την ενεργητικότητά μας;

Μήπως η ζωή μας πια είναι γεμάτη με χίλια δυο άλλα πράγματα που πια δεν μας μένει χρόνος να ασχοληθούμε με τα πράγματα του Θεού;
Αν νιώθουμε κάπως έτσι, τότε εμφανίζουμε συμπτώματα μιας πνευματικής ασθένειας, της πνευματικής απάθειας, δηλαδή της αδιαφορίας για το Θεό και για ότι έχει σχέση με Αυτόν και το έργο Του.

Αυτή η αρρώστια είχε προσβάλλει το λαό Ισραήλ, την περίοδο του προφήτη Αγγαίου.

Έτσι, ο Θεός οδηγεί τον προφήτη Του να κηρύξει ένα μήνυμα ενάντια σ' αυτή τη νωθρότητα και αδιαφορία, αποκαλύπτοντας διάφορους τρόπους με τους οποίους η απάθεια μπαίνει και ναρκώνει την καρδιά μας.

Πώς γινόμαστε λοιπόν, «βαριεστημένοι Χριστιανοί», πώς φτάνουμε στην απάθεια.

1. Μία υπέρμετρη απορρόφηση και απασχόληση με τον εαυτό μας και τις ανάγκες μας

Διαβάζοντας το εδάφιο 4 παρατηρούμε κάτι που περιγράφει την νοοτροπία του ακροατηρίου του Αγγαίου.

Τους λέει: «Είναι καιρός εις εσάς, να κατοικήτε σεις εν τοις φατνωτοίς οίκοις σας, ο δε οίκος ούτος να είναι έρημος».

Το σημείο που πρέπει να παρατηρήσουμε πρώτα από όλα στο εδάφιο αυτό είναι το ότι ο προφήτης χρησιμοποιεί 3 φορές την αντωνυμία δευτέρου προσώπου: Δύο φορές ως προσωπική «εσείς», και μία φορά ως κτητική «δικό σας».

Μία τέτοια χρήση είναι υπερβολική αλλά δεν είναι τυχαία.
Με μία σχεδόν ειρωνική διάθεση ο Αγγαίος ξεσκεπάζει την στάση τους και αναδεικνύει την πηγή της αδιαφορίας τους, για ότι αφορά το Θεό.

Να, λοιπόν, τι σκέφτεστε, να με τι ασχολείστε, «εσείς, εσείς, ο εαυτός σας, τα δικά σας...»

Ότι αφορά εσάς, τον εαυτό σας, τα δικά σας, το φροντίζετε, ασχολείστε με αυτό, τρέχετε για αυτό. Ότι αφορά εμένα το αγνοείτε, το περιφρονείτε, το παραμελείτε.
Κάποτε μια μητέρα έδωσε στο μικρό γιο της που πήγαινε στο Κυριακό Σχολείο δύο μονόευρα.  Το ένα για να το ρίξει στο καλάθι της προσφοράς και το άλλο για ν' αγοράσει μετά μαστίχες. Στο δρόμο καθώς τα έπαιζε στα χέρια του το ένα έπεσε μέσα στον υπόνομο. Και τότε ο μικρός με θλίψη είπε: «Τι κρίμα, το ευρώ του Κυριακού έπεσε στον υπόνομο»!

Όταν είναι να διαλέξουμε ανάμεσα σ' αυτό που αφορά το Θεό και αυτό που αφορά τον εαυτό μας, εμείς διαλέγουμε το δεύτερο. Το αποτέλεσμα, ο ναός του Κυρίου, το έργο του Κυρίου, αυτό που αφορά το Θεό και το έργο Του στέκεται ερειπωμένο.

Ας πάρουμε για παράδειγμα μία απλή ένδειξη του πνευματικού ενδιαφέροντός μας, τον εκκλησιασμό.

