Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Δε ζητάω τα δικά σας, αλλά εσάς



Β' Κορινθίους ιβ:14

«Ιδού, τρίτην φοράν είμαι έτοιμος να έλθω προς εσάς, και δεν θέλω σας καταβαρύνει· διότι δεν ζητώ τα υμών, αλλ' υμάς. Διότι δεν χρεωστούσι τα τέκνα να θησαυρίζωσι διά τους γονείς, αλλ' οι γονείς διά τα τέκνα..» (Β΄ Κορ. ιβ:14).
Καταπληκτική φράση, Δεν ζητώ τα δικά σας, αλλά εσάς. Αυτή η φράση φανερώνει ότι ο Θεός δεν ζητάει απλά να του δώσουμε πράγματα, ζητάει εμάς τους ίδιους.
Δεν πρέπει ποτέ να γίνουμε μια Εκκλησία όπου θα πει ο Θεός για μας, «Ο λαός ούτος με πλησιάζει με το στόμα αυτών και με τα χείλη με τιμά, η δε καρδία αυτών μακράν απέχει απ' εμού» (Ματθ.ιε:8). Όπου δίνουμε από τα χρήματά μας, για να μας αφήσει ο Θεός ήσυχους να κάνουμε μετά ό,τι θέλουμε και η καρδιά μας θα είναι μακριά Του. Δε πρέπει ποτέ να γίνουμε μια Εκκλησία όπου ο Θεός θα μας πει, «Ουαί εις εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριταί, διότι αποδεκατίζετε το ηδύοσμον και το άνηθον και το κύμινον, και αφήκατε τα βαρύτερα του νόμου, την κρίσιν και τον έλεον και την πίστιν· ταύτα έπρεπε να πράττητε και εκείνα να μη αφίνητε» (Ματθ.κγ:23). Ο Θεός δε ζητάει τα λεφτά μας, ζητάει εμάς τους ίδιους.

Το ίδιο ισχύει παντού. Πόσοι γάμοι χειροτερεύουν και οι σχέσεις κρυώνουν επειδή ο ένας δεν ακούει την κραυγή του άλλου: δεν θέλω άλλα λεφτά, θέλω εσένα. Πόσοι γονείς δεν διαβάζουν τα σημάδια στη συμπεριφορά των παιδιών τους: δεν θέλω άλλα δώρα μπαμπά, θέλω εσένα. 
Δεν έχει ανάγκη τα λεφτά μας ο Θεός. Δική Του είναι η γη και ό,τι τη γεμίζει. Έτσι γράφει στον Ψαλμό κδ:1, Του Κυρίου είναι η γη, και το πλήρωμά της· η οικουμένη, και όσοι κατοικούν σ' αυτή.
Θα ξεκινήσουμε, λοιπόν πρώτα από την Παλαιά Διαθήκη και μετά θα πάμε στην Καινή για να δούμε ότι οι άνθρωποι που έδωσαν πρώτα τον εαυτό τους στο Θεό, πρέπει να δίνουν και από τα υπάρχοντά τους για τη Βασιλεία Του.
Η πιο παλιά αναφορά βρίσκεται στη Γέν.ιδ, όπου ο Αβραάμ κυνηγάει το βασιλιά Χοδολλογομόρ, για να γλιτώσει τον ανιψιό Του, τον Λώτ. Με 318 οπλισμένους άντρες, τον νικάει και όχι μόνο σώζει τον Λώτ, αλλά παίρνει πίσω και όλα όσα είχαν κλέψει από τα Σόδομα. Στο δρόμο της επιστροφής, μια μυστηριώδης φιγούρα που ονομάζεται Μελχισεδέκ, και ήταν ιερέας του Ύψιστου Θεού συναντά τον Αβραάμ και τον ευλογεί. Σ’ αυτό το σημείο διαβάζουμε την εξής απλή φράση: Και ο Άβραμ έδωσε σ' αυτόν ένα δέκατο από όλα (Γέν.ιδ:20).
Ούτε στο νόμο του Μωυσή ούτε οπουδήποτε αλλού στη Γραφή υπάρχει εντολή να δίνεται δέκατο από τα λάφυρα σε ιερέα. Ο Αβραάμ όμως, το έκανε, σαν έκφραση ευγνωμοσύνης στο Θεό ο οποίος του χάρισε μια μεγάλη νίκη.
