Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

ΕΞΟΔΟΣ - κ

 
Είναι πολύ σημαντικό να καταλάβει κανείς τον αληθινό χαρακτήρα και το αντικείμενο του ηθικού νόμου, όπως παρουσιάζεται σ’ αυτό το κεφάλαιο. Οι άνθρωποι έχουν την τάση να συγχέουν τις αρχές του νόμου με τις αρχές της χάρης, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να καταλάβουν σωστά ούτε το νόμο ούτε τη χάρη.

Αποστερούν το νόμο από το σοβαρό και άκαμπτο μεγαλείο του και τη χάρη από τα θεία χαρακτηριστικά της. Το αποτέλεσμα είναι οι απαιτήσεις του Θεού να παραμένουν χωρίς απάντηση, αλλά και οι μεγάλες ανάγκες του αμαρτωλού να μένουν ανικανοποίητες.

Ο νόμος είναι η έκφραση αυτού που ο άνθρωπος όφειλε να είναι, ενώ η χάρη φανερώνει αυτό που ο Θεός είναι.

Αν οι δέκα εντολές είναι η έκφραση της σκέψης του Θεού, δικαιολογημένα θα ρωτήσει κάποιος: δεν υπάρχει στη σκέψη του Θεού τίποτε άλλο εκτός από «Μη κάμεις» και «Κάμε»; Δεν υπάρχει καθόλου χάρις, έλεος, αγαθότητα; Στο χαρακτήρα του Θεού υπάρχουν μόνο άκαμπτες απαιτήσεις και απαγορεύσεις; Αν είναι έτσι, τότε πρέπει να λέμε ότι ο Θεός είναι νόμος κι όχι ότι «Ο Θεός είναι αγάπη».


Ευτυχώς όμως που δεν είναι έτσι. Μέσα στην καρδιά του Θεού υπάρχει πολύ περισσότερη χάρη απ’ αυτή που εκφράζανε οι δέκα εντολές που δόθηκαν πάνω στο καιγόμενο όρος. Αν θέλω να μάθω τι είναι ο Θεός, δεν έχω παρά να παρατηρήσω τον Ιησού, «διότι εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς» (Κολ.β:9 & Ιωάν.α:17).

Όπως κάθε τι που προέρχεται από το Θεό, ο νόμος ήταν τέλειος στο μέτρο και για το σκοπό που δόθηκε. Όμως, αυτός ο σκοπός σε καμιά περίπτωση δεν ήταν η αποκάλυψη της φύσης και του χαρακτήρα του Θεού απέναντι στον αμαρτωλό άνθρωπο (Εβρ.ι:28  Λευιτ.ιη:5  Ρωμ.ι:5  Δευτ.κζ:26  Γαλ.γ:10). Σ’ όλα αυτά δεν υπάρχει χάρις.

Όταν ο άνθρωπος εξετάσει τον εαυτό του στο φως του νόμου, βλέπει ότι είναι ακριβώς αυτό που ο νόμος καταδικάζει. Πως μπορεί λοιπόν ν’ αποκτήσει ζωή με το νόμο; Για να ικανοποιήσω τις απαιτήσεις του νόμου, πρέπει να έχω τη ζωή.

Ο απόστολος Παύλος στη Ρωμ.ε:20 μας διδάσκει τον πραγματικό σκοπό του νόμου. Ο νόμος δόθηκε για να αποδείξει ότι ο αμαρτωλός είναι καθ’ υπερβολήν αμαρτωλός (Ρωμ.ζ:13). Ήταν σαν ένας καθρέφτης που θα φανέρωνε την ηθική αποτυχία του ανθρώπου. Ο καθρέφτης μας φανερώνει την ακαταστασία μας αλλά δεν τη διορθώνει! Αν βάλω τη νήμα της στάθμης δίπλα σ’ ένα κακοφτιαγμένο τοίχο, θα μου δείξει την αποτυχία, αλλά δεν τον επισκευάζει! Αν μια σκοτεινή νύχτα βγω έξω με μια λάμπα, θα μου αποκαλύψει όλα τα εμπόδια και τις δυσκολίες που μπορεί να βρίσκονται στο δρόμο μου, αλλά δεν τα σηκώνει.

