Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Πού οφείλεται η αύξηση των διαζυγίων;



Ερώτηση:

Είναι γεγονός ότι τις τελευταίες δεκαετίες έχει βελτιωθεί σημαντικά το οικονομικό και μορφωτικό επίπεδο του μέσου Έλληνα, και κατά συνέπεια της μέσης ελληνικής οικογένειας. Σήμερα πολλοί περισσότεροι νέοι και νέες τελειώνουν ανώτερες σχολές, απ’ ό,τι τις παλιότερες εποχές. Επίσης η οικονομική κατάσταση στη χώρα μας είναι αρκετά καλύτερη - αν εξαιρέσουμε τη σημερινή κρίση - σε σύγκριση με παλιότερα.

Κι όμως τα διαζύγια έχουν αυξηθεί. Θα μπορούσαμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι για την αύξηση του αριθμού των διαζυγίων φταίει η άνοδος του βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου μας ή το συμπέρασμα αυτό είναι αυθαίρετο;


Απάντηση:

Όχι, δεν είναι τελείως αυθαίρετο. Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου συνέβαλε εν μέρει στην αύξηση του ποσοστού των διαζυγίων, με την εξής έννοια: Όταν κάποιος αγωνίζεται καθημερινά για τον άρτο τον επιούσιο, για να μπορέσει να επιβιώσει, ν’ αγοράσει ρούχα, ή ν’ αποκτήσει μια υποτυπώδη στέγη, δίνει λίγη προσοχή στην ικανοποίηση ή μη των ψυχολογικών του αναγκών.

Δεν έχει ούτε το χρόνο, ούτε την πολυτέλεια να καθίσει ν’ ασχοληθεί με το αν ή όχι η γυναίκα του τον εκτιμά, αν αναγνωρίζει την αξία του ή όχι, ή αν από την πλευρά των γυναικών ο άντρας τους τις αγαπά αρκετά ή όχι. Ο νους τους είναι αλλού. Εξάλλου, ο κοινός καθημερινός αγώνας για επιβίωση τους ενώνει.

Γι’ αυτό και στις υπανάπτυκτες χώρες, τα διαζύγια είναι πολύ λιγότερα, απ’ ό,τι στις αναπτυγμένες και πλούσιες χώρες της Δύσης.

Είναι γνωστό ότι τα ζευγάρια δε χωρίζουν επειδή αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα, αλλά επειδή πιστεύουν ότι δεν ικανοποιούνται οι ψυχολογικές τους ανάγκες για αγάπη, εκτίμηση, αναγνώριση της αξίας τους κ.λπ.

Φυσικά για την αύξηση του αριθμού των διαζυγίων τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας έπαιξαν ρόλο και άλλοι παράγοντες όπως:

α) Η οικονομική ανεξαρτητοποίηση των γυναικών. Σήμερα, οι περισσότερες γυναίκες εργάζονται και είναι οικονομικά ανεξάρτητες. Συνεισφέρουν κι αυτές στον οικογενειακό προϋπολογισμό και μπορούν να επιβιώσουν από οικονομικής πλευράς, σε περίπτωση διαζυγίου.

Παλιότερα, υπήρχε ένας σημαντικός αριθμός γυναικών που ζούσαν το μαρτύριό τους, την καταπίεση, την κακομεταχείριση, τη βαναυσότητα και ποικίλες άλλες ταπεινώσεις εκ μέρους του άντρα τους και δεν τολμούσαν να σκεφτούν το διαζύγιο, επειδή «δεν είχαν στον ήλιο μοίρα», ήταν οικονομικά εξαρτημένες από τον άντρα τους.

Σήμερα, ακόμα κι αν μια παντρεμένη γυναίκα δεν εργάζεται έξω από το σπίτι, ξέρει ότι σε περίπτωση διαζυγίου το 50% της περιουσίας, που η οικογένειά της έχει αποκτήσει κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ανήκει σ’ αυτήν και μπορεί να το διεκδικήσει.

Εύχομαι μάλιστα να ψηφιστεί κι εδώ η νομοθετική διάταξη που ισχύει στις βόρειες χώρες της Ευρώπης, σύμφωνα με την οποία η σύνταξη ενός άντρα δε μεταβιβάζεται στην τελευταία μόνο γυναίκα του, αλλά μοιράζεται και στην προηγούμενη, ανάλογα με τα χρόνια που ήταν παντρεμένος μ’ εκείνη.