Στην πρώτη λοιπόν επαφή μας με το δέκατο, βρίσκουμε τον Αβραάμ ο οποίος δεν δίνει στο Θεό, ώστε ο Θεός να κάνει κάτι, αλλά σαν ανταπόκριση επειδή τον βοήθησε, τον έσωσε και τον ευλόγησε. Αυτό το μοντέλο δεν πρέπει να το ξεχάσουμε. Το δέκατο δεν δίνεται στο Θεό για να κάνει κάτι ο Θεός, αλλά από ευγνωμοσύνη.
Το επόμενο περιστατικό του δέκατου βρίσκεται στη Γένεση κη. Ο εγγονός του Αβραάμ, ο Ιακώβ, έχει δει ένα όνειρο στη Βαιθήλ, και στο όνειρό του, ο Θεός του υποσχέθηκε πως θα είναι μαζί του, θα του δώσει μια μεγάλη γη και πολλούς απογόνους. Ο Ιακώβ ανταποκρίνεται δίνοντας και εκείνος μια υπόσχεση στα εδάφια 20 ως 22 η οποία κορυφώνεται με τα εξής λόγια: Και από όλα όσα μου δώσεις, το δέκατο θα το προσφέρω σε σένα (Γέν.κη:22β).
Προσέξτε πως ο Ιακώβ αναγνωρίζει πως όλα όσα έχει είναι δώρο από το Θεό. Από όλα που εσύ θα μου δώσεις, το ένα δέκατο θα έρθει πίσω σε σένα. Το δέκατο λοιπόν, δεν είναι κάτι που ο ίδιος παρήγαγε και μετά το δίνει στο Θεό. Αντίθετα είναι μια συμβολική δήλωση πως όλα όσα έχουμε προέρχονται από το Θεό και δεν τα θεωρούμε δικά μας. Το δέκατο υπενθυμίζει πως όλα ανήκουν στο Θεό και εμείς το δείχνουμε αυτό δίνοντας το, για τους σκοπούς του Θεού.
Δεν εννοούσε βέβαια ο Ιακώβ πως αφού ο Θεός τα δίνει όλα, θα δοξάσει το Θεό με το ένα δέκατο, αλλά όχι με τα εννέα δέκατα. Οτιδήποτε μας χαρίζει ο Θεός, μας το εμπιστεύεται για να το χρησιμοποιήσουμε με τρόπο που να Τον δοξάζει. Δίνοντας το δέκατο στο Θεό λοιπόν, αναγνωρίζουμε πως όλα όσα έχουμε ανήκουν στο Θεό, ανά πάσα στιγμή.
Την περίοδο του Μωυσή, ο δεκατισμός έγινε μέρος του νόμου. Υπάρχουν δύο πολύ σημαντικές περικοπές.
«Και παν δέκατον της γης, είτε εκ του σπόρου της γης είτε εκ του καρπού των δένδρων, του Κυρίου είναι· είναι άγιον εις τον Κύριον. Και εάν ποτέ θελήση τις να εξαγοράση το δέκατον αυτού, θέλει προσθέσει εις αυτό το πέμπτον αυτού. Και παν δέκατον βοών και προβάτων, παντός ζώου διαβαίνοντος υποκάτωθεν της ράβδου, το δέκατον θέλει είσθαι άγιον εις τον Κύριον» (Λευιτ.κζ:30-32).
Ο νόμος λοιπόν, ξεκαθάριζε όλα όσα έπρεπε να δεκατιστούν. Αυτά που παράγει η γη, και αυτά που παράγουν τα ζώα.