Ούτε ο καθρέφτης, ούτε το νήμα, ούτε η λάμπα δεν δημιουργούν τα κακά που το καθένα αποκαλύπτει, αλλά ούτε τα σηκώνουν, μόνο τα φανερώνουν. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με το νόμο: δεν δημιουργεί το κακό στην καρδιά του ανθρώπου, αλλά ούτε το σηκώνει. Το αποκαλύπτει όμως με αλάνθαστη ακρίβεια.

Ρωμ.ζ:7 Εδώ ο απόστολος δεν λέει ότι ο άνθρωπος δεν είχε επιθυμίες, αλλά ότι δεν είχε συναίσθηση των επιθυμιών του. Η επιθυμία υπάρχει, αλλά την αγνοεί μέχρι «ο λύχνος του Παντοδυνάμου» (Ιώβ κθ:3) φωτίσει τα σκοτεινά μέρη της καρδιάς του και φανερώσει το κακό που βρίσκεται εκεί (Ρωμ.γ:20 & ε:13). Η αμαρτία υπάρχει, δεν λείπει παρά ο νόμος για να τη φανερώσει σαν παράβαση. 

Ο Ιωάννης λέει ότι «η αμαρτία είναι η ανομία» (Α’ Ιωάν.γ:4), δηλαδή μια κατάσταση ή πορεία χωρίς νόμο. Για να υπάρχει παράβαση πρέπει να έχει τεθεί κάποιος κανόνας η γραμμή συμπεριφοράς. Παράβαση είναι η υπέρβαση μιας απαγορευμένης γραμμής. Τέτοιες είναι οι απαγορεύσεις του νόμου: «μη μοιχεύσεις», «μη φονεύσεις», «μη κλέψεις». Όταν ένας νόμος ή ένας κανόνας τοποθετείται μπροστά μου, ανακαλύπτω ότι μέσα μου υπάρχουν αυτές οι αρχές εναντίον των οποίων απευθύνονται οι απαγορεύσεις. Ακόμα, το γεγονός ότι απαγορεύεται να σκοτώσω, φανερώνει ότι η ανθρωποκτονία υπάρχει στη φύση μου (Ρωμ.γ:15). Θα ήταν περιττό να μου απαγόρευε ο Θεός να κάνω κάτι, αν δεν είχα καμία κλίση να το κάνω.

Όταν ο Θεός διακήρυξε πάνω στο όρος Σινά τις σκληρές απαιτήσεις της διαθήκης των έργων, απευθύνθηκε αποκλειστικά μόνο προς ένα λαό. Όταν ο Ιησούς αναστήθηκε και πίστωσε τους αγγελιοφόρους της σωτηρίας Του με την υποχρέωση να κηρύξουν το ευαγγέλιο τους είπε: «Υπάγετε εις όλον τον κόσμον και κηρύξατε το ευαγγέλιον εις όλην την κτίσην» (Μάρκ.ις:15).

Ο νόμος δεν είναι ούτε το θεμέλιο της ζωής για τον αμαρτωλό, ούτε ο κανόνας της ζωής για το Χριστιανό. Ο Ιησούς είναι και τα δύο. Αυτός είναι η ζωή μας και ο κανόνας της ζωής μας. Ο νόμος δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο από το να καταριέται και να σκοτώνει. Ο Χριστός είναι η ζωή και η δικαιοσύνη μας. Ο Παύλος λέει ότι ο νόμος ήταν πνευματικός ενώ αυτός ήταν σαρκικός και ο νόμος τον κατέκρινε. Όμως, στους Γαλ.γ:13 λέει ότι «Ο Χριστός εξηγόρασεν ημάς εκ της κατάρας του νόμου, γενόμενος κατάρα υπέρ ημών». Αυτό είναι μια εικόνα του έργου της χάρης του Θεού.

Ο νόμος απαιτεί δύναμη από κάποιον που δεν έχει καθόλου και τον καταριέται αν δεν έχει. Το ευαγγέλιο δίνει δύναμη σ’ εκείνον που δεν έχει καθόλου και τον ευλογεί όταν φανερώνει αυτή τη δύναμη.

