Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Ορισμός του Αγιασμού


Ο Θεός είναι άγιος. Η αγιότητα είναι θεμελιώδης ιδιότητα της φύσης Του και σημαίνει απόλυτη αγνότητα και ηθική τελειότητα. Για τον άνθρωπο, αγιασμός σημαίνει συμμόρφωση με το χαρακτήρα και το θέλημα του Θεού. Σημαίνει να σκεπτόμαστε όπως ο Θεός σκέπτεται, να αγαπάμε όπως ο Θεός αγαπά, να μισούμε ότι Αυτός μισεί, να ενεργούμε όπως ο Χριστός θα ενεργούσε. Σημαίνει να έχουμε νου Χριστού και το ίδιο φρόνημα μ’ Αυτόν (Α’ Κορ.β:16  Φιλιπ.β:5).
Η αντίληψη περί αγιασμού στην Παλαιά Διαθήκη ήταν «αποχωρισμός και αφιέρωση». Για παράδειγμα, το Σάββατο ήταν άγια μέρα, γιατί δεν γινόταν καμία εργασία, ταξίδι ή άλλες κοσμικές δραστηριότητες. Ήταν αφιερωμένο σε ανάπαυση. Τα αγγεία του ναού ήταν άγια γιατί ήταν ξεχωρισμένα από κάθε καθημερινή και συνηθισμένη χρήση και ήταν αφιερωμένα μόνο σε άγια χρήση.

Ο Θεός έδωσε εντολή στο λαό Του, να είναι άγιος (Λευιτ.ια:44, ιθ:2, κ:7), αποχωρισμένος από όλους τους άλλους λαούς και αφιερωμένος στη λατρεία του ενός αληθινού Θεού. Ο Λευιτικός νόμος έκανε τους Ισραηλίτες να ξεχωρίζουν από όλα τα άλλα έθνη ως προς τη διατροφή τους, την ενδυμασία, την καλλιέργεια των αγρών, την τήρηση του Σαββάτου, την υγιεινή και τους κανόνες ηθικής. Οι νόμοι και οι διατάξεις αυτές δίδασκαν σαφή διαχωρισμό μεταξύ καθαρού, άγιου και βέβηλου (Λευιτ.ια:47, Iεζεκ.κβ:26).
Ο τελετουργικός νόμος σκιαγραφούσε μεγαλύτερες πνευματικές αλήθειες, διδάσκοντας πνευματικές αρχές με φυσικούς τύπους (Γαλάτ.γ:24,25, Eβρ.ι:1). Η Καινή Διαθήκη κατάργησε τους τελετουργικούς τύπους, ενώ διατήρησε τον ηθικό νόμο και τον πνευματικό αγιασμό (Κολ.β:16-17).
Οικοδομημένη πάνω στην αντίληψη περί αγιασμού της Παλαιάς Διαθήκης, η Καινή Διαθήκη διδάσκει ένα αντίστοιχο δίπτυχο ορισμό ηθικής αγιότητας για το λαό του Θεού:
1.  Αποχωρισμός από την αμαρτία και το σύστημα του κόσμου
2.  Αφιέρωση στο Θεό και το θέλημά Του.
Ακριβώς όπως ένα άτομο απαρνείται κάθε άλλη ρομαντική σχέση (πραγματική ή πιθανή), για να απολαύσει την ολοκληρωτική αφοσίωση μιας έγγαμης σχέσης, έτσι και εμείς πρέπει να αρνηθούμε την κοσμική ζωή και να απολαύσουμε ότι είναι μέρος της νέας μας ζωής εν Χριστώ.
Ρωμ.ιβ:1-2: “Σας παρακαλώ λοιπόν, αδελφοί, διά των οικτιρμών του Θεού, να παραστήσετε τα σώματά σας θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον εις τον Θεόν, ήτις είναι η λογική σας λατρεία, και μην συμμορφώνεσθε με τον αιώνα τούτον, αλλά μεταμορφώνεσθε διά της ανακαινίσεως του νοός σας, ώστε να δοκιμάζετε τι είναι το θέλημα του Θεού το αγαθόν και ευάρεστον και τέλειον”
Β’ Κορ.ζ:1  “Έχοντες λοιπόν, αγαπητοί, ταύτας τας επαγγελίας, ας καθαρίσωμεν εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, εκπληρούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού”.
Εφεσ.δ:22-24:  “Να απεκδυθήτε τον παλαιόν άνθρωπον, τον κατά την προτέραν διαγωγή, τον φθειρόμενον κατά τας απατηλάς επιθυμίας, και ανανεόνεσθε εις το πνεύμα του νοός και ενδυθήτε τον νέον άνθρωπον τον κτισθέντα κατά Θεόν εν δικαιοσύνη και οσιότητι της αληθείας”.
Περιληπτικά, αγιασμός σημαίνει να μιμηθούμε το Χριστό, να γίνουμε όμοιοι μ’ Αυτόν. Ο άγιος άνθρωπος δεν θα ικανοποιήσει τις επιθυμίες της αμαρτωλής φύσης, αλλά θα ενδυθεί την προσωπικότητα και το φρόνημα του Χριστού, και θα αφήσει να μορφωθεί ο Χριστός μέσα του (Ρωμ.13:14, Γαλάτ.4:19).
Θα κρίνει κάθε απόφασή του και κάθε πράξη του με την ερώτηση, «Τι θα έκανε ο Ιησούς;». Όλα τα λόγια του και οι πράξεις του θα γίνονται στο όνομα του Ιησού Χριστού (Κολ.γ:17). Σε κάθε τι που λέει και κάνει θα μπορεί να ζητά τη βοήθεια του Χριστού και την παρουσία Του.