Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΑΔΙΚΟΣ;



Όλοι έχουμε έρθει αντιμέτωποι με το θάνατο αγαπημένων, καλών ανθρώπων, γεγονός που είναι πράγματι λυπηρό.

Ο καρκίνος, είναι μια αρρώστια που κατά τα κοινά λεγόμενα, θερίζει. Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει τέτοια διάγνωση για ανθρώπους που αγαπάμε, είτε πιστοί είτε άπιστοι.

Για κάποιο λόγο μας είναι ευκολότερο να μιλάμε για τα εκατομμύρια που πεθαίνουν χωρίς Χριστό παρά για την επείγουσα πνευματική ανάγκη του συγγενικού ή γνωστού μας προσώπου.


Ίσως ο Κύριος να έχει βάλει ένα μηχανισμό εκτόνωσης στα συναισθήματά μας για μερικές περιπτώσεις. Αν αναστατωνόμασταν τόσο για τα εκατομμύρια του κόσμου που δεν έχουν ακούσει, όσο ο καθένας που αντιμετωπίζει το θάνατο αγαπημένου του, μου φαίνεται ότι σύντομα θα καταρρέαμε. Από την άλλη πλευρά, είναι τρομερό ότι τον περισσότερο καιρό μας απασχολούν τόσο λίγο οι ανάγκες των ανθρώπων που δεν έχουν πιστέψει.

Ο Κύριος χρειάστηκε να μαλώσει κάποτε αυστηρά τον Ιωνά. Αυτός είχε αγανακτήσει και καταστενοχωρηθεί για ένα φυτό που ξεράθηκε, αλλά δεν είχε συγκινηθεί για τον κίνδυνο της απώλειας των χιλιάδων κατοίκων της Νινευή. Αυτό ήταν που συγκινούσε τον Κύριο. Και δεν συγκινούσε μόνο τα συναισθήματά Του, αλλά Τον παρακινούσε σε δράση.

Ίσως με τα δάκρυα για το αγαπημένο μας πρόσωπο, να αρχίσουμε να αισθανόμαστε λίγο περισσότερο όπως αισθάνεται ο Θεός, όπως είχε κλάψει ο Χριστός για την Ιερουσαλήμ (Λουκ.ιθ:41).

Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να δώσουμε μακροσκελείς θεολογικές απαντήσεις. Πιστεύω όμως ότι είναι ανάγκη σε μια τέτοια περίπτωση, να κοιτάξει κανείς τα δεδομένα όπως ακριβώς είναι. Μακροπρόθεσμα δεν κερδίζεις τίποτε δραπετεύοντας σε μια μυθική Χώρα των θαυμάτων.

Το πρώτο δεδομένο είναι ότι το άτομο αυτό πρόκειται να πεθάνει. Αν η αρρώστια ακολουθήσει τη συνηθισμένη της εξέλιξη, θα πεθάνει αρκετά σύντομα. Αν πάλι του χαρίσει ο Κύριος κάποια υποχώρηση της αρρώστιας, ή τέλεια θεραπεία, πράγμα που ο καθένας το εύχεται, πάλι θα πεθάνει κάποια μέρα. Αυτό είναι ένα από τα λίγα μέσα στη ζωή από το οποίο κανένας μας δεν εξαιρείται. Αργά ή γρήγορα όλοι πρέπει να το αντιμετωπίσουμε.

Το δεύτερο δεδομένο είναι αν ανήκει ή όχι στον Ιησού Χριστό. Αν όχι, ξέρουμε τις συνέπειές του τόσο καλά.

Αυτά τα δύο γεγονότα τα γράφω έτσι ξερά, γιατί η προσποίηση κανέναν δεν ωφελεί. Αν πρόκειται να πεθάνει, αυτό είναι κάτι που πρέπει να το αντιμετωπίσει κανείς. Αν δεν είναι Χριστιανός/ή, και αυτό πρέπει να το αντιμετωπίσει, αλλιώς δεν θα κάνει αυτό που πρέπει ούτε γι’ αυτόν ούτε για κανέναν άλλον. Δεν πρέπει να ψάχνουμε την ανακούφιση και την ασφάλεια στα ψέματα και στις ευχολογίες.