Ο νόμος παρουσιάζει τη ζωή σαν σκοπό της υπακοής. Το ευαγγέλιο δίνει τη ζωή σαν το μόνο πραγματικό θεμέλιο της υπακοής.

Πουθενά μέσα στην Καινή Διαθήκη δεν βρίσκουμε το νόμο σαν κανόνα ζωής. Όταν ο απόστολος Παύλος γράφει: «Διότι εν Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή ισχύει τι ούτε ακροβυστία, αλλά νέα κτίσις. Και όσοι περιπατώσι κατά τον κανόνα τούτον, ειρήνη επ’ αυτούς και έλεος, και επί τον Ισραήλ του Θεού» (Γαλ.ς:15-16), δεν εννοεί το νόμο, αλλά τη νέα κτίση.

Αν και οι δέκα εντολές αποτελούν αναμφισβήτητα μέρος του βιβλίου που εξετάζουμε, δεν μπορούν να είναι κανόνας ζωής γι’ αυτόν που με την άπειρη χάρη του Θεού έγινε νέα κτίση και πήρε νέα ζωή εν Χριστώ Ιησού.

Ίσως ρωτήσει κανείς: δηλαδή ο νόμος δεν είναι τέλειος; και αν είναι τι περισσότερο θέλετε; Ο νόμος είναι τέλειος κι ακριβώς γι’ αυτό καταριέται και σκοτώνει αυτούς που δεν είναι τέλειοι όταν προσπαθήσουν να σταθούν μπροστά του.

«Ο Νόμος είναι πνευματικός εγώ δε είμαι σαρκικός» (Ρωμ.ζ:14). Αυτός ο τέλειος και πνευματικός νόμος, όταν έρθει σε επαφή με τη σαρκική σκέψη, δεν μπορεί να επιφέρει παρά οργή και έχθρα (Ρωμ.δ:15  η:7). Μήπως επειδή δεν είναι τέλειος; Αντίθετα, αυτό συμβαίνει επειδή είναι τέλειος και ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός.

Ο απόστολος Παύλος μας διδάσκει ότι για τους αληθινούς πιστούς, αν και έχουν ακόμα μέσα τους μια διεφθαρμένη φύση, «η δικαιοσύνη του νόμου εκπληρώνεται εις ημάς τους μη περιπατούντας κατά τη σάρκα, αλλά κατά το Πνεύμα» (Ρωμ.η:4). Δες ακόμα Ρωμ.ιγ:8-10 με Γαλ.ε:14, 22, 23.

Αν εξετάσουμε το νόμο στις δυο μεγάλες εντολές του, βλέπουμε ότι παραγγέλλει στον άνθρωπο να αγαπά το Θεό με όλη του την καρδιά, με όλη του τη δύναμη και με όλη του τη διάνοια, και τον πλησίον του σαν τον εαυτό του. Αυτό ζητά ο νόμος και τίποτα λιγότερο.

Όμως, ποιος άνθρωπος μπόρεσε ποτέ να ανταποκριθεί σ’ αυτή τη διπλή απαίτηση του νόμου; Ποιος μπορεί να πει ότι αγαπά το Θεό και τον πλησίον του έτσι; «Το φρόνημα της σαρκός είναι έχθρα εις τον Θεόν, επειδή εις τον νόμον του Θεού δεν υποτάσσεται, αλλ’ ουδέ δύναται» (Ρωμ.η:7). Ο άνθρωπος μισεί το Θεό και το δρόμο Του. Ο Θεός, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού φανερώθηκε στον άνθρωπο, όχι με την καταπληκτική λαμπρότητα του μεγαλείου Του, αλλά με όλη τη γλυκύτητα, τη χάρη και την επιείκειά Του. Το αποτέλεσμα ήταν να μισήσουν το Θεό: «Τώρα είδον και εμίσησαν και εμέ και τον Πατέρα μου» (Ιωάν.ιε:24).