Ακούστε κάτι που διάβασα: «Βλέπεις, Θεέ, συμβαίνει το εξής: Θα μπορούσαμε ίσως να παρακολουθούμε την εκκλησία με μεγαλύτερη πιστότητα, αλλά διάλεξες για αυτήν μία άβολη για εμάς ημέρα. Βλέπεις, διάλεξες μια μέρα που έρχεται στο τέλος μιας κουραστικής εβδομάδας που είχαμε και είμαστε τώρα όλοι τόσο κουρασμένοι. Επίσης, διάλεξες την ημέρα αμέσως μετά το Σαββατόβραδο. Βλέπεις, το βράδυ του Σαββάτου το ρίχνουμε λίγο έξω και κοιμόμαστε κάπως αργά. Δυσκολευόμαστε λοιπόν, να ξυπνήσουμε πρωί, πρωί για να'ρθούμε στην εκκλησία.

Αλλά, υπάρχει και κάτι ακόμα. Διάλεξες την ημέρα που οι εφημερίδες έχουν ειδικές μεγάλες εκδόσεις με τόσα ενδιαφέροντα άρθρα μέσα που μας παίρνει πολύ ώρα για να τα διαβάσουμε..

Επίσης, διάλεξες την μέρα που συνήθως έχουμε καλεσμένους στο σπίτι. Πώς να προλάβουμε να ετοιμάσουμε το γεύμα. Λοιπόν, το συμπέρασμα είναι απλό. Θα ερχόμασταν πιο συχνά στην εκκλησία αλλά Θεέ διάλεξες μια μέρα που δε μας βολεύει!»

Όσο το κέντρο του ενδιαφέροντός μας είναι ο εαυτός μας, τόσο αδιαφορούμε για οτιδήποτε άλλο. Θα πρέπει λοιπόν εδώ, να ξαναθυμηθούμε το παράδειγμα του Κυρίου μας.

Καθώς μας καλεί, ο λόγος Του: «Το αυτό δε φρόνημα έστω εν υμίν το οποίον ήτο και εν τω Χριστώ Ιησού, όστις εν μορφή Θεού υπάρχων δεν ενόμισεν αρπαγήν το να ήναι ίσα με το Θεόν, αλλ' εαυτόν εκένωσε, λαβών δούλου μορφήν, γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους» (Φιλιπ.β:5-7).

Και επίσης στον Μάρκο ι:45 «Διότι ο υιός του ανθρώπου δεν ήλθε δια να υπηρετηθή αλλά δεν να υπηρετήση και να δώση την ζωήν αυτού λύτρον αντί πολλών».

2. Μία αχόρταγη επιδίωξη της ευημερίας μας.

Ας προσέξουμε τώρα μία άλλη πτυχή του εδ.4. Στη μετάφραση του Βάμβα, λέει, «Είναι καιρός εις εσάς να κατοικείτε σεις εν τοις φατνωτοίς οίκοις σας». Σε μια άλλη μετάφραση λέει, «να κατοικείτε εσείς σε σπίτια με ξύλινα φατνώματα».

Τι περιγράφει εδώ ο Αγγαίος; Οι γνώμες των σχολιαστών διαφέρουν.
Αρκετοί προτείνουν ότι ο προφήτης εδώ περιγράφει τις ξύλινες σκεπές των σπιτιών και ότι η ιδέα είναι ότι οι ακροατές του Αγγαίου κατοικούν σε τελειωμένα σπίτια μιας και το τελευταίο πράγμα που έβαζαν, χτίζοντας ένα σπίτι, ήταν η σκεπή.

Μία άλλη κατανόηση όμως, η οποία ουσιαστικά υιοθετείται και στις δύο ελληνικές μεταφράσεις, που αναφέραμε είναι ότι εδώ μιλά για ξύλινες επενδύσεις ορισμένων σημείων του σπιτιού. Δεν περιγράφει, λοιπόν, κάποιο στοιχείο απαραίτητο στην οικοδόμηση ενός σπιτιού αλλά ένα στοιχείο διακόσμησης που έρχεται να προσθέσει ένα είδος πολυτέλειας και αρχοντιάς στην ήδη υπάρχουσα κατοικία. Όταν μιλά, λοιπόν, για ξύλινα φατνώματα μιλά για κάτι το έξτρα, το μη αναγκαίο.