Η οικονομική λοιπόν ανεξαρτητοποίηση συνέβαλε στην αύξηση του ποσοστού των διαζυγίων σε περιπτώσεις που οι γυναίκες καταπιέζονται από τους άντρες τους.

β) Η κοινωνική αποδοχή των διαζευγμένων είναι ένας άλλος παράγοντας που συνέβαλε στην αύξηση του αριθμού των διαζυγίων. Σε παλιότερες εποχές αποτελούσε ένα, λίγο–πολύ, στίγμα για μια γυναίκα, ακόμη και για έναν άντρα το γεγονός του χωρισμού. Το διαζύγιο δεν ήταν εύκολα αποδεκτό από το κοινωνικό αλλά ακόμα και από το συγγενικό περιβάλλον. Αυτό αποτελούσε έναν ανασταλτικό παράγοντα.

γ) Η νομοθετική διευκόλυνση των διαζυγίων. Με το νέο οικογενειακό δίκαιο που ψηφίστηκε το 1984, έγινε αρκετά ευκολότερη η έκδοση διαζυγίου, ακόμη και σε περιπτώσεις που ο ένας εκ των δύο συζύγων δε συμφωνεί. Σε τέτοιες περιπτώσεις παλιότερα, ο δικαστικός αγώνας μπορούσε να κρατήσει για χρόνια και να απαιτηθούν μεγάλα ποσά. Μια μοναχοκόρη, ενός ζευγαριού που βρίσκονται για χρόνια σε δικαστική διαμάχη, μου είχε πει ότι οι γονείς της είχαν ήδη ξοδέψει χρήματα σε δίκες, αξίας ενός διαμερίσματος τριών δωματίων.

Ερώτηση:

Είναι γεγονός ότι τα διαζύγια σήμερα είναι πολύ συχνά. Τι φταίει; Τι θα έπρεπε να είχαν προσέξει πριν παντρευτούν και τι θα πρέπει να προσέξω κι εγώ ώστε, όταν παντρευτώ, να μην έχω το ίδιο άδοξο τέλος; Γιατί δεν τα βρίσκουν μεταξύ τους; Ποιες είναι οι αιτίες των προβλημάτων τους, των διαφωνιών και των συγκρούσεών τους;

Απάντηση:

Αυτές είναι πολλές και ποικίλες και θα χρειαζόταν ώρες για να τις αναλύσουμε. Κάποτε μάλιστα ανάγονται στις προϋποθέσεις που είχαμε βάλει ή στα κριτήρια για την επιλογή του νέου ή της νέας που θα παντρευόμασταν. Δηλαδή, οι αιτίες μπορεί να εντοπιστούν στα λαθεμένα μας κίνητρα ή στα μη σωστά κριτήρια.

Τι εννοώ μ’ αυτό; Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο νεαρών γυναικών αλλά κάποιες φορές και αγοριών που αποφασίζουν να παντρευτούν για ν’ απαλλαγούν από το πιεστικό περιβάλλον που επικρατεί στο πατρικό τους σπίτι.

Ζουν σ’ ένα περιβάλλον όπου οι γονείς είναι υπερβολικά αυστηροί ή τα παιδιά νομίζουν ότι έτσι είναι, σ’ ένα περιβάλλον πολύ περιοριστικό, με γονείς αυταρχικούς ή μ’ έναν πατέρα αλκοολικό, βάναυσο κ.λπ.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Υπάρχουν περιπτώσεις αντρών και γυναικών που αποφάσισαν να παντρευτούν ένα άτομο του άλλου φύλου, επειδή πίστευαν ότι αυτό το άτομο θα τους βοηθήσει να ξεπεράσουν τη μειωμένη τους αυτοεκτίμηση.

Άλλοτε πάλι συμβαίνει το αντίστροφο. Υπάρχουν περιπτώσεις αντρών ή και γυναικών που αποφασίζουν να παντρευτούν ένα άτομο του άλλου φύλου, το οποίο αντιμετωπίζει κάποια σοβαρή ψυχική διαταραχή ή μειονεξία, επειδή πιστεύουν ότι μπορούν να το βοηθήσουν να το ξεπεράσει.

