Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

ΕΝΑ ΔΙΚΑΙΟ ΜΕΤΡΟ ΚΡΙΣΗΣ



Ποιος είπε ποτέ ότι ο Θεός θα καταδικάσει ανθρώπους, γιατί απέρριψαν κάποιον για τον οποίο ποτέ δεν άκουσαν; Σε καμιά περίπτωση δεν είναι αυτή η διδασκαλία της Γραφής. Ο Θεός δεν καταδικάζει τον άνθρωπο που δεν άκουσε σαν να είχε ακούσει. Η Γραφή, όμως, πράγματι διδάσκει ότι κάθε άνθρωπος στέκεται καταδικασμένος μπροστά στον Θεό, και ότι κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτό δεν είναι δίκαιο (Ρωμ.γ:19).


Βέβαια, δεν προσπαθώ να προσποιηθώ ότι δεν υπάρχουν κάποιες όψεις της τακτικής του Θεού απέναντι στους ανθρώπους που πράγματι φαίνονται αρκετά άδικες από τη δική μας οπτική γωνία.

Όταν αντιμετωπίζουμε τέτοια προβλήματα, πρέπει να παίρνουμε στα σοβαρά τις απότομες ερωτήσεις του Παύλου: 
«Αλλά μάλιστα συ, ω άνθρωπε, τις είσαι, όστις ανταποκρίνεσαι προς τον Θεόν; Μήπως το πλάσμα θέλει ειπεί προς τον πλάσαντα, Διά τι με έκαμες ούτως;» (Ρωμ.θ:20).

Υπάρχουν περιοχές όπου πρέπει να κλείσουμε το στόμα με ταπεινή, αν και αναστατωμένη, υποταγή. Δεν είμαστε εμείς κριτές του Θεού. Εκείνος είναι το απόλυτο μέτρο σαν προ το τι είναι δίκαιο και σωστό. Τα δικά μας μέτρα είναι πολύ ατελή όταν τα τοποθετούμε δίπλα σ’ Εκείνον. Τα δικά Του μέτρα, όμως, είναι αψεγάδιαστα όταν τα τοποθετεί δίπλα σε μας!

Ο Θεός μας εκθέτει στην Αγία Γραφή ότι, ο τρόπος που θα κρίνει αυτούς που ποτέ δεν άκουσαν είναι διάφανα δίκαιος. Τα πρώτα δεκαέξι εδάφια του 2ου κεφαλαίου της προς Ρωμαίους μιλούν ακριβώς γι’ αυτό.

Ο λόγος του Θεού δηλώνει ότι, ο καθένας από μας είναι ένοχος μπροστά Του, πρώτα πρώτα γιατί δεν έχουμε δικαιολογία, όταν κρινόμαστε με τα δικά μας μέτρα. Όπου κι αν πας στον κόσμο, οι άνθρωποι κριτικάρουν ο ένας τον άλλον. Αν κάποιος τους πειράξει, αντιδρούν. Λένε: «Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό». Προσπαθούν ίσως να κάνουν και ανταπόδοση. Όταν κριτικάρουμε τους ανθρώπους δείχνουμε να ξέρουμε ότι, αυτή η συγκεκριμένη πράξη είναι κακή.

Το παράξενο με τους ανθρώπους είναι ότι, αυτά που κριτικάρουν περισσότερο στους άλλους είναι εκείνα που στην πράξη κάνουν οι ίδιοι.

Ο Θεός λέει ότι κρίνει τους ανθρώπους με τα μέτρα που χρησιμοποιούν οι ίδιοι όταν κριτικάρουν τους άλλους (Ρωμ.β:1). Αυτό είναι δίκαιο. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι είναι και καταδικαστικό.

Το δεύτερο μέτρο με το οποίο κρίνει ο Θεός αυτούς που δεν άκουσαν είναι το μέτρο της ανθρώπινης φύσης τους. Ο Παύλος γράφει: «Επειδή όταν οι εθνικοί οι μη έχοντες νόμον πράττωσιν εκ φύσεως τα του νόμου, ούτοι νόμον μη έχοντες είναι νόμος εις εαυτούς, οίτινες δεικνύουσι το έργον του νόμου γεγραμμένον εν ταις καρδίαις αυτών, έχοντες συμμαρτυρούσαν την συνείδησιν αυτών και τους λογισμούς κατηγορούντας ή και απολογουμένους μεταξύ αλλήλων» (Ρωμ.β:14,15).