Προσέξτε τώρα, την αντίθεση. Από τη μία, σαν να έλεγε ο Θεός, ο οίκος μου στέκεται ακόμη σε ερείπια κι από την άλλη εσείς αναλώνετε όλη το ενδιαφέρον σας για το πώς θα κάνετε τα σπίτια σας ακόμη πιο πολυτελή και αρχοντικά.

Να λοιπόν, η αχόρταγη επιδίωξη για ευημερία που μας απομακρύνει από το Θεό, που κόβει την όρεξή μας για τα πνευματικά.

Αναρωτιέμαι, μήπως ο λόγος που υπάρχει αυτή η ατονία για τα πνευματικά είναι η άνοδος του βιοτικού μας επιπέδου;

Διάλογος:
- Τι λες καημένε, πώς να πάω στην εκκλησία την Κυριακή...
- Γιατί τι έγινε;
- Μα, χάλασε το αιρ κοντίσιον. Μάλλον σε καμία θάλασσα θα τη βγάλω.
Δε λέω καλό και χρήσιμο το αιρ κοντίσιον... Αλλά, για μισό λεπτό.
Τι γινόταν 40 χρόνια πριν που ούτε ξέραμε τι είναι αιρ κοντίσιον;

Ακούστε ένα άλλο διάλογο:
- Πού βρίσκεσαι, χάθηκες.
- Να, αγόρασα ένα σπίτι στη θάλασσα και τα Σαββατοκύριακα πηγαίνω εκεί.
- Καλά, τότε έλα τουλάχιστον τις Τετάρτες.
- Α, δε μπορώ, ξέρεις έπιασα και δεύτερη δουλειά για να ξεχρεώσω το σπίτι.

Τι οδηγεί στην αδιαφορία; Αδιαφορούμε για κάτι, όταν ενδιαφερόμαστε περισσότερο για κάτι άλλο. Και σήμερα οι καταναλωτικές κοινωνίες μας είναι γεμάτες με τόσα, αναρίθμητα, ενδιαφέροντα πράγματα, που μας απομυζούν κάθε στάλα ενθουσιασμού και ενεργητικότητας.

Σήμερα όμως, έρχεται ο λόγος του Θεού να μας πει κάτι, με τον πιο ωμό και ξεκάθαρο τρόπο που γίνεται. Όσα κι αν αποκτήσεις, δεν πρόκειται να σε γεμίσουν με την ικανοποίηση και την πληρότητα που μόνο ο Θεός μπορεί να σου δώσει.

Προσέξτε τι λέει ο Αγγαίος στο εδ.6: «Σπέρνετε πολλά μα συγκεντρώνετε λίγα. Τρώτε αλλά δε χορταίνετε, πίνετε μα δεν ευχαριστιέστε ντύνεστε αλλά δε ζεσταίνεστε και του εργάτη ο μισθός μπαίνει σε τρύπια τσέπη».

Αν νομίζουμε ότι η επιδίωξη της ευημερίας μας θα γεμίσει την καρδιά μας, είμαστε γελασμένοι. Όσο όμορφα και καλά κι αν είναι όλα αυτά, όταν μας απομακρύνουν από το Θεό και το έργο Του γίνονται ανούσια και άχρηστα.

Δεν είναι κακό να θέλουμε ικανοποίηση και απόλαυση στη ζωή αυτή.
Αυτήν όμως θα την βρούμε μόνο κοντά στο Θεό κι όχι μακριά Του.

3. Μία τάση αναβολής κάθε πράγματος που σχετίζεται με το Θεό και το έργο Του.

Προσέξτε τώρα, τι λέει ο λαός σχετικά με το χτίσιμο του ναού.
Εδ.2, «Ο Κύριος του σύμπαντος λέει, ο λαός αυτός ισχυρίζεται ότι δεν ήρθε ακόμα ο καιρός να ξαναχτιστεί ο ναός μου».