«Θέλεις εξάπαντος δεκατίζει πάντα τα γεννήματα του σπόρου σου, τα οποία φέρει ο αγρός κατ' έτος. Και θέλεις τρώγει ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, εν τω τόπω όντινα εκλέξη διά να θέση το όνομα αυτού εκεί, το δέκατον του σίτου σου, του οίνου σου και του ελαίου σου, και τα πρωτότοκα των βοών σου και των προβάτων σου· διά να μάθης να φοβήσαι πάντοτε Κύριον τον Θεόν σου. Και εάν η οδός ήναι πολύ μακράν διά σε, ώστε να μη δύνασαι να φέρης αυτά, ή εάν ο τόπος απέχη πολύ από σου, όντινα εκλέξη Κύριος ο Θεός σου διά να θέση εκεί το όνομα αυτού, ότε σε ηυλόγησε Κύριος ο Θεός σου, τότε θέλεις εξαργυρώσει αυτά, και θέλεις κομποδέσει το αργύριον εις την χείρα σου και υπάγει εις τον τόπον όντινα εκλέξη Κύριος ο Θεός σου· και θέλεις δώσει το αργύριον αντί οποιουδήποτε πράγματος επιθυμεί η ψυχή σου, αντί βοών ή αντί προβάτων ή αντί οίνου ή αντί σίκερα ή αντί οποιουδήποτε πράγματος ορέγεται η ψυχή σου· και θέλεις τρώγει εκεί ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, και θέλεις ευφρανθή, συ και ο οίκός σου και ο Λευΐτης ο εντός των πυλών σου· δεν θέλεις εγκαταλείψει αυτόν· διότι δεν έχει μερίδα ουδέ κληρονομίαν μετά σου. Εις το τέλος του τρίτου έτους, θέλεις εκφέρει παν το δέκατον των γεννημάτων σου του έτους εκείνου, και θέλεις εναποθέτει εντός των πυλών σου· και ο Λευΐτης, διότι δεν έχει μερίδα ουδέ κληρονομίαν μετά σου, και ο ξένος και ο ορφανός και η χήρα, οίτινες είναι εντός των πυλών σου, θέλουσιν έρχεσθαι και θέλουσι τρώγει και χορταίνει διά να σε ευλογήση Κύριος ο Θεός σου εις πάντα τα έργα της χειρός σου όσα εργάζεσαι» (Δευτ.ιδ:22-29).
Μερικές πολύ σύντομες παρατηρήσεις από αυτή την περικοπή για τον σκοπό και την πρακτική του δέκατου.
Πρώτο, σύμφωνα με το εδάφιο 23, θα έπρεπε μια φορά το χρόνο κάθε χρόνο να ταξιδέψουν εκεί που ο Θεός είχε βάλει το όνομά Του. Μετέπειτα ο τόπος αυτός ήταν η Ιερουσαλήμ. Οι άνθρωποι έπαιρναν το δέκατό τους και το έτρωγαν εκεί, ή τουλάχιστον ένα μέρος από αυτό σε μια γιορτή χαράς. Το δέκατο δεν ήταν απλά να πληρώσουν τους ιερείς και να συντηρήσουν το ναό. Ήταν μια έκφραση χαράς και ευγνωμοσύνης. Δε χρειαζόταν ο Θεός το δέκατό τους. Προστάζοντας τους όμως να δεκατίζουν ζητούσε τους ίδιους, όχι τα λεφτά τους ή τα ζώα τους.
Δεύτερη παρατήρηση, στο τέλος του εδαφίου 23 είναι πως ο σκοπός της γιορτής της δεκάτης ήταν, για να μάθεις να φοβάσαι πάντοτε τον Κύριο τον Θεό σου. Πάρε το δέκατο όλης της παραγωγής του χρόνου, πήγαινε στον άγιο τόπο του Θεού, πρόσφερέ το στο Θεό, φάτο ή ένα μέρος του, για τη δόξα Του με ευγνωμοσύνη. Για να μάθεις να Τον φοβάσαι. Ήταν ένα μέσο για να θυμούνται πόσο πολύ εξαρτιόνταν από το Θεό, πόσο Τον είχαν ανάγκη, και πως θα έπρεπε να φοβούνται να Τον δυσαρεστήσουν με την αχαριστία τους.
Τρίτο, υπήρχε η πρόβλεψη για αυτούς για τους οποίους ήταν βαρύ να κουβαλήσουν το στάρι, ή το κοπάδι ήταν μεγάλο για να το μεταφέρουν. Μπορούσαν να το πουλήσουν, και να χρησιμοποιήσουν τα χρήματα για να αγοράσουν άλλα όταν θα έφταναν εκεί που θα λάτρευαν το Θεό.
Τέταρτο, το δέκατο δεν θα το έτρωγε η οικογένεια μόνη της. Οι Λευίτες οι οποίοι ζούσαν επίσης ανάμεσα στις φυλές του Ισραήλ και δεν είχαν δική τους γη, έπρεπε να υποστηριχθούν από αυτούς που δεκάτιζαν από τις υπόλοιπες 11 φυλές και θα τρως εκεί μπροστά στον Κύριο τον Θεό σου, και θα ευφρανθείς, εσύ, και η οικογένειά σου, και ο Λευίτης, που είναι μέσα στις πύλες σου· δεν θα τον εγκαταλείψεις· επειδή, δεν έχει μερίδα ούτε κληρονομιά μαζί σου. Οι Λευίτες δεν είχαν δικά τους χωράφια ούτε κοπάδια. Δίνοντας το δέκατο γιόρταζαν την πιστότητα του Θεού αλλά επίσης υποστήριζαν το θεσμό των Λευιτών που ο Θεός είχε θεσπίσει.