Κανένας δεν ισχυρίζεται εδώ ότι οι ειδωλολάτρες εφαρμόζουν όλα τα ιδανικά που έθεσε ο Θεός όπως αποκαλύπτονται στη Βίβλο. Θα έπρεπε να έχει κανείς πλήρη άγνοια της ανθρώπινης φύσης για να πει κάτι τέτοιο! Όταν, όμως, βρίσκεις ειδωλολάτρες οι οποίοι - για παράδειγμα - τιμούν τον γάμο, ή καταδικάζουν τον φόνο, ή ενθαρρύνουν τη φιλαλήθεια ή τα παρόμοια, αυτοί δείχνουν ότι τα πρότυπα του Θεού δεν είναι αυθαίρετα, αλλά ότι ταιριάζουν απόλυτα με τον τρόπο που είμαστε πλασμένοι.

Επειδή αυτό ισχύει, μπορούμε κάλλιστα να περιμένουμε να βρούμε ειδωλολάτρες να καταλαβαίνουν και να αποδέχονται τη βασιμότητα αυτών των αρχών. Πραγματικά, μπορεί να έχουν δει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν καλύτερα αυτές οι αρχές, και τις θέσπισαν μόνοι τους, χωρίς να ξέρουν καν τι είχε πει ο Θεός στον λόγο του.

Για παράδειγμα, άκουσα κάποτε ότι τον πρώτο καιρό της Ρωσικής Επανάστασης βγήκε η διαταγή να δουλεύουν οι άνθρωποι με εβδομάδα δέκα ημερών. Η απόδοσή τους έπεσε, και αποκαλύφθηκε ότι ο άνθρωπος πετυχαίνει την καλύτερη απόδοσή του όταν δουλεύει έξι μέρες και μία μέρα ξεκουράζεται. Αυτό δεν το έμαθαν από τις Δέκα Εντολές. Αλλά, η μελέτη τους πάνω στον άνθρωπο τους έδειξε ότι ο λόγος του Θεού, τελικά είχε δίκαιο! Ο Καρλ Μαρξ είχε διδάξει ότι ο γάμος είναι αστικός θεσμός. Έτσι, τον πρώτο καιρό της επανάστασης εγκαταλείφθηκαν οι κανόνες του γάμου. Ανακάλυψαν, όμως, ότι έτσι άρχισε η κοινωνία να αποσυντίθεται. Οι άνθρωποι λειτουργούν καλύτερα στην κοινωνία, όταν τηρούνται οι αρχές του γάμου. Και αυτό είναι ακριβώς εκείνο που λέει ο λόγος του Θεού.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι εκείνοι που δεν έχουν τη Βίβλο δεν κρίνονται με κάποιον αυθαίρετο νόμο του Θεού. Αντίθετα, κρίνονται με κανόνες που είναι αυτονόητοι, εξ αιτίας της ίδιας της φύσης του ανθρώπου. Λόγω της ξεπεσμένης και διεστραμμένης φύσης τους, οι άνθρωποι προφανώς δεν φθάνουν σε «όλη την βουλή του Θεού» αποκλειστικά και μόνο με τη σκέψη τους. Αλλά, στην περίπτωση αυτή, ούτε και ο Θεός τους κρίνει μ’ αυτό το μέτρο.

Είναι ενδιαφέρον να συγκρίνεις τις καταδίκες που ανακοινώνει ο Αμώς στο πρώτο και το δεύτερο κεφάλαιο της προφητείας του. Τα πρότυπα με τα οποία έκρινε ο Θεός τον Ισραήλ και τον Ιούδα (που είχαν τη Βίβλο) ήταν αυστηρότερα από εκείνα με τα οποία έκρινε τους γειτονικούς λαούς. Οι ειδωλολάτρες κρίνονταν μ’ αυτά που μπορούμε να ονομάσουμε γενικά πρότυπα της ανθρώπινης κατάπτωσης. Έκαναν πράγματα που κανένας δεν μπορεί να τα κάνει χωρίς ενοχή στη συνείδησή του. Έτσι, ήταν αξιοκατάκριτοι.

Και, κανένας δεν μπορεί να πει ότι μια τέτοια καταδίκη είναι άδικη.