Σημειώστε, δεν λένε δεν πρόκειται να χτίσουμε το ναό ή δεν χρειάζεται να κτιστεί ο ναός. Απλά λένε, θα ασχοληθούμε αργότερα με αυτά που αφορούν το Θεό. Τώρα έχουμε καυτά και πιεστικά θέματα που πρέπει πρώτα να φροντίσουμε.

Τι άλλο λοιπόν, μας οδηγεί στην απάθεια και στην αδιαφορία; Η αναβολή.

·  Τώρα είμαι πραγματικά φορτωμένος.
·  Η δουλειά μου είναι σε κρίσιμη καμπή.
·  Τα παιδιά μου είναι σε μικρή ηλικία.
·  Η υγεία μου είναι σε άσχημη κατάσταση.
·  Είμαι στο σχολείο και πρέπει να διαβάσω.

Ξανά το τονίζω. Ο Θεός δε λέει ότι ήταν κακό που έχτισαν τα σπίτια τους. Αυτό που κατακρίνει είναι ότι ενώ το κάνουμε αυτό, αμελούμε Εκείνον και το έργο Του.

4. Όταν εφησυχάζουμε τη συνείδησή μας για να μπορούμε χωρίς τύψεις να παραμελούμε τα καθήκοντά μας.

Θα δούμε για λίγο το εδ.9. Υπάρχει μία κάποια ασάφεια, ως προς το τι ακριβώς περιγράφει εδώ ο Αγγαίος. Οι δύο μεταφράσεις που έχουμε στα ελληνικά προτείνουν μία πιθανή ανάγνωση του Εβραϊκού. Θα ήθελα να προτείνω όμως μία άλλη ενδεχόμενη ερμηνεία και κατανόηση του τι λέει εδώ ο Αγγαίος. «Επιδιώκετε πολλά μα λίγα κατορθώνετε. Κι ότι φέρνετε στον οίκο μου το εξανεμίζω Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή ο οίκος μου είναι ερειπωμένος κι εσείς ασχολείσθε καθένας με το δικό του σπίτι!»

Με άλλα λόγια η εικόνα που περιγράφει εδώ ο Αγγαίος είναι η εξής.
Από ότι γνωρίζουμε από το βιβλίο του Έσδρα, στον ερειπωμένο ναό είχε στηθεί από καιρό ένα θυσιαστήριο. Βλέπουμε, λοιπόν, το λαό Ισραήλ κάπου κάπου να κάνει εκεί κάποια θυσία... Να θυσιάζει έτσι, κανένα προβατάκι...ή κανένα περιστεράκι και να φεύγει ικανοποιημένος ότι εκπλήρωσε το καθήκον του. Να φεύγει πιστεύοντας πως έκανε ότι έπρεπε να κάνει για το Θεό.

Όμως ο Θεός λέει ότι μία τέτοια προσπάθεια πέφτει στο κενό, εξανεμίζεται. Γιατί; Γιατί κάτι τέτοιο δεν τιμά το Θεό. Μοιάζει σαν τον άνδρα, που επειδή απατά τη γυναίκα του και δεν είναι συνεπής στα καθήκοντά του, της φέρνει μία ανθοδέσμη με τριαντάφυλλα. Σε κάποια άλλη περίσταση μία τέτοια ανθοδέσμη θα ήταν έκφραση τιμής και αγάπης. Στην περίπτωση όμως αυτή είναι εμπαιγμός. Αυτό λέει ο Θεός ότι είναι και οι θυσίες του Ισραήλ.

Δε βλέπετε, τους λέει ότι ο ναός είναι γκρεμισμένος και ερειπωμένος. Αρκείστε στο να έρχεστε βιαστικά ... και να κάνετε κάποια θυσία και στη συνέχεια να επιστρέψετε στις δουλειές σας και στις ασχολίες σας.
Αν θέλετε, πραγματικά, να με τιμήσετε, τους λέει ο Θεός, να, ο τρόπος:
Εδ.7, «Ανάβητε εις το όρος και φέρετε ξύλα και οικοδομήσατε τον οίκον - και θέλω ευαρεστηθή εις αυτόν και θέλω ενδοξασθή, λέγει Κύριος»