Πέμπτο, τα εδάφια 28 και 29, περιγράφουν ένα δέκατο που δίνονταν κάθε τρία χρόνια το οποίο όχι μόνο υποστήριζε τους Λευίτες, αλλά και τις τρεις πιο ευπαθείς, ευάλωτες κοινωνικές ομάδες: τους ξένους, τα ορφανά και τις χήρες. Πέρα από ότι δίνονταν κάθε χρόνο, κάθε τρία χρόνια υπήρχε αυτό το ιδιαίτερο δέκατο.
Τέλος, ο Θεός υποσχέθηκε την ευλογία Του σε αυτούς που θα ήταν πιστοί σ’ αυτή την πράξη ελέους προς τους ανθρώπους και ευγνωμοσύνης προς το Θεό. Και εδώ είναι η κατάλληλη στιγμή να θυμηθούμε δύο αλήθειες.
Η πρώτη είναι πως τα περισσότερα δέκατα δίνονταν στο Θεό, πως; Δίνοντας τα σε ανθρώπους. Ο Θεός δεν μπορεί να γίνει πλουσιότερος από εμάς. Δεν έχει ανάγκες τις οποίες  οι περιουσίες μας μπορούν να καλύψουν. Δοξάζεται όμως, με τον τρόπο με τον οποίο φερόμαστε στους άλλους, στο όνομά Του, με πράξεις που δείχνουν πως αναγνωρίζουμε το πόσο πλούσια μας ευλογεί και πως τον εμπιστευόμαστε να φροντίσει τις δικές μας ανάγκες, όταν δίνουμε.
Το άλλο που αξίζει να θυμόμαστε από αυτή την περικοπή είναι πως ο Θεός πάντα τιμά αυτούς που δίνουν το δέκατό τους με καθαρή καρδιά πίστης. Δεν υπόσχεται ο Θεός όταν δεκατίζουμε να μας κάνει πλούσιους. Αυτοί που αγαπούν το Θεό και Τον εμπιστεύονται αρκετά ώστε να Τον τιμήσουν δίνοντας το δέκατό τους, ποτέ δε θα λειφτούν αυτά που χρειάζονται. και ο Λευίτης, (επειδή, δεν έχει μερίδα ούτε κληρονομιά μαζί σου), και ο ξένος, και ο ορφανός, και η χήρα, που είναι μέσα στις πύλες σου, θα έρχονται, και θα τρώνε και θα χορταίνουν· για να σε ευλογήσει ο Κύριος ο Θεός σου, σε όλα τα έργα των χεριών σου, όσα εργάζεσαι.  Να η υπόσχεση του Θεού! Και είναι σε ισχύ ακόμη και σήμερα.
Υπάρχουν δύο ακόμη πολύ σημαντικές περικοπές στην Παλαιά Διαθήκη που δείχνουν πως τα δέκατα δίνονταν ιδιαίτερα για τους Λευίτες.
Στους Αριθμούς γράφει, επειδή, τα δέκατα των γιων Ισραήλ, που θα προσφέρουν ως προσφορά που υψώνεται στον Κύριο, τα έδωσα κληρονομιά στους Λευίτες· γι' αυτό είπα γι' αυτούς: Ανάμεσα στους γιους Ισραήλ δεν θα έχουν καμιά κληρονομιά (Αριθμοί ιη:24). Όλη η περικοπή ξεκινάει από το εδάφιο 21.
Η άλλη περικοπή είναι στο Β΄ Χρονικών λα:4-18, όπου λέει πως ο βασιλιάς Εζεκίας είπε στο λαό, που κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ, να δίνει τη μερίδα των ιερέων και των Λευιτών, για να ενισχύονται στο νόμο τού Κυρίου (Β΄Χρον. λα:4). Το δέκατο λοιπόν, χρησιμοποιούνταν για να συντηρούνται διακονίες τις οποίες ο Θεός είχε ορίσει.
