Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Υπάρχουν εξαιρέσεις στο σχέδιο σωτηρίας της Καινής Διαθήκης που ξέρουμε μέσα από το λόγο του Θεού;




«πώς ημείς θέλομεν εκφύγει, εάν αμελήσωμεν τόσον μεγάλην σωτηρίαν; ήτις αρχίσασα νά λαλήται διά τού Κυρίου, εβεβαιώθη εις ημάς υπό τών ακουσάντων, καί ο Θεός συνεπεμαρτύρει μέ σημεία καί τέρατα καί μέ διάφορα θαύματα καί μέ διανομάς τού  Αγίου Πνεύματος κατά τήν θέλησιν αυτού» (Εβρ.β:3-4).

Μπορεί να υπάρξει εξαίρεση στο σχέδιο σωτηρίας της Καινής Διαθήκης που ξέρουμε μέσα από το λόγο του Θεού; Θα αναλύσουμε τώρα, στο φως των Γραφών, κάποιες προτεινόμενες εξαιρέσεις.

Βασικές αρχές.

Αρχικά πρέπει να εδραιώσουμε κάποιες βασικές αρχές που θα οδηγήσουν τη μελέτη μας:
(1) Το θέμα της σωτηρίας του κάθε ανθρώπου μπορεί να το κρίνει μόνο ο Θεός (Ρωμ.β:16  Εβρ.ιβ:23). Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να καταδικάσει μια ψυχή ότι θα πάει στην κόλαση και κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί μια θέση στον ουρανό, γιατί η σωτηρία είναι ένα ζήτημα μεταξύ του καθένα προσωπικά και του Θεού.
Ο Κύριος μας δίδαξε να μην κρίνουμε ο ένας τον άλλο, αλλά να κρίνουμε τους εαυτούς μας αφήνοντας την κρίση των άλλων στο Θεό (Ματθ.ζ:1-5  Λουκ.ς:37). Ο Ιησούς δεν ήρθε για να καταδικάσει τον κόσμο αλλά για να προσφέρει σωτηρία (Ιωάν.γ:17), κι εμείς πρέπει να κάνουμε το ίδιο. Να κηρύττουμε το Ευαγγέλιο, να ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους να υπακούσουν σ’ αυτό, να τους προειδοποιούμε για τις συνέπειες που αναφέρει η Γραφή γι’ αυτούς που δεν θα υπακούσουν, αλλά το τελικό αποτέλεσμα βρίσκεται στα χέρια του Θεού.