Όμως, άλλος είναι ο ρόλος του συζύγου και άλλος του ψυχοθεραπευτή. Δεν μπορεί κάποιος να παίζει και τους δύο ρόλους ταυτόχρονα.

Ερώτηση:

Πρόσφατα, ένα φιλικό ζευγάρι χώρισε, πριν συμπληρώσουν ένα χρόνο έγγαμης ζωής. Ευτυχώς δεν έχουν παιδιά. Το γεγονός όμως αυτό με προβλημάτισε επειδή είχαν παντρευτεί μετά από σφοδρό αμοιβαίο έρωτα. Το ερώτημα είναι: ούτε ο έρωτας δεν είναι αρκετός για μια αρμονική και χωρίς προβλήματα και συγκρούσεις, συζυγική ζωή;

Απάντηση:

Δεν είναι αρκετός επειδή ο έρωτας, έστω κι αν είναι σφοδρός και για τους δύο, δεν επαρκεί για τη δημιουργία μιας ευτυχισμένης οικογένειας. Ο έρωτας είναι καλός και απαραίτητος. Αλλιώς πώς ένας θα παντρευτεί μια γυναίκα ή το αντίστροφο, αν δε νιώθει την ιδιαίτερη αυτή έλξη προς αυτήν. Ο έρωτας είναι καλός, αλλά δεν είναι αρκετός. Το ίδιο ισχύει και για την εμφάνιση και την ομορφιά των άλλων.

Η συζυγική ζωή είναι μια καθημερινή πραγματικότητα και σ’ αυτήν παίζει βασικό ρόλο ο χαρακτήρας μας και δυστυχώς οι περισσότεροι άντρες ή γυναίκες δε δίνουν ιδιαίτερη σημασία στο χαρακτήρα του ατόμου που πρόκειται να παντρευτούν.

Όταν για παράδειγμα, είμαι απότομος και ευερέθιστος σε σημείο ν’ αρπάζομαι με το παραμικρό, όταν είμαι μη προβλέψιμος στις αντιδράσεις μου, γκρινιάρης συνεχώς, ανικανοποίητος, μεμψίμοιρος, κατσούφης με την παραμικρή αιτία, αλλοπρόσαλλος στις ενέργειές μου ή τελείως εγωκεντρικός στη συμπεριφορά μου, τότε πώς να μη δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα.

Ερώτηση:

Η κόρη μου έχει πολλά προβλήματα με τον άντρα της και έχουν συχνούς καυγάδες. Τη συμβουλεύω να κάνει υπομονή, αλλά εκείνη λέει ότι δεν αντέχει άλλο. Πιστεύει ότι έχει κάνει λάθος στην επιλογή συζύγου και γι’ αυτό πρέπει να χωρίσει, επειδή θεωρεί ότι αυτό είναι η μόνη λύση γι’ αυτήν. Νομίζετε ότι έχει δίκαιο ή όχι;

Απάντηση:

Κατ’ αρχήν το διαζύγιο δεν είναι λύση, αλλά διάλυση, με όλες τις συνέπειες που συνήθως έχει, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν παιδιά. Γι’ αυτά το πλήγμα είναι ιδιαίτερα οδυνηρό. Αλλά και σε περιπτώσεις που δεν υπάρχουν παιδιά στην οικογένεια, πάλι κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι μια νέα σχέση και ένας νέος γάμος θα είναι καλύτερος.

Οι στατιστικές δείχνουν ότι ο δεύτερος γάμος είναι κατά κανόνα χειρότερος από τον πρώτο. Αυτό γίνεται επειδή τα κίνητρα παραμένουν λίγο πολύ τα ίδια και γι’ αυτό επαναλαμβάνονται αν όχι τα ίδια, άλλα παρόμοια σε σοβαρότητα λάθη.

Εκείνο που δεν πρέπει να ξεχνούμε είναι ότι ο γάμος δεν είναι μια στατική κατάσταση αλλά μια δυναμική. Μια καλή αρχή μπορεί να έχει κακή πορεία αν δε λαμβάνονται συνεχώς μέτρα για τη διατήρηση καλών σχέσεων, όπως και μια κακή αρχή μπορεί να συνοδευτεί από μια καλή πορεία εφόσον μειωθούν τα αρνητικά στοιχεία μας.