Βέβαια είναι αλήθεια ότι δεν παίρνουμε όλοι την ίδια μερίδα στον πόνο. Κάποιοι τα περνάνε πολύ δύσκολα, άλλοι αρκετά εύκολα. Ζούμε όλοι μαζί σ’ έναν πεσμένο κόσμο, ανάμεσα σε αμαρτωλούς όπως κι εμείς, και αυτό σημαίνει ότι θα έχουμε προβλήματα. Πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν καταλαβαίνω γιατί τα προβλήματα μοιράζονται τόσο ανομοιόμορφα. Έτσι όμως συμβαίνει.

Συνήθως δεν μπορούμε πάντοτε να δούμε καθαρά τις ευλογίες που δίνει ο Θεός μέσα απ’ τις θλίψεις.

Όπως δεν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί κάποιος αρρωσταίνει ενώ κάποιος άλλος όχι! Μήπως η αρρώστια εξαρτάται από την αμαρτωλότητα κάποιου; Αυτός που αρρωσταίνει είναι πιο αμαρτωλός απ’ αυτόν που δεν αρρωσταίνει;

Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Αν ήταν έτσι, ο Ιησούς Χριστός θα είχε ζήσει χωρίς ούτε ένα πρόβλημα, χωρίς ούτε την παραμικρή ενόχληση.

Ζούμε σ’ έναν θλιβερό και κατεστραμμένο κόσμο: Η αμαρτία, η θλίψη, η απογοήτευση, η αρρώστια, ο θάνατος και η αποξένωση μπορούν εύκολα να αναγνωριστούν ήδη από το ξεκίνημά τους, από την αναστάτωση που δημιούργησε ο Αδάμ. Και έχουμε όλοι μας ένα μερίδιο στο να λασπώνουμε τον κόσμο του Θεού και να πληγώνουμε ο ένας τον άλλο.

Αφού τα κάναμε θάλασσα, εξακολουθούμε να είμαστε υποχρεωμένοι να συμβιώνουμε ο ένας με τον άλλον. Δεν είμαστε αυτόνομες μονάδες, είμαστε αλληλεξαρτώμενοι - για καλό ή για κακό.

Ο Θεός προόριζε αυτόν τον κόσμο για το καλό - για οικογενειακή ζωή, συντροφιά, αγάπη, για μια ασφαλή κοινωνία. Όταν όμως οι άνθρωποι διαλέγουν το στραβό, δεν είναι μόνο οι ίδιοι που πληγώνονται. Η ευλογία της αλληλεξάρτησης γίνεται δίκοπο μαχαίρι, και πολλοί που δεν έχουν διαλέξει τη συγκεκριμένη αμαρτία πληγώνονται απ’ αυτήν (όπως έπαθαν οι Εβραίοι λόγω της διεστραμμένης σκέψης του Χίτλερ). Και ακόμη, όταν οι άνθρωποι καταστρέφουν το περιβάλλον, όλοι οι συνάνθρωποί τους πρέπει να ζήσουν μέσα σ’ αυτό - με τις γνωστές συνέπειες.

Είναι ένας κόσμος άνω-κάτω, που προκαλεί τον καρκίνο. Είναι μια επαναστατημένη κοινωνία, που απορρίπτει τις απαντήσεις του Θεού όταν υποφέρει. Το κάθε αγαπημένο πρόσωπο στο οποίο έχει διαγνωστεί καρκίνος, ανήκει σ’ αυτόν τον χαλασμένο κόσμο, και η ευθύνη για το πρόβλημά του δεν μπορεί να επιρριφθεί αποκλειστικά σ' αυτό. Δεν είναι όμως ούτε φταίξιμο του Θεού. Το φταίξιμο βρίσκεται εδώ στη γη - αλλά θα ήταν πολύ ανώφελο να προσπαθήσεις να κατονομάσεις συγκεκριμένους υπευθύνους.