Το τρίτο μέτρο με το οποίο κρίνει ο Θεός αυτούς που ποτέ δεν άκουσαν, είναι το μέτρο της ίδιας τους της συνείδησης. Το Ρωμ.β:15-16 λέει: «οίτινες δεικνύουσι το έργον του νόμου γεγραμμένον εν ταις καρδίαις αυτών, έχοντες συμμαρτυρούσαν την συνείδησιν αυτών και τους λογισμούς κατηγορούντας ή και απολογουμένους μεταξύ αλλήλων, εν τη ημέρα ότε θέλει κρίνει ο Θεός τα κρυπτά των ανθρώπων διά του Ιησού Χριστού κατά το ευαγγέλιόν μου». Ο καθένας έχει το προειδοποιητικό φως της συνείδησής του.

Ο Θεός λέει ότι όταν κρίνει τους ειδωλολάτρες, οι συνειδήσεις τους είτε τους κατηγορούν είτε απολογούνται. Αυτό σημαίνει ότι όταν τους απευθύνονται ορισμένες κατηγορίες, η συνείδησή τους συμφωνεί ότι οι κατηγορίες είναι σωστές. Σε άλλες περιπτώσεις η συνείδησή τους δεν συμφωνεί και προσπαθεί να προβάλει δικαιολογίες. Ο Θεός δεν λέει ότι μερικοί ειδωλολάτρες θα αθωωθούν, ενώ άλλοι θα κριθούν ένοχοι, αλλά ότι για κάποιες αμαρτίες η συνείδηση θα συμφωνήσει, ενώ σε άλλους τομείς θα επιχειρηματολογήσει εναντίον της κατηγορίας.

Κανένας δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει στα σοβαρά ότι η συνείδηση είναι ένα απόλυτο μέτρο. Είναι πασίγνωστο ότι η συνείδηση επηρεάζεται από τη διαπαιδαγώγηση, και ότι μπορεί να φιμωθεί ή και σε μεγάλη έκταση να νεκρωθεί. Ο Παύλος προειδοποιούσε τον Τιμόθεο για ανθρώπους που δίδασκαν αυτά που ονόμαζε διδασκαλίες δαιμονίων. Τους περιγράφει σαν «υποκριτές, ψευδολόγους, εχόντων την εαυτών συνείδησιν κεκαυτηριασμένην» (Α' Τιμ.δ:2).

Έτσι, η συνείδηση δεν είναι απόλυτο μέτρο, είναι όμως ένα μέτρο δίκαιο. Δεν είναι παράλογο να ζητάς από τους ανθρώπους να ζουν σύμφωνα με το προειδοποιητικό φως που έχουν έμφυτο μέσα τους.

Τώρα, με βάση όλα αυτά υποστηρίζει ο απόστολος ότι όλος ο κόσμος μπορεί να σταθεί υπόδικος μπροστά στον Θεό, χωρίς να μπορεί κανείς να πει ότι αυτό δεν είναι δίκαιο. «Θα φραχθεί κάθε στόμα» (Ρωμ.γ:19) - δηλαδή, όταν θα πάμε να σταθούμε μπροστά στον Θεό, ούτε εσύ ούτε κανένας άλλος σε ολόκληρο τον κόσμο δεν θα μπορεί να πει ότι η καταδίκη του Θεού είναι άδικη.

Πόσο δίκαιο έχεις να επιβεβαιώνεις τόσο κατηγορηματικά αυτό που είχε πει ο Αβραάμ, όταν παρακαλούσε για τα Σόδομα και τα Γόμορρα: «ο κρίνων πάσαν την γην δεν θέλει κάμει κρίσιν;» (Γέν.ιη:25). Και, πολύ συχνά, όταν δεν ξέρουμε που βρίσκονται οι άνθρωποι, έχει μέγιστη σημασία και δίνει τη σωστή ανακούφιση το να στρεφόμαστε σε ένα τέτοιο κείμενο. Αλλά, αν το διαβάσεις με κάθε ειλικρίνεια μαζί με τα συμφραζόμενά του, δεν σου δίνει το βαθμό της ανακούφισης που ψάχνεις. Βλέπεις, ο Θεός σαν Κριτής έκανε αυτό που ήταν δίκαιο για τα Σόδομα και τα Γόμορρα. Και οι μόνοι που σώθηκαν ήταν ένας άνδρας και δύο γυναίκες. Όλος ο υπόλοιπος πληθυσμός εκείνων των δύο πόλεων αφανίστηκε από τον Θεό μας με μια φοβερή τιμωρία. Αυτό μας διδάσκει ότι όταν ο Κριτής όλης της γης κάνει απόδοση δικαιοσύνης, τότε αυτή είναι τρομερή.