Κλείνοντας από την Παλαιά Διαθήκη, το δέκατο πάει πίσω στην αρχή της ιστορίας, πριν να δοθεί ο νόμος, και ήταν μια έκφραση ευγνωμοσύνης στο Θεό που φροντίζει και προστατεύει το λαό Του, που ο ίδιος τους δίνει τα πάντα τα οποία έχουν. Αργότερα με το Μωσαϊκό νόμο, το δέκατο ήταν κομμάτι της λατρείας στο Θεό και δίνονταν για να υποστηριχθούν διακονίες, για να καλυφθούν ανάγκες, για να γιορτάσουν και να θυμηθούν την καλοσύνη του Θεού, να μάθουν να φοβούνται το Θεό, δηλαδή να φοβούνται να μην τον εμπιστευθούν για τις ανάγκες τους.
 
Στην Καινή Διαθήκη, η εικόνα αλλάζει. Ο Χριστός αναφέρεται στο δέκατο δύο φορές, και τις δύο επικρίνοντας τη νομικίστικη κατάχρησή του.
«Ουαί εις εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριταί, διότι αποδεκατίζετε το ηδύοσμον και το άνηθον και το κύμινον, και αφήκατε τα βαρύτερα του νόμου, την κρίσιν και τον έλεον και την πίστιν· ταύτα έπρεπε να πράττητε και εκείνα να μη αφίνητε» (Ματθ.κγ:23).
Η δεύτερη πολύ γνωστή περικοπή είναι η παραβολή του τελώνη και του Φαρισαίου: Είπε δε και σε μερικούς, που είχαν το θάρρος στον εαυτό τους ότι είναι δίκαιοι, και καταφρονούσαν τούς υπόλοιπους, τούτη την παραβολή: Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ιερό για να προσευχηθούν· ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. Ο Φαρισαίος, καθώς στάθηκε, προσευχόταν από μέσα του τα εξής: Σε ευχαριστώ, Θεέ, ότι δεν είμαι όπως και οι λοιποί άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή και όπως αυτός ο τελώνης. Νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, αποδεκατίζω όλα όσα έχω…(Λουκ.ιη:9-14).
Είναι προφανές πως ο Χριστός δεν έβλεπε το δέκατο ως πανάκεια. Δεν το απορρίπτει, αλλά δίνει βάρος στα βαρύτερα πράγματα του νόμου, όπως π.χ. η πίστη. Μπορεί να δεκατίζει κάποιος τα πάντα και να μην εμπιστεύεται το Θεό. Ο Χριστός δεν ζητούσε τα δικά τους, αλλά τους ίδιους. Την αγάπη τους ήθελε, όχι τα χρήματά τους.
Ο απόστολος Παύλος, αναφέρεται στο δίδειν, αλλά χωρίς να χρησιμοποιεί τη λέξη «δέκατο». Δίνει οδηγίες βέβαια στις επιστολές. Γράφει π.χ, Κατά την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, κάθε ένας από σας, ας εναποθέτει κατά μέρος, θησαυρίζοντας ό,τι αν ευπορεί· ώστε, όταν έρθω, να μη συγκεντρώνονται τότε συνεισφορές (Α΄Κορ.ις:2). 
Γράφει επίσης στη Β΄ Κορινθίους τα εξής, πρώτα στο κεφάλαιο 8, Σας γνωστοποιούμε δε, αδελφοί, τη χάρη τού Θεού, που έχει δοθεί στις εκκλησίες της Μακεδονίας· ότι η περίσσεια της χαράς τους, ενώ δοκίμαζαν μεγάλη θλίψη, και η βαθιά τους φτώχεια ανέδειξε με περίσσεια τον πλούτο της γενναιοδωρίας τους. Επειδή, υπήρξαν αυτοπροαίρετοι, σύμφωνα με τη δύναμή τους, και περισσότερο από τη δύναμή τους· (δίνω μαρτυρία γι' αυτό) (Β΄ Κορ.η:1-3).
Αυτοί οι άνθρωποι έδωσαν περισσότερο από ό,τι μπορούσαν. Και το έκαναν μέσα σε μεγάλη θλίψη, μέσα σε βαθιά φτώχεια. Μέσα σε τέτοια προβλήματα ήταν γενναιόδωροι, αυτοπροαίρετα. Δεν το έκαναν με το ζόρι. Το έκαναν με πολλή χαρά και για τις δυνάμεις τους, έδωσαν πιο πολλά από όσο μπορούσαν. Γιατί; Προφανώς επειδή θεώρησαν πως οι φτωχοί στην Ιερουσαλήμ ήταν πιο φτωχοί από τους ίδιους. Και χρειάζεται πίστη, για να δεις το πρόβλημα του άλλου, όταν εσύ έχεις δικά σου.
