Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Μην κρίνεις!!!

Πόσες φορές δεν ακούσαμε κάποιους να λένε: Αυτός κρίνει! Γιατί κρίνεις; Μη κρίνεις, είναι αμαρτία! και άλλα παρόμοια. Άραγε εκείνοι που λένε αυτές τις παρατηρήσεις, έχουν δίκιο η μήπως χωρίς να το καταλαβαίνουν, την ίδια στιγμή, είναι οι ίδιοι που κάνουν κρίση και μάλιστα από το είδος εκείνο που δεν επιτρέπεται;

Μια φαινομενικά αταίριαστη ομάδα εδαφίων που συναντάμε λοιπόν, είναι εκείνα που έχουν σχέση με την ΚΡΙΣΗ. Όχι βέβαια την κρίση του Θεού, επειδή «ο Κύριος είναι Θεός κρίσεως» (Ησ.λ:18), αλλά με την κρίση που μπορούμε ή δε μπορούμε, που επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται να ασκούμε εμείς οι άνθρωποι και μάλιστα οι πιστοί.


Και πάλι συνιστούμε στους αγαπητούς αναγνώστες μας να χρησιμοποιήσουν το ευρετήριο λέξεων (Ταμείο) της Καινής Διαθήκης και να εξετάσουν τα διάφορα εδάφια - εκείνα που θα συζητηθούν εδώ αλλά και τα υπόλοιπα, που από στενότητα χώρου δε μπορούμε να παρουσιάσουμε – ΜΟΝΟΙ ΤΟΥΣ, στη δική τους Βίβλο.

Δεν παραλείπουμε επίσης να σημειώσουμε ότι και στα εδάφια αυτά έχει γίνει η κατάλληλη εκμετάλλευση από επιτήδεια άτομα με απώτερο σκοπό να αποθαρρύνουν τον έλεγχο των λόγων και πράξεών τους από την Εκκλησία του Χριστού, όμως, όπως θα καταδειχτεί στη συνέ­χεια, και τούτο δεν είναι παρά μια ακόμη πλάνη.

Η πρώτη ομάδα εδαφίων, λοιπόν, που εμπίπτουν στο θέμα μας, είναι εκείνα που απαγορεύουν την κρίση. Ενδεικτικά μπορού­με να σημειώσουμε τα ακόλουθα:

Μή κρίνετε, διά νά μή κριθήτε· διότι μέ οποίαν κρίσιν κρίνετε θέλετε κριθή, καί μέ οποίον μέτρον μετρείτε θέλει αντιμετρηθή εις εσάς. (Ματθ.ζ:1-2)

Σύ τίς είσαι όστις κρίνεις ξένον δούλον; εις τόν ίδιον αυτού κύριον ίσταται ή πίπτει· θέλει όμως σταθή, διότι ο Θεός είναι δυνατός νά στήση αυτόν. (Ρωμ.ιδ:4)

Είς είναι ο νομοθέτης, ο δυνάμενος νά σώση καί νά απολέση· σύ τίς είσαι όστις κρίνεις τόν άλλον; (Ιάκ.δ:12)

Η δεύτερη ομάδα εδαφίων, που αν και μεγαλύτερη, είναι και η λιγότερο γνωστή επειδή, όπως είπαμε γίνεται σκόπιμη αποσιώπησή τους, είναι εκείνα τα οποία επιβάλλουν την κρίση. Τέτοια παραθέτουμε ενδεικτικά τα ε­ξής:

Διά τί δέ καί αφ' έαυτών δέν κρίνετε τό δίκαιον; (Λουκ.ιβ:57)

Ουαί εις εσάς, γραμματείς καί Φαρισαίοι, υποκριταί, διότι αποδεκατίζετε τό ηδύοσμον καί τό άνηθον καί τό κύμινον, καί αφήκατε τά βαρύτερα τού νόμου, τήν κρίσιν καί τόν έλεον καί τήν πίστιν· ταύτα έπρεπε νά πράττητε καί εκείνα νά μή αφίνητε. (Ματθ.κγ:23)

Μή κρίνετε κατ' όψιν, αλλά τήν δικαίαν κρίσιν κρίνατε. (Ιωάν.ζ:24)

Δέν εξεύρετε ότι οι άγιοι θέλουσι κρίνει τόν κόσμον; καί εάν ο κόσμος κρίνηται από σάς, ανάξιοι είσθε νά κρίνητε ελάχιστα πράγματα; (Α΄Κορ.ς:2).