Είναι, βέβαια, δεδομένο ότι το κακό ήταν εκτεταμένο και αποτρόπαιο σ’ αυτές τις δύο πόλεις, αλλά, από την άλλη, δύσκολα μπορεί να πει κανείς ότι είχαν ακούσει το μήνυμα του Θεού. Όλες οι ενδείξεις τείνουν στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του Λωτ και της οικογένειάς του ήταν αμελητέα. Άφησαν τις πιέσεις από το ειδωλολατρικό περιβάλλον τους να τους συνθλίψουν μέσα σ’ ένα καλούπι που δεν διέφερε ουσιαστικά από εκείνο των άπιστων γειτόνων τους.       

Αν ο Θεός έκανε αυτό που ήταν δίκαιο για τα Σόδομα και τα Γόμορρα, τότε τα μέρη του κόσμου που δεν άκουσαν το Ευαγγέλιο βρίσκονται σήμερα σε μεγάλο κίνδυνο.   

Ο Ιησούς δίδαξε ότι η φρίκη από τη φωτιά και το θειάφι που έβρεξε πάνω στα Σόδομα θα είναι η ίδια ακριβώς μ’ εκείνη που θα υπάρξει «καθ' ην ημέραν ο Υιός του ανθρώπου θέλει φανερωθή» (Λουκ.ιζ:29-30). Το ίδιο θέμα αναπτύσσεται με τρομακτικές εικόνες στο βιβλίο της Αποκάλυψης:

Αποκ.κ:10 και ο διάβολος ο πλανών αυτούς ερρίφθη εις την λίμνην του πυρός και του θείου, όπου είναι το θηρίον και ο ψευδοπροφήτης, και θέλουσι βασανίζεσθαι ημέραν και νύκτα εις τους αιώνας των αιώνων.

Αποκ.κ:15 Και όστις δεν ευρέθη γεγραμμένος εν τω βιβλίω της ζωής, ερρίφθη εις την λίμνην του πυρός.

Η φρίκη στην ιστορία της Γένεσης ήταν προσωρινή. Η φρίκη αυτού του οράματος στην Αποκάλυψη, είναι εκείνη ενός ατέλειωτου βασανισμού «εις τους αιώνας των αιώνων».

Ο Τζων Γουέσλεϋ, τον Μάρτιο του 1748 έγραφε: «Κυριολεκτικά, όπου βλέπω είτε έναν είτε χίλιους ανθρώπους να τρέχουν προς την κόλαση, είτε βρίσκονται στην Αγγλία, είτε στην Ιρλανδία, είτε στη Γαλλία, ναι, στην Ευρώπη ολόκληρη, στην Ασία, στην Αφρική ή στην Αμερική, θα τους σταματήσω αν μπορώ, σαν υπηρέτης του Χριστού, θα τους παρακαλέσω, εν ονόματί Του, να γυρίσουν πίσω και να συμφιλιωθούν με τον Θεό. Αν έκανα αλλιώς, αν άφηνα να πέσει στο λάκκο οποιαδήποτε ψυχή, την οποία θα μπορούσα να σώσω από το αιώνιο πυρ, δεν ευελπιστώ ότι ο Θεός θα δεχόταν τη δικαιολογία μου «Κύριε, δεν ήταν από την πόλη μου».

Όταν τον κατέκριναν για το ότι κήρυττε σε υπαίθριους χώρους, σε ανθρώπους που δεν θα έρχονταν ποτέ στην εκκλησία, ο Τζων Γουέσλεϋ σχολίαζε: «Θα θέλατε μήπως αυτά τα κακόμοιρα ερείπια να συνεχίσουν να αμαρτάνουν, μέχρις ότου πέσουν στην κόλαση; Σίγουρα όχι. Αλλά με ποιο άλλο μέσο θα μπορούσαν να αποσπαστούν από τη φωτιά;». Οι πεποιθήσεις του Γουέσλεϋ για τη φρίκη της καταδίκης τον οδήγησαν σε τολμηρές καινοτομίες στο πλησίασμα των άλλων ανθρώπων για τον Χριστό. Καλά θα κάνουμε να μιμηθούμε το παράδειγμά του! Ενδιαφερόταν για ολόκληρη την προσωπικότητα του ανθρώπου - αλλά δεν άφηνε να πνιγεί το έργο του της διακήρυξης του ευαγγελίου από την πολιτική και κοινωνική δράση, όπως κάνουν τόσο πολλοί σήμερα. Η σωτηρία ήταν τότε -και ακόμη είναι- η υπ’ αριθμόν ένα ανάγκη του ανθρώπινου γένους.