Πάντα θα έχουμε καλούς και λογικούς λόγους να κρατήσουμε για τον εαυτό μας. Τι είπε ο Χριστός όμως; Μακάριο να δίνει κάποιος μάλλον, παρά να παίρνει (Πράξ.κ:35).
Επίσης στο επόμενο κεφάλαιο γράφει, Λέω, μάλιστα, τούτο, ότι αυτός που σπέρνει φειδωλά, φειδωλά και θα θερίσει· κι αυτός που σπέρνει με αφθονία, με αφθονία και θα θερίσει. Κάθε ένας ανάλογα με την προαίρεση της καρδιάς του, όχι με λύπη ή από ανάγκη· επειδή, τον πρόσχαρο δότη αγαπάει ο Θεός. Είναι, όμως, δυνατός ο Θεός να σας δώσει με περίσσεια κάθε χάρη, ώστε έχοντας πάντοτε κάθε αυτάρκεια, σε κάθε τι, να περισσεύετε σε κάθε έργο αγαθό (Β΄ Κορ.θ:6-8).
Ο Θεός δε θέλει να δίνουμε τίποτα για Κείνον με το ζόρι. Όχι μόνο τα χρήματά μας, αλλά και την υπηρεσία μας. Αν δεν είσαι χαρούμενος και ευγνώμων στο Θεό που είχες το προνόμιο να Τον υπηρετήσεις, μην το κάνεις. Και με τα χρήματα, αν θέλεις δώσε. Ό,τι δώσεις όμως, κάντο με χαρά γιατί τον πρόσχαρο δωρητή αγαπάει ο Θεός.
Και όταν το κάνεις να θυμάσαι πως ο Θεός έχει δύναμη, όταν δίνεις να έχεις όσα σου χρειάζονται, αυτό σημαίνει αυτάρκεια, να αρκούμαι σε όσα έχω. Μπορεί ο Θεός λοιπόν, να μου δώσει χάρη, ώστε δίνοντας από αυτά που έχω, να περισσεύω σε καλά έργα. Δηλαδή, μην περιμένεις να σου περισσεύουν για να δίνεις. Αυτό δεν θα γίνει ποτέ. Έχοντας, όμως όσα μου χρειάζονται, θα μου δώσει χάρη ο Θεός, ώστε να κάνω πολλά πράγματα. Φτάνει να δώσω, και όχι με το ζόρι, αλλά με χαρά.  
Όλα αυτά, όλη αυτή η αλλαγή αν θέλετε από την Παλαιά στην Καινή Διαθήκη υπάρχει επειδή ο Θεός θέλει να ρωτήσουμε τον εαυτό μας, μια ερώτηση. Η ερώτηση δεν είναι «πόσο πρέπει να δώσω;» Η ερώτηση είναι «πόσο πρέπει να κρατήσω;»
Μια από τις διαφορές ανάμεσα στην παλαιά και στην Καινή Διαθήκη, είναι και η μεγάλη αποστολή. Γενικά μιλώντας δεν ήταν άνθρωποι με ιεραποστολικό προσανατολισμό στην Παλαιά Διαθήκη. Στην Καινή όμως, βασικά οι άνθρωποι του Θεού, αυτό είναι: ιεραπόστολοι. Αυτό που μας έχει δώσει ο Χριστός, μας ζητάει να το πούμε και σε άλλους.
 
Μας ζητάει να έχουμε στο κέντρο της ζωής μας, την επέκταση της δικής Του βασιλείας. Να δώσουμε, όχι από αυτό που περισσεύει, αλλά πρώτα για τη βασιλεία Του, με χαρά, με γενναιοδωρία, με πίστη, πως με λιγότερα χρήματα για τις δικές μας ανάγκες, ο Θεός είναι δυνατός και θα τις φροντίσει.