Τι μπορούμε να πούμε λοιπόν;

  1. Θα πρέπει να κρίνουμε για να μην θεωρηθούμε ανάξιοι;
  2. Δεν πρέπει να κρίνουμε επειδή αυτό είναι δουλειά του Θεού;

Ας πλησιάσουμε το θέμα μας από πιο κοντά. Αν και δε νομίζουμε ότι χρειά­ζεται, ωστόσο επαναλαμβάνουμε ακόμη μία φορά πως καμιά αντίφαση δεν υπάρχει στο λόγο του Θεού, ούτε ο Θεός είναι άνθρωπος για να μεταμεληθεί όπως λέει και η Γραφή. Οι φαινομενικές αντιφάσεις, μάλλον βρίσκονται στο μυαλό το δικό μας ή μερικές φορές, και στα ιδιοτελή συμφέροντα μερικών.

Όπως και στις άλλες ανάλογες περιπτώ­σεις η λύση του «προβλήματος» βρίσκεται όταν πρώτα ανατρέξουμε στα κατάλληλα βοηθήματα για να μάθουμε τη σημασία (ή σημασίες) που έχει η λέξη κρίση και πώς αυτή χρησιμο­ποιείται στις σελίδες των Γραφών. Έτσι, πρωταρχικά παραθέτουμε ευθύς αμέσως μερικά Βιβλικά παραδείγματα, που δείχνουν ότι η λέξη «κρίση», που μας απασχολεί, εκφράζει στις Γραφές τις εξής έννοιες, και όχι μόνο αυτές:

α) Διάκριση - Διάγνωση (Λουκ.ιβ:57)

β) Δικαστήριο (Iωάv.ε:24)

γ) Δίκη - Καταδίκη (Ιωάν.γ:19)

δ) Απόδοση Δικαιοσύνης (Mατθ.κγ:23) .

(Δεν αναφέρουμε εδώ την Τελική Κρίση που είναι και η οριστική επέμβαση του Θεού στις ανθρώπινες υποθέσεις, με αποτελέσματα οριστικά και αιώνια επειδή ξεφεύγει από τα ό­ρια της μελέτης αυτής).

Όπως διακρίνετε από τα συνοδευτικά εδάφια, ο πλούτος της λέξης που εξετάζουμε εί­ναι μεγάλος. Σ' αυτό ακριβώς οφείλεται και η διαφορετική χροιά των εδαφίων ώστε άλλα μεν να απαγορεύουν την κρίση άλλα δε να την επιβάλλουν.

Η Κρίση με όλες της τις πλευρές είναι μο­ναδικό δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Είναι μέρος αυτού που στη γλώσσα των Γραφών ο­νομάζουμε «κατ' εικόνα Θεού». Όλη η άλλη δημιουργία, ακόμη και τα ανώτερα είδη του Ζωικού Βασιλείου, στερούνται αυτή την ιδιότητα και μάλιστα προβληματιζόμαστε να πούμε που βρίσκονται τα όρια - αν υπάρχουν­ - ανά­μεσα στην κρίση και τη λογική.

Ήδη παραδεχτήκαμε ότι η κρίση είναι ιδιότητα του Θεού, αλλά και χαρακτηριστικό της δι­κής μας φύσης. Στο σημείο αυτό ο άνθρωπος καλείται να μιμηθεί το Θεό. Όπως ακριβώς ο Θεός είναι δίκαιος Κριτής, κατά ανάλογο τρόπο και ο άνθρωπος καλείται να κρίνει δίκαια (Λουκ.ιβ:57, Ιωάν. ζ:24) αναγνω­ρίζοντας αδιάλειπτα ότι η τελική κρίση ανήκει μόνο στο Θεό.

Εν τή κρίσει δέν θέλετε αποβλέπει εις πρόσωπα· θέλετε ακούει τόν μικρόν ως τόν μεγάλον· δέν θέλετε φοβείσθαι πρόσωπον ανθρώπου· διότι η κρίσις είναι τού Θεού· καί πάσαν υπόθεσιν, ήτις ήθελεν είσθαι πολύ δύσκολος διά σάς, αναφέρετε αυτήν εις εμέ, καί εγώ θέλω ακούει αυτήν. (Δευτ.α:17).