Άρχισα λέγοντας ότι εκείνοι που δεν άκουσαν ποτέ δεν θα κριθούν σαν να είχαν ακούσει. Και νομίζω ότι απέδειξα πως αυτό είναι αλήθεια. Αυτό, όμως, οδηγεί σε ένα άλλο ερώτημα. Τι σκέφτεται ο Θεός για εκείνους που δεν λένε το Ευαγγέλιο σ ‘αυτούς που δεν το άκουσαν ποτέ; Τους κατατάσσει στην ίδια κατηγορία με τους δολοφόνους.

Όταν ο Θεός έστειλε τον Ιεζεκιήλ για να μεταβιβάσει το λόγο Του στους Ισραηλίτες, του έδωσε μια αυστηρότατη προειδοποίηση για να μην κάνει πίσω στην αποστολή του: «Όταν λέγω προς τον άνομον, Εξάπαντος θέλεις θανατωθή, και συ δεν νουθετήσης αυτόν και δεν λαλήσης διά να αποτρέψης τον άνομον από της οδού αυτού της ανόμου, ώστε να σώσης την ζωήν αυτού, εκείνος μεν ο άνομος θέλει αποθάνει εν τη ανομία αυτού· πλην εκ της χειρός σου θέλω ζητήσει το αίμα αυτού» (Ιεζ.γ:18).

Ο Θεός διευκρινίζει εδώ ότι αυτός που δεν άκουσε δεν πεθαίνει γιατί δεν άκουσε, αλλά εξ αιτίας της αμαρτίας του. Παρόλα αυτά, προειδοποιεί ότι ο αγγελιοφόρος που κρατάει το μήνυμα για τον εαυτό του είναι στα μάτια Του σαν δολοφόνος. Τόσο σημαντικός ήταν αυτός ο κανόνας, ώστε ο Θεός τον επανέλαβε στον Ιεζεκιήλ και αργότερα στη διακονία του (Ιεζ.γ:7-8).

Σήμερα, εμείς που είμαστε η εκκλησία του Ιησού Χριστού, είμαστε υπόλογοι για τους μη ευαγγελισθέντες του κόσμου. Σε όλους μαζί μας δόθηκε η ευθύνη να πάμε σε όλο τον κόσμο και να κηρύξουμε το Ευαγγέλιο.

Στο ατομικό επίπεδο, το κρίσιμο ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσουμε είναι: «Εγώ σε ποιόν έχω σταλεί;». Δεν είναι ο καθένας σαν άτομο υπεύθυνος να φέρει μόνος του το Ευαγγέλιο σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά καλούμαστε ατομικά ο καθένας να δώσουμε τη μαρτυρία μας σε συγκεκριμένους ανθρώπους, σ ‘ένα συγκεκριμένο μέρος. Εκπληρώνεις την ευθύνη σου σ ‘αυτό τον τομέα; Ο Ιούδας παρότρυνε τους ακροατές του: «άλλους δε σώζετε μετά φόβου, αρπάζοντες αυτούς εκ του πυρός» (Ιούδ:23). Όταν υπάρχει κίνδυνος φωτιάς, δεν διστάζουμε να αρπάξουμε και να απομακρύνουμε βίαια αυτόν που επιθυμούμε να σώσουμε, γιατί δεν θα ήταν αρκετό να του κάνουμε νόημα με το δάχτυλο ή να απλώσουμε ευγενικά το χέρι. Πρέπει να ανακτήσουμε αυτή την αίσθηση του επείγοντος. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε τη σοβαρή μας ευθύνη.


Αυτοί που δεν άκουσαν το Ευαγγέλιο κρίνονται δίκαια. Είναι χαμένοι. Και το κήρυγμα του Ευαγγελίου εξακολουθεί ακόμη να είναι η μόνη τους ελπίδα. Είθε ο Θεός να δώσει και σε σένα το κουράγιο να πας εκεί που σε στέλνει.