Στην Καινή Διαθήκη δεν μπορώ να σκέφτομαι, πως αν δώσω το 10% τελείωσα. Έβγαλα την υποχρέωση και τώρα τα άλλα είναι δικά μου, να τα κάνω ό,τι θέλω. Αδελφοί μου, τίποτα δεν είναι δικό μας. Όλα ο Θεός τα έχει δώσει. Ο βασιλιάς Δαβίδ, όταν αφιέρωνε τα υλικά για το χτίσιμο του ναού είπε τα εξής. Ας διαβάσουμε την προσευχή του:
Και ο Δαβίδ ευλόγησε τον Κύριο μπροστά σε ολόκληρη τη σύναξη· και ο Δαβίδ είπε: Ευλογητός εσύ, Κύριε, ο Θεός τού Ισραήλ, ο πατέρας μας, από τον αιώνα και μέχρι τον αιώνα. Δική σου, Κύριε, είναι η μεγαλοσύνη, και η δύναμη, και η τιμή, και η νίκη και η δόξα· επειδή, δικά σου είναι όλα όσα είναι στον ουρανό και όσα είναι επάνω στη γη· δική σου είναι η βασιλεία, Κύριε, και εσύ είσαι που υψώνεσαι σαν κεφάλι πιο πάνω από όλους· και ο πλούτος και η δόξα από σένα έρχονται, και εσύ δεσπόζεις τα πάντα· και στο χέρι σου είναι η ισχύς και η δύναμη· και στο χέρι σου είναι να μεγαλύνεις και να ισχυροποιείς τα πάντα. Τώρα, λοιπόν, Θεέ μας, εμείς σε ευχαριστούμε, και υμνούμε το ένδοξο όνομά σου. Αλλά, ποιος είμαι εγώ, και ποιος είναι ο λαός μου, ώστε να μπορούμε να προσφέρουμε πρόθυμα σε σένα με έναν τέτοιο τρόπο; Επειδή, τα πάντα έρχονται από σένα, και από τα δικά σου δίνουμε σε σένα. Επειδή, είμαστε ξένοι μπροστά σου, και πάροικοι, όπως και όλοι οι πατέρες μας· οι ημέρες μας επάνω στη γη είναι σαν σκιά, και μονιμότητα δεν υπάρχει.  Κύριε, Θεέ μας, ολόκληρο αυτό το πλήθος που ετοιμάσαμε για να οικοδομήσουμε οίκο σε σένα για το άγιο όνομά σου, έρχεται από το χέρι σου, και τα πάντα είναι δικά σου (Β΄ Χρον.κθ:10-16).
Αφού όλα είναι του Θεού, η ερώτηση είναι λογική: Πόσα πρέπει να κρατήσω για μένα και την οικογένειά μου; Πόσα χρειαζόμαστε για τις ανάγκες μας;
Ζούμε σε ένα κόσμο που είναι περικυκλωμένος από πολυτέλεια. Εμείς, όμως τα παιδιά του Θεού είμαστε πάροικοι σε αυτόν τον κόσμο. Προσωρινοί. Το ξέρουμε, το διαβάζουμε στη Γραφή, το ψάλλουμε στους ύμνους μας, το λέμε στις προσευχές μας. Η ερώτηση λοιπόν είναι: πόσα να δώσω για τις δικές μου ανάγκες, ώστε να δώσω απλόχερα, γενναιόδωρα, με χαρά στο έργο του Θεού. Πόσο να επιτρέψω στον εαυτό μου από αυτά που μου εμπιστεύθηκε ο Θεός;
 
Η σκέψη μου πρέπει να είναι όχι πώς να αποφύγω να δώσω το δέκατο, αλλά μήπως θα άξιζε να στερηθώ κάτι για να δώσω σε μια άλλη ανάγκη; Δεν είναι θέμα ποσοστών αδελφοί μου. Είναι θέμα καρδιάς και αυτό.
Το 10% δεν απεικονίζει αυτό που θέλει ο Θεός. Τι είπε ο Χριστός; Αυτός που έχει τα δύο, ας δίνει το ένα. Αυτός που έχει δύο χιτώνες, να δώσει τον έναν σ' εκείνον που δεν έχει· κι αυτός που έχει τροφές, ας κάνει το ίδιο (Λουκάς γ:11). Πόσο είναι αυτό; 50%! Ο Ζακχαίος όταν μετανόησε, είπε, Δες, τα μισά από τα υπάρχοντά μου, Κύριε, τα δίνω στους φτωχούς· κι αν συκοφάντησα κάποιον σε κάτι, αποδίδω τετραπλάσια (Λουκάς ιθ:8). Και αυτός τα μισά έδωσε.