Αν αυτά ίσχυαν για τους Ισραηλίτες, που ζούσαν και λειτουργούσαν σε μια οικονομία α­πουσίας του Αγίου Πνεύματος, πόσο περισσότερο ισχύουν και τα περιμένει ο Θεός από τους Χριστιανούς, που είναι - ή θα έπρεπε να είναι­ - «πλήρεις Πνεύματος Αγίου;

Οι γνήσιοι Χριστιανοί είναι αναγκαίο να κάνουν διάκριση και κρίση, ιδιαίτερα για ζητήματα ηθικής, ο τρόπος μάλιστα που εξασκούν αυτή την ικανό­τητα είναι σημάδι της πνευματικής τους ωριμό­τητας. (Λουκ.ιβ:57, Ιωάν.ζ:24, Ρωμ.ιε:14, Α' Κορ. β:15, ς:1-6, ι:15, Β' Κορ.ιγ:5, Φιλιπ.α:9, Κολ.α:9, Α' Ιωάν.δ:1).

Δεν απαγορεύεται συνεπώς στο Χριστιανό να κάνει Διάκριση ή Διάγνωση ή Δίκη ή Απόδοση Δικαιοσύνης, επειδή αυτά είναι αρετές αναπόσπαστες από το σωστό Χριστιανικό χα­ρακτήρα και πως μπορεί να εννοηθεί δικαιοσύνη αν δεν προηγηθεί κρίση;

Εάν εξεύρητε ότι είναι δίκαιος, γνωρίζετε ότι πάς ο πράττων τήν δικαιοσύνην εξ αυτού εγεννήθη. (Α΄Ιωάν.β:29)

Εν τούτω γνωρίζονται τά τέκνα τού Θεού καί τά τέκνα τού διαβόλου. Πάς όστις δέν πράττει δικαιοσύνην δέν είναι εκ τού Θεού, ουδέ όστις δέν αγαπά τόν αδελφόν αυτού. (Α΄Ιωάν.γ:10).

Δεν επιτρέπεται όμως να αναλάβει ο ίδιος το δικαίωμα του Θεού στο να εκφέρει τελική κρίση, δηλαδή να υποκαταστήσει το Θεό «α­πονέμοντας» καταδίκη ή σωτηρία σε ανθρώπινα πλάσματα, κάτι που δυστυχώς πολλοί το κάνουν με συγχωροχάρτια και άλλα αφετήρια ή, στην αντίθετη περίπτωση, αφορισμούς και κατάρες, αλλά και φτάνουν στο σημείο να «ανακηρύσσουν αγίους, οσίους, ισαποστόλους κ.ά.». (Ματθ.ζ:1, Ιωάν.n:7, Ρωμ.β:1, ιδ:4, Ιάκ.δ:12).

Εκείνο που δε μπορούμε να γνωρίζουμε για το συνάνθρωπό μας είναι «τα κρυπτά του σκότους και οι βουλές των καρδιών», με άλλα λόγια τα κίνητρα που ώθησαν κάποιον σε συγκεκριμένες ενέργειες ή λόγια.

Καταλαβαίνουμε ότι η κρίση προϋποθέτει γνώση, αντίληψη, αμεροληψία, διαχρονικότητα και μερικές ακόμη ιδιότητες που ο άνθρωπος δεν διαθέτει. Αυτή η έλλειψη από μόνη της μας καθιστά ανίκανους να εκφέρουμε ορθή κρίση ακόμη και σε μερι­κές περιπτώσεις του υλικού μας κόσμου. Γι ' αυτό και οι δικαστικές πλάνες δεν είναι καθόλου σπάνιες στην ιστορία της ανθρώπινης δικαιοσύνης.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ο κίνδυνος που υπάρχει να ξεπεράσουμε τα όρια της ανθρώπινης φύσης μας και των περιορισμών της. Με άλλα λόγια είναι ανάγκη να συνειδητο­ποιήσουμε μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτά­σει ο ανθρώπινος λογισμός τις Βουλές του Θεού ώστε, από κει και πέρα, να δεχτούμε ότι πρόκειται για «γη αγία». Όπως τονίζει ο Κύ­ριος στο Δευτερονόμιο «πάσαν υπόθεσιν, ήτις ήθελεν είσθαι πολύ δύσκολος διά σάς, αναφέρετε αυτήν εις εμέ, καί εγώ θέλω ακούει αυτήν» (Δευτ.α:17).