Θα πρέπει να συμφωνήσω ότι για τον πόνο του αγαπημένου προσώπου με την ασθένεια του καρκίνου, δεν φταίει αυτό το ίδιο το άτομο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούμε να το θεωρούμε «αθώο» θύμα. Μέσα σ’ όλους τους αιώνες, μόνο ένα αθώο θύμα υπήρξε σ’ ολόκληρο τον κόσμο, και αυτό ήταν ο Κύριος Ιησούς. Εκτός απ’ Αυτόν, κανένας άλλος δεν είναι αθώος. Πραγματικά, ακόμη κι αν είναι φοβερό να το λέει κανείς, ο Θεός δεν θα ήταν άδικος αν μας καταδίκαζε όλους αυτή τη στιγμή. Ακόμη και οι χειρότερες θλίψεις που βλέπουμε εδώ στη γη δεν είναι τίποτε σε σύγκριση με αυτό που αξίζει σ’ εμάς τους αμαρτωλούς.

Παρόλα αυτά, και πάλι ο Θεός φροντίζει. Έστειλε τον Ιησού, τον Μονογενή Του Υιό, για να μας γλιτώσει από τις χειρότερες θλίψεις. Δεν είναι ανάγκη να βρισκόμαστε σε έχθρα με τον Θεό και να αποκοπούμε από Εκείνον αιώνια. Όταν γνωρίζει κανείς τον Θεό, βλέπει τον πόνο από μια εντελώς διαφορετική σκοπιά. Ο Χριστιανός δεν ξεφεύγει από τον πόνο. Έχει όμως θαυμαστή βοήθεια μέσα στη δοκιμασία και διά μέσου της δοκιμασίας, και όταν πεθαίνει η απελευθέρωση είναι ένδοξη και πλήρης.

Δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπάρχει κάποια πίσω πόρτα για εκείνους που τα περνάνε άσχημα εδώ στη γη.

Ένα από τα προφητικά οράματα μέσα στη Γραφή που το βρίσκω ιδιαίτερα ανησυχητικό, είναι το όραμα της ημέρας της οργής του Θεού και του Αρνιού (Αποκ.ς:12-17). Η εικόνα παρουσιάζει ανθρώπους που θα εύχονταν να θαφτούν ζωντανοί σε έναν σεισμό μάλλον παρά να έρθουν αντιμέτωποι με τον Θεό και τον Κύριο Ιησού Χριστό. Τότε πια δεν θα υπάρχει άλλη ευκαιρία να στραφεί κανείς στον Θεό. Παρόλο που αναφέρει ιδιαίτερα τους μεγιστάνες, τους πλούσιους, τους χιλίαρχους και άλλους, αποκαλύπτει ακόμη ότι «και κάθε δούλος, και κάθε ελεύθερος» θα νιώσει τον ίδιο τρόμο. Ίσως να θέλει κανείς να υποστηρίξει ότι οι δούλοι, που υπέφεραν από τη σκληρή εκμετάλλευση και δεν είχαν δικαιώματα ή προνόμια ή οτιδήποτε καλό να απολαύσουν, θα μπορούσαν να αποβλέπουν σε μια καλύτερη μετέπειτα ζωή. Δεν λέει όμως τέτοιο πράγμα η Γραφή. Αν δεν πλησιαστούν με το μήνυμα του Χριστού πριν πεθάνουν ή πριν έρθει Εκείνος για δεύτερη φορά, ούτε γι’ αυτούς υπάρχει ελπίδα.

Στη Βίβλο διαβάζουμε ότι όταν οι άνθρωποι που αγαπούσαν τον Κύριο έβλεπαν πως έρχεται η κρίση πάνω σε αγαπητά τους πρόσωπα, τότε επιδίδονταν σε ένθερμη προσευχή. Ο Αβραάμ σπλαχνίσθηκε τα Σόδομα και τα Γόμορρα - εκεί ήταν ο ανεψιός του ο Λωτ. Έτσι ανέλαβε εκείνη την τόσο συγκινητική μεσολάβηση για τους κατοίκους εκείνων των πόλεων. Ήταν προετοιμασμένος να φτάσει μέχρι το σημείο να διεγείρει τον θυμό του Θεού εναντίον του, αρκεί να γλίτωναν κάποιοι από εκείνες τις αμαρτωλές κοινότητες (Γεν.ιη:20-33).