Ο Μωυσής λοιπόν παίρνει ένα πακέτο από νόμους, γραμμένους από το δάχτυλο του Θεού σε δύο πέτρινες πλάκες (Έξ.λα:18). Από τότε, αυτοί οι νόμοι, χρησιμοποιήθηκαν σαν η βάση της νομοθεσίας πολλών πολιτισμένων κρατών. Κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι ο Μωυσής έγραψε από μόνος του τις δέκα εντολές. Όμως είναι αδιανόητο άνθρωπος να έγραψε από δική του επινόηση ένα κώδικα νόμων, που δια μέσου των αιώνων, η νοημοσύνη όλων των ανθρώπων, να μην μπόρεσε να τους βελτιώσει. Σίγουρα, αυτό δεν είναι ανθρώπινο έργο, ο ίδιος ο Θεός έγραψε τις δέκα εντολές.

κ:2-3

Το πρώτο πράγμα από το οποίο ο Θεός θέλει να προφυλάξει την καρδιά του ανθρώπου ώστε να μη διαφθαρεί, είναι η ειδωλολατρία. Το να πιστεύει κανείς σε πολλούς θεούς είναι ειδωλολατρία. Οτιδήποτε πάρει τη θέση του Θεού μέσα στην καρδιά του ανθρώπου είναι είδωλο. Για να λατρεύσει κανείς το Θεό σωστά, πρέπει να έχει τη γνώση της αλήθειας ότι ο Θεός είναι ΕΙΣ.

κ:4

Ο Θεός μ’ αυτή την εντολή θέλει να προφυλάξει την τάση του ανθρώπου να λατρεύει και να τον οδηγήσει στην αληθινή λατρεία.

Στον ουρανό πάνω δεν είναι μόνο ο ήλιος και το φεγγάρι, αλλά είναι δαίμονες και βέβαια ο ίδιος ο Θεός (Ησ.ξς:1).

Ο Θεός απαγόρευσε να κάνουν αντιπροσώπευση του εαυτού Του (Δευτ.δ:15-19). Ο άνθρωπος όμως έκανε ομοιώματα αρσενικών και θηλυκών θεοτήτων. Οι Ισραηλίτες όταν έκαναν το μόσχο στη Βαιθήλ και το Δαν, ήξεραν ότι δεν προσκυνάνε το μοσχάρι, αλλά το Γιάχβε. Ο Θεός όμως διέλυσε αυτούς τους μόσχους κι έστειλε τον Ισραήλ σε αιχμαλωσία.

κ:5

Προσκυνώ σημαίνει προσπίπτω γονυκλινής ή πρηνής σε ένδειξη σεβασμού, κάνω υποκλίσεις, λατρεύω, σέβομαι, τιμώ. Η λατρεία είναι κάτι που γίνεται μέσα στο πνεύμα κι οτιδήποτε λατρεύει ο άνθρωπος παίρνει τη θέση του Θεού (Ματθ.δ:10).
Η ζηλοτυπία στην οποία αναφέρεται εδώ έχει την καλή έννοια. Ο Θεός δεν ζηλεύει γιατί δεν έχει λόγους. Όταν όμως βλέπει τον άνθρωπο που έφτιαξε με σκοπό να γίνει κατοικητήριό Του, να εξαχρειώνεται και να λατρεύει δημιουργήματα αντί τον Δημιουργό, ο Θεός ζηλοτυπεί.

έως τρίτης και τετάρτης γενεάς των μισούντων με

Σίγουρα ένα παιδί δεν φταίει σε τίποτα να φορτωθεί τις αμαρτίες των γονιών του, αλλά αν αυτό το παιδί μεγαλώσει στο ίδιο αμαρτωλό περιβάλλον που είναι οι γονείς, δεν μπορεί παρά να κάνει τα ίδια πράγματα (κληρονομικότητα). Αν δεν τα κάνει, τότε ισχύει το επόμενο εδάφιο που λέει ότι κάνει έλεος σε χιλιάδες γενεών αυτών που Τον αγαπάνε. Αν εμείς ξεφύγουμε από την αμαρτία των προγόνων μας, τότε έχουμε ευλογία, διαφορετικά, αναγκαστικά θα κάνουμε τα ίδια πράγματα.
Ιερ.λα:29-30 Όταν λέει ότι ο Θεός ανταποδίδει την αμαρτία, εννοεί αυτούς που μένουν στην αμαρτία.