Δεν είναι καλό να βιαζόμαστε να απορρίψουμε όσους σέβονται μεν το όνομα του Ιησού, αλλά προφανώς δεν έχουν όλη την αλήθεια. Οι μαθητές επιπλήξανε κάποιο που εξέβαλε δαιμόνια στο όνομα του Ιησού, επειδή δεν ήταν μαζί τους, αλλά ο Ιησούς είπε: «Μή εμποδίζετε αυτόν· διότι δέν είναι ουδείς όστις θέλει κάμει θαύμα εις τό όνομά μου καί θέλει δυνηθή ευθύς νά μέ κακολογήση. Επειδή όστις δέν είναι καθ' ημών, είναι υπέρ ημών» (Μάρκ.θ:39-40). Τέτοιοι άνθρωποι δεν είναι απαραίτητα σωσμένοι (Ματθ.ζ:21-23), αλλά μπορούν να βοηθήσουν να εξαπλωθεί ο λόγος του Θεού και το όνομα του Ιησού (Φιλιπ.α:15-18). Αντί να τους αντιμαχόμαστε, θα πρέπει να είμαστε ευγνώμονες για το καλό που κάνουν και να προσπαθήσουμε να τους οδηγήσουμε σε περισσότερη αλήθεια. Αν εμείς κηρύττουμε το πλήρες Ευαγγέλιο με θετικό τρόπο, η αλήθεια θα ενεργήσει και θα υπερασπιστεί τον εαυτό της.
(2) Ο Θεός είναι ο ανώτατος άρχοντας όσο αφορά στη χορήγηση ελέους. Αυτός είπε: «θέλω ελεήσει όντινα ελεώ, καί θέλω οικτειρήσει όντινα οικτείρω» (Ρωμ.θ:15). Παρόλα αυτά, εθελούσια διάλεξε ένα σχέδιο σωτηρίας και θα μείνει αμετακίνητος σ’ αυτό. Ακόμα, έχει εδραιώσει ξεκάθαρα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα παραχωρεί έλεος. Ο Παύλος πρώτα δίδαξε την ανωτερότητα του Θεού στο θέμα της σωτηρίας (Ρωμ.θ:14-24) αλλά μετά εξήγησε ότι ο Θεός θα σώσει τον καθένα που πιστεύει στον Ιησού, Τον ομολογεί σαν Κύριο, επικαλείται το όνομά Του και υπακούει στο Ευαγγέλιό Του (Ρωμ.ι:9-17).
(3) Η Βίβλος είναι η μοναδική εξουσία για διδασκαλία και καθοδήγηση στο ζήτημα της σωτηρίας. Ο Ιησούς είπε στους Εβραίους: «Ερευνάτε τάς γραφάς, διότι σείς νομίζετε ότι εν αυταίς έχετε ζωήν αιώνιον· καί εκείναι είναι αι μαρτυρούσαι περί εμού· πλήν δέν θέλετε νά έλθητε πρός εμέ, διά νά έχητε ζωήν» (Ιωάν.ε:39-40). Δεν επίπληξε την πεποίθηση τους για αιώνια ζωή μέσα από τις Γραφές, αλλά την άρνησή τους να πιστέψουν ότι Αυτός είναι η αιώνια ζωή, αφού οι Γραφές τόσο καθαρά οδηγούν σ’ αυτό το συμπέρασμα.
Η Βίβλος περιέχει το μοναδικό Ευαγγέλιο που πρέπει να κηρύξουμε. Ο Παύλος είπε: «Αλλά καί εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού σάς κηρύττη άλλο ευαγγέλιον παρά εκείνο, τό οποίον σάς εκηρύξαμεν, άς ήναι ανάθεμα. Καθώς προείπομεν, καί τώρα πάλιν λέγω·  Εάν τις σάς κηρύττη άλλο ευαγγέλιον παρά εκείνο, τό οποίον παρελάβετε, άς ήναι ανάθεμα»  (Γαλ.α:8-9).
Κάθε αληθινό δόγμα πρέπει να αναπαύεται στο λόγο του Θεού (Β’ Τιμ.γ:15-17).
Δεν μπορούμε να επιβάλλουμε και να απαιτούμε πράγματα που η Βίβλος δεν υποστηρίζει, ούτε μπορούμε να κάνουμε εξαιρέσεις που η Βίβλος δεν παρέχει. Ακριβώς επειδή ο Θεός είναι ο υπέρτατος στην παροχή σωτηρίας, εμείς πρέπει να περιοριζόμαστε στις καθαρές διδασκαλίες των Γραφών. Αν ο Θεός έχει σχέδια που προχωράνε πέρα απ’ όσα μας έχει αποκαλύψει στη Βίβλο, αυτό είναι δικό Του δικαίωμα και προνόμιο, εμείς έχουμε εξουσία να κηρύξουμε μόνο το σχέδιο που μας έδωσε ο Θεός μέσα στην Αγία Γραφή. Δεν έχουμε το δικαίωμα να προσφέρουμε ψεύτικες ή αβέβαιες ελπίδες βασισμένες σε ευσεβείς πόθους, θεωρίες, συλλογισμούς, φιλοσοφίες ή αμφίβολες ερμηνείες δύσκολων εδαφίων. Δεν μπορούμε να κάνουμε εξαιρέσεις για περιπτώσεις που δημιουργούνται εξαιτίας παράλειψης ή αμέλειας συμμόρφωσης με τις βιβλικές διδασκαλίες και παραδείγματα. 