Όταν ο Μωυσής κατάλαβε ότι θα έπεφτε η οργή του Θεού πάνω στους συμπατριώτες του που είχαν λατρέψει τα είδωλα, και ίσως και πάνω στον αδελφό του τον Ααρών, προσευχήθηκε με θέρμη. Δεν υποτίμησε το γεγονός ότι τους έπρεπε η κόλαση. Ποθούσε όμως να πείσει τον Θεό να τους σώσει. «πλην τώρα, εάν συγχωρήσης την αμαρτίαν αυτών· ει δε μη, εξάλειψόν με, δέομαι, εκ της βίβλου σου, την οποίαν έγραψας» (Έξοδ.λβ:32).

Με τα ίδια συναισθήματα έγραφε και ο απόστολος Παύλος για το βάρος που είχε για τους ομοεθνείς του. «Αλήθειαν λέγω εν Χριστώ, δεν ψεύδομαι, έχων συμμαρτυρούσαν με εμέ την συνείδησίν μου εν Πνεύματι Αγίω, ότι έχω λύπην μεγάλην και αδιάλειπτον οδύνην εν τη καρδία μου. Διότι ηυχόμην αυτός εγώ να ήμαι ανάθεμα από του Χριστού υπέρ των αδελφών μου, των κατά σάρκα συγγενών μου» (Ρωμ.θ:1-3). «η επιθυμία της καρδίας μου και η δέησις η προς τον Θεόν υπέρ του Ισραήλ είναι διά την σωτηρίαν αυτών» (Ρωμ.ι:1).

Δεν νόμιζε ότι θα σωθούν λόγω του ζήλου τους. Ο ζήλος τους ήταν πλανημένος. Δεν πίστευε ότι θα μπορούσαν να επικαλεστούν άγνοια. Δεν ήθελαν την αλήθεια. Ήξερε ότι δεν μπορούσαν να επιχειρηματολογήσουν με βάση την ηθική τους, γιατί το είχε εξηγήσει ξεκάθαρα ότι τα καλά έργα δεν σώζουν. Δεν προσποιήθηκε ότι δεν υπάρχει κόλαση. Ευχήθηκε να πάει ο ίδιος εκεί στη θέση των αδελφών του, αρκεί αυτό να έφερνε τη σωτηρία τους. Αλλά δεν ήταν δυνατό. Και ο μόνος δρόμος που απέμεινε ήταν η προσευχή.         

Η προσευχή είναι το βασικότερο στοιχείο που ωθεί τους ανθρώπους να ανταποκριθούν. Φτάνεις στο σημείο να βλέπεις τον εαυτό σου ικανό να κάνει ελάχιστα πράγματα ή τίποτε, εκτός αν προπορεύεται μπροστά σου ο Θεός και εργάζεται Εκείνος μέσα στους ανθρώπους. Χωρίς αυτό, αισθάνεσαι όπως εκείνος που του κόλλησε η βάρκα στα ρηχά. Μπορεί να τραβάει ή να σπρώχνει, αλλά δεν θα μπορέσει να κάνει τη βάρκα του να προχωρήσει περισσότερο από λίγους πόντους. Αν έρθει όμως το κύμα και σηκώσει τη βάρκα, τότε θα μπορέσει να την πάει όσο μακριά θέλει, αρκετά εύκολα και χωρίς αντίσταση. Είναι πράγματι ανάγκη να κυκλοφορείς ανάμεσα στους ανθρώπους, κηρύττοντας, διδάσκοντας, προτρέποντας, επιτιμώντας, αλλά το πόση πρόοδος θα γίνει με όλα αυτά εξαρτάται από την κατάσταση του πνευματικού κύματος στο χώρο της εκκλησίας.

Η προσευχή δεν σώζει αυτόματα τους ανθρώπους. Ο Αβραάμ είδε ελάχιστα αποτελέσματα στην ένθερμη μεσολάβησή του. Πιστεύω όμως ότι όταν κάποιος μετανοεί, συνήθως κάποιος άλλος έχει κατεβάσει με την προσευχή του την ευλογία του Θεού. Και αυτό γιατί ο Θεός αρέσκεται να δουλεύει μαζί μας, σαν συνεργάτες. Και αυτό φυσικά δεν είναι για να παραπονιόμαστε. Είναι ένα θαυμαστό προνόμιο.
Δεν είναι ακόμη ώρα, για να πεις ότι είναι πολύ αργά για κάποιον που έχει προσβληθεί από καρκίνο. Τουλάχιστον πρέπει να προσευχόμαστε να ανοίξει ο Κύριος την καρδιά του στο Ευαγγέλιο.