Όμως αυτό δεν έχει να κάνει με την κριτική πάνω σε πράξεις και γεγονότα. Αυτά, είτε είναι καλά είτε είναι κακά και αυτό πρέπει να το διακρίνει ο πιστός. Επίσης πρέπει να είναι σε θέση να ξεχωρίζει τους καλούς από τους κα­κούς ανθρώπους, τους πονηρούς και τους αγα­θούς. Πρέπει να ξεχωρίζει τους δασκάλους από τους ψευδοδιδασκάλους, τους προφήτες από τους ψευδοπροφήτες, τους «καλώς προϊσταμένους πρεσβυτέρους» από τους φιλοπρωτεύοντες, τους γνήσιους ποιμένες από τους λύκους με δορά προβάτου.
Ο Θεός δεν μας έκανε Χριστιανούς για να μας στερήσει το δώρο της κρίσης. Αυτό το έκα­ναν και το επιδιώκουν διάφοροι θρησκευτικοί ηγέτες με συνθήματα όπως το πίστευε και μη ερεύνα και το ο σκοπός, αγιάζει τα μέ­σα.

Με θέσεις δηλαδή και πράξεις που έβλαψαν την αγιοτάτη πίστη του Χριστού και έδω­σαν αφορμή ώστε οι εχθροί του Ευαγγελίου να κατηγορήσουν - δυστυχώς όχι πάντοτε άδικα­ ότι «η θρησκεία είναι το όπιο των λαών». Πάντως, αν αυτό ισχύει για άλλους χώρους, δεν ισχύει στην αληθινή, τη ζωντανή, τη γνήσια Εκκλησία του Χριστού. Κοντά στο Χριστό υ­πάρχει ελευθερία, υπάρχει διαφάνεια, υπάρ­χει έλεγχος του κακού, υπάρχει δικαιοσύνη, υ­πάρχει καθαρότητα.

Ανάμεσα στις ευλογίες που χαρίζει ο Θεός στα παιδιά Του είναι και το προνόμιο να διακρίνουν τα διαφέροντα.

Ο απόστολος Παύλος προσεύχονταν γι’ αυτό υπέρ των Φιλιππησίων Χριστιανών «νά περισσεύση η αγάπη σας έτι μάλλον καί μάλλον εις επίγνωσιν καί εις πάσαν νόησιν, διά νά διακρίνητε τά διαφέροντα, ώστε νά ήσθε ειλικρινείς καί απρόσκοποι μέχρι τής ημέρας τού Χριστού, πλήρεις καρπών δικαιοσύνης τών διά τού  Ιησού Χριστού εις δόξαν καί έπαινον Θεού. (Φιλιπ.α:9-11).

Μην αφήνεις αδελφέ να σου στερήσουν τα δώρα του Θεού. Τα πρόβατα του Ιησού δεν είναι «κοιμισμένα». Οι Χριστιανοί δεν είναι «ανόητοι» ούτε «θύματα». Η χριστιανική ζωή είναι ΦΩΣ, είναι ΑΛΗΘΕΙΑ, ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.

Οπωσδήποτε πρέπει να διαθέσουμε την καρδιά μας στη δικαιοσύνη είτε αυτή αφορά ε­μάς είτε το περιβάλλον μας, είτε αφορά οικογενειακές μας υποθέσεις, είτε την εκκλησία του Θεού. Είναι στα αιώνια σχέδια του Θεού οι ά­γιοι να κρίνουν τον κόσμο, όχι μόνο, αλλά ακόμη και αγγέλους (Α' Κορ.ς:1-8) πως όμως θα αξιωθούν μιας τέτοιας τιμής όταν δεν είναι σε θέση να κρίνουν τις μεταξύ τους υπο­θέσεις;

Ο απόστολος Παύλος φτάνει στο ση­μείο να προκαλέσει το φιλότιμο των Κορινθίων με τούτα τα λόγια: «Πρός εντροπήν σας λέγω τούτο. Ούτω δέν υπάρχει μεταξύ σας ουδέ είς σοφός, όστις θέλει δυνηθή νά κρίνη ανά μέσον τού αδελφού αυτού» (εδ.5).

Βέβαια δε μας διαφεύγει η προτροπή του ίδιου απόστολου, να προτιμήσει κάποιος να αδικηθεί παρά να φτάσει στον κίνδυνο να αδι­κήσει τον άλλο, όμως το περίεργο είναι ότι το εδάφιο αυτό το επικαλούνται κυρίως ε­κείνοι που αδικούν, «ζητώντας και τα ρέστα».

Αν πρέπει κάποτε να ορθοτομηθεί ο λό­γος της αλήθειας, το θέμα της κρίσης αναμφί­βολα είναι από εκείνα που πράγματι χρειάζο­νται επανεξέταση.