(4) Δεν πρέπει να διατυπώνουμε δογματικές διδασκαλίες πάνω σε ασυνήθιστες ή υποθετικές θέσεις. Η συμπάθεια που μπορεί να δείχνουμε σαν άνθρωποι μπορεί να μας επηρεάσει, αλλά αν προσπαθήσουμε να εδραιώσουμε όποια εξαίρεση, υποσκάπτουμε την εξουσία του λόγου του Θεού. Για παράδειγμα, ο Θεός μπορεί να έχει διαλέξει να συγχωρέσει αμαρτίες χωρίς βάπτισμα στο νερό, αλλά εμείς υπερβαίνουμε την εξουσία που έχουμε αν ισχυριστούμε ότι θα το κάνει ή αν απαριθμήσουμε περιστατικά κάτω από τα οποία μπορεί να το κάνει. Αν κάνουμε εξαίρεση για κάποιον που δεν έχει βαπτιστεί, τότε λογικά, το βάπτισμα δεν είναι απαραίτητο για κανένα.
Παίζοντας μ’ αυτό το θέμα ενθαρρύνουμε την ανυπακοή και την επιπόλαιη προσέγγιση του λόγου του Θεού. Μόνο ο Θεός είναι κατάλληλος Κριτής να θέσει γενικές αρχές για συγκεκριμένα γεγονότα με σκοπό να καταλήξει σε νομικά δίκαιη και σωστή απόφαση. Εμείς πρέπει να υπακούσουμε στο πλήρες Ευαγγέλιο με ότι είναι ανθρωπίνως δυνατό και να ενθαρρύνουμε τον καθένα να κάνει το ίδιο, αφήνοντας την κρίση για την αιώνια ζωή στο Θεό.
(5) Ο Θεός είναι γεμάτος αγάπη, είναι πολυέλαιος και είναι ο πιο δίκαιος Κριτής. Η αγάπη Του, το έλεός Του και η αίσθηση της δικαιοσύνης Του είναι τέλεια, ενώ η δική μας δεν είναι: «Διότι ο Κύριος είναι αγαθός· εις τόν αιώνα μένει τό έλεος αυτού, καί έως γενεάς καί γενεάς η αλήθεια αυτού» (Ψαλμ.ρ:5).  «Καί έψαλλον τήν ωδήν Μωυσέως τού δούλου τού Θεού καί τήν ωδήν τού  Αρνίου, λέγοντες· Μεγάλα καί θαυμαστά τά έργα σου, Κύριε Θεέ παντοκράτωρ· δίκαιαι καί αληθιναί αι οδοί σου, βασιλεύ τών αγίων» (Αποκ.ιε:3).
Όταν μιλάμε για σωτηρία, η δική μας ιδέα περί δικαιοσύνης είναι πλημμελής, επειδή κανείς δεν αξίζει τη σωτηρία. Μόνο ο Θεός έχει το δικαίωμα να κάνει έλεος. Μόνο Αυτός ξέρει τι είναι δίκαιο σε κάθε περίπτωση γιατί μόνο Αυτός έχει τέλεια γνώση. Μόνο Αυτός γνωρίζει τις συνθήκες και τα ελατήρια της καρδιάς, τις ευκαιρίες του παρελθόντος και τι θα κάνει ο άνθρωπος σε μελλοντικές ευκαιρίες που θα του δοθούν.
(6) Δεν μπορούμε να συμβιβάσουμε το σχέδιο του Θεού, επειδή μόνο λίγοι το ακολουθούν. «Επειδή άν τινες δέν επίστευσαν, τί εκ τούτου; μήπως η απιστία αυτών θέλει καταργήσει τήν πίστιν τού Θεού; Μή γένοιτο.  Αλλ' έστω ο Θεός αληθής, πάς δέ άνθρωπος ψεύστης, καθώς είναι γεγραμμένον· Διά νά δικαιωθής εν τοίς λόγοις σου καί νά νικήσης, όταν κρίνησαι» (Ρωμ.γ:3-4). Ο Ιησούς είπε: «Επειδή στενή είναι η πύλη καί τεθλιμμένη η οδός η φέρουσα εις τήν ζωήν, καί ολίγοι είναι οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ.ζ:14). Κάποιος Τον ρώτησε: «Κύριε, ολίγοι άρα είναι οι σωζόμενοι;» (Λουκ.ιγ:23) κι Αυτός απάντησε: «Αγωνίζεσθε νά εισέλθητε διά τής στενής πύλης· διότι πολλοί, σάς λέγω, θέλουσι ζητήσει νά εισέλθωσι καί δέν θέλουσι δυνηθή» (Λουκ.ιγ:24).
Στις μέρες του Νώε, ο Θεός έσωσε μόνο 8 ψυχές μέσα απ’ όλο τον κόσμο γιατί μόνο αυτοί πίστεψαν και υπάκουσαν το σχέδιό Του. Τον πρώτο αιώνα, σχεδόν ολόκληρος ο εκλεκτός λαός του Θεού (Ισραήλ) απέρριψε το σχέδιό Του, αν θυμηθούμε τα λόγια του Παύλου στην Ρωμ.ι:3 & ια:4,5. Σχεδόν όλοι οι θρησκευτικοί ηγέτες και η θρησκευτική κοινότητα απέρριψαν το ευαγγέλιο. Πρέπει λοιπόν να εκπλησσόμαστε αν συμβαίνει και σήμερα το ίδιο;