Τι είπε ο Χριστός στον πλούσιο νέο; Αν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τα υπάρχοντά σου, και δώσ' τα στους φτωχούς· και θά'χεις θησαυρό στον ουρανό· και έλα, ακολούθα με (Ματθ. ιθ:21). Αυτό είναι το 100%. Αλλού είπε, Έτσι, λοιπόν, καθένας από σας που δεν απαρνιέται όλα τα υπάρχοντά του, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου (Λουκάς ιδ:33). Πάλι 100%. Όταν κάποιος είπε στο Χριστό, θα σε ακολουθήσω όπου πας, ο Χριστός απάντησε, Οι αλεπούδες έχουν φωλιές, και τα πουλιά τού ουρανού κατοικίες· ο Υιός τού ανθρώπου, όμως, δεν έχει πού να γείρει το κεφάλι (Λουκάς θ:57).
Στην πρώτη Εκκλησία, ζούσαν με αυτή τη νοοτροπία: Και όλοι εκείνοι που πίστευαν ήσαν μαζί, και είχαν τα πάντα κοινά· και πουλούσαν τα κτήματα και τα υπάρχοντά τους και τα μοίραζαν σε όλους, σύμφωνα με ό,τι κάθε ένας είχε ανάγκη (Πράξεις β:44-45). Δεν τους το ζήτησε κανένας. Ούτε διαβάζουμε σε κάποια επιστολή πως και εμείς πρέπει να κάνουμε το ίδιο. Το έκαναν όμως! Πιο κάτω γράφει, Δεν υπήρχε ούτε ένας ανάμεσά τους που είχε ανάγκη· επειδή, όσοι ήσαν κάτοχοι χωραφιών ή σπιτιών, αφού τα πουλούσαν, έφερναν το αντίτιμο της αξίας εκείνων που πουλούσαν (Πράξεις δ:34). Και για τους πιστούς στη Μακεδονία διαβάσαμε. Μέσα στη φτώχεια τους, έδωσαν πιο πολλά από ό,τι είχαν.
Πόσο να δώσω; Τι να κάνω για να είμαι εντάξει; Η απάντηση αδελφοί είναι η εξής. Και νομίζω αυτό καθρεφτίζει το πνεύμα της Καινής Διαθήκης. Δώσε γενναιόδωρα και με χαρά. Το θέμα δεν είναι πόσα να δώσω; Η ερώτηση είναι πόσα να κρατήσω; Η ερώτηση δεν είναι «μπορώ να δεκατίσω;». Όχι η ερώτηση είναι, μπορώ να δικαιολογήσω, στα μάτια του Θεού το ξόδεμα του 90% του μισθού μου;
Ο Θεός αδελφοί δεν ζητά τα δικά μας, αλλά εμάς τους ίδιους. Πρακτικά μιλώντας τώρα, τι να κάνω για να ξεκινήσω να προσφέρω στο Θεό; Ξεκίνα με το 10%. Άρχισε με αυτό. Και τήρησέ το ευλαβικά. Όχι στο τέλος του μήνα, αν περισσέψουν. Στην αρχή δώσε τα. Παράλληλα προσευχήσου και ψάξε. Ψάξε μέσα στην καρδιά σου, ψάξε να βρεις ευκαιρίες, και λόγους, να δώσεις παραπάνω και δες πως νοιώθεις. Ο Θεός υπόσχεται πως δε θα μας λείψει τίποτα αδελφοί. Τίποτα όταν λέμε, από αυτά που χρειαζόμαστε. Όχι από αυτά που θα θέλαμε να έχουμε. Ζητάτε πρώτα τη βασιλεία τού Θεού, και τη δικαιοσύνη του· και όλα αυτά θα σας προστεθούν (Ματθ.ς:33).
Φέρτε όλα τα δέκατα στην αποθήκη, για να είναι τροφή στον οίκο μου· και, τώρα, δοκιμάστε με σε τούτο, λέει ο Κύριος των δυνάμεων, αν δεν σας ανοίξω τούς καταρράκτες τού ουρανού, και εκχέω την ευλογία σε σας, ώστε να μη επαρκεί τόπος γι' αυτή (Μαλαχίας γ:10).
Αυτός είναι ο Θεός μας. Πλούσιος, γενναιόδωρος μαζί μας. Τα μαθηματικά Του, μας αφήνουν άναυδους. Δοκίμασέ Τον. Πως; Τον επόμενο μήνα, δώσε το ένα δέκατο από την αρχή. Με το που θα πάρεις το μισθό σου. Και θα δεις τι θα γίνει. Θα βλέπεις τις ανάγκες σου αλλιώς. Θα δεις την πιστότητα του Θεού στην πράξη. Ο Θεός δε ζητάει τα δικά μας. Ζητάει εμάς. Αμήν.