Σαν επόμενο βήμα, πιστεύω ότι θα ήταν καλό να φροντίσει κανείς να βρει μια ευκαιρία για να του μιλήσει λίγο περισσότερο για τον Κύριο Ιησού. Ίσως να έχει περάσει αυτή η ώρα της ευκαιρίας - δεν ξέρω. Αν όμως πεθαίνει, πιθανότατα θα αντιλαμβάνεται αρκετά καλά την κατάστασή του, ακόμη κι αν οι γιατροί δεν έχουν το κουράγιο να του το πουν. Συνήθως ο θάνατος είναι το θέμα για το οποίο κανένας δεν μιλάει. Γενικά όμως οι άνθρωποι έχουν πράγματα που θέλουν να τα τακτοποιήσουν, αν ξέρουν ότι δεν τους μένει πολύς καιρός να ζήσουν. Και αρκετά συχνά ο θάνατος είναι ευκαιρία για να μιλήσει κανείς ευγενικά και ταπεινά για τον Σωτήρα που νίκησε τον θάνατο.

Ακόμη και όταν κάποιος έχει χάσει κατά τα φαινόμενα τις αισθήσεις του, είναι εκπληκτικό πόσα μπορεί να ακούσει και να καταλάβει. Κάποιοι μίλησαν για τον Χριστό σε ανθρώπους που είχαν χάσει τις αισθήσεις τους, οι οποίοι μετά συνήλθαν και ομολόγησαν πίστη στον Χριστό.

Με όλα αυτά δεν θέλω να πω ότι πρέπει να μπεις στο δωμάτιο του με ορμή και να του δώσεις να καταπιεί το Ευαγγέλιο με το ζόρι. Θέλω να πω όμως ότι δεν έχεις το δικαίωμα να θεωρείς ότι είναι πολύ αργά. Αν δεν ήταν αργά για τον ληστή πάνω στον σταυρό να πιστέψει στον Σωτήρα, μπορούμε κι εμείς να είμαστε σίγουροι ότι ο Θεός δέχεται αυτούς που μετανοούν ακόμη και το τελευταίο λεπτό της ζωής τους (Λουκ.κγ:42-43). Όσοι πιστεύουν ότι σωτηρία σημαίνει να είσαι καλός και να προσπαθείς σκληρά, βρίσκουν αυτή την αλήθεια αρκετά απεχθή. Στην πραγματικότητα όμως δεν συνεισφέρουμε τίποτε στη σωτηρία μας παρά μόνο την αμαρτία από την οποία χρειάζεται να σωθούμε. Και οι άνθρωποι που μετανοούν την τελευταία στιγμή αποτελούν στον ουρανό, μπροστά στους αγγέλους και τον υπόλοιπο πνευματικό κόσμο, έναν θαυμάσιο έπαινο για την εκπληκτική χάρη του Θεού εν Χριστώ.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι θα γίνει με τον κάθε βαριά άρρωστο. Μπορούμε όμως να προσευχόμαστε και να ελπίζουμε - χωρίς να καταλαβαίνουμε εντελώς τους σκοπούς του Θεού μέσα σ’ όλη αυτή την υπόθεση.

Ένας από τους σκοπούς του Θεού είναι να μας διδάσκει ώστε να μπορούμε κι εμείς να βοηθάμε άλλους όταν περνούν από παρόμοιες δυσκολίες (Β' Κορ.α:3). Ο Ιησούς, που έκλαψε για την απώλεια των ομοεθνών Του στην Ιερουσαλήμ, καταλαβαίνει τη θλίψη που περνάμε.

Ησ.ν:10 Τις είναι μεταξύ σας ο φοβούμενος τον Κύριον, ο υπακούων εις την φωνήν του δούλου αυτού; ούτος, και αν περιπατή εν σκότει και δεν έχη φως, ας θαρρή επί το όνομα του Κυρίου και ας επιστηρίζεται επί τον Θεόν αυτού.