Όταν η πίστη του ανθρώπου είναι νεκρή, όταν δεν ζει ο Θεός μέσα του, έχει ανάγκη να κάνει είδωλα, να έχει κάτι που θα βλέπει κι έτσι να διεγείρεται η πίστη του για να μπορεί να προσευχηθεί.

μη κάμεις

Όχι μόνο δεν θέλει να προσκυνάμε τα είδωλα ο Θεός, αλλά ούτε να κατασκευάζουμε τέτοια (Λουκ.κδ:36).

κ:7

Το όνομα του Θεού είναι άγιο, γι’ αυτό η χρήση του πρέπει να είναι ανάλογη. Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε το όνομα του Θεού για ασήμαντα πράγματα. Στο δικαστήριο, αν ζητηθεί να ορκιστεί κάποιος, μπορεί να το κάνει γιατί δεν είναι μάταιο έργο (Ματθ.κγ:16  ε:34). Το πνεύμα αυτού του νόμου είναι ότι ο Θεός ήθελε οι άνθρωποι να μιλάνε αλήθεια μεταξύ τους και να μη χρειάζεται να παίρνουν όρκους.

κ:8

Πουθενά μέσα στην Καινή Διαθήκη δεν βλέπουμε να τηρείται το Σάββατο. Ο απόστολος Παύλος λέει ότι είναι τύπος και σκιά των μελλόντων (Κολ.β:16). Είναι τύπος της ανάπαυσης του Θεού την έβδομη μέρα της δημιουργίας.

Ρωμ.ιδ:5 Στην Καινή Διαθήκη,  ο αναγεννημένος Χριστιανός είναι ελεύθερος να διαλέξει τη μέρα που θέλει να αφιερώσει στον Κύριο. Στην Παλιά Διαθήκη έπρεπε να τους ορίσει μια μέρα, γιατί αν τους άφηνε, θα δούλευαν όλες τις μέρες και θα ξεχνούσαν το Θεό.

Το Σάββατο ήταν τύπος της εισόδου στη γη Χαναάν, αλλά και της εισόδου της εκκλησίας στην Άνω Ιερουσαλήμ. Είναι ακόμα τύπος της βάπτισης με Πνεύμα Άγιο, όχι σαν μια στιγμιαία εμπειρία, αλλά η πληρωμένη κάθε μέρα ζωή που έχει σαν αποτέλεσμα το σταμάτημα των σαρκικών πράξεων και την ανάπαυση του Θεού μέσα μας. Μ’ αυτή την ελευθερία, ο Θεός δεν μας δίνει το δικαίωμα να δουλεύουμε 7 μέρες τη βδομάδα!

Υπάρχει η δοξασία σε πολλούς χριστιανικούς κύκλους ότι στην Καινή Διαθήκη το Σάββατο αντικαταστάθηκε από την Κυριακή, παρερμηνεύοντας το Αποκ.α:10. Όμως, ο λόγος του Θεού, πουθενά δεν ονομάζει κάποια μέρα της εβδομάδας «Κυριακή». Κυριακή ημέρα είναι η ημέρα του Κυρίου που χρονικά είναι πάρα πολύ μεγαλύτερη από μια 24ωρη ημέρα. Σήμερα λοιπόν, δεν κρατάμε την ημέρα του Σαββάτου, αλλά τη ζούμε.

τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου

Εντολή με επαγγελία (Ματθ.ιε:4  Εφεσ.ς:2). Όταν ο λόγος του Θεού μας ζητά να τιμάμε τους γονείς, εννοεί να τους αγαπάμε και να τους σεβόμαστε, γιατί είναι απαραίτητο στοιχείο για να υπάρξει μια σωστή οικογένεια.

Είναι βέβαια πιθανόν οι γονείς να φέρονται άσοφα και να μην καταλαβαίνουν τις ανάγκες των παιδιών τους. Όμως και πάλι η στάση των παιδιών πρέπει να είναι κατανόησης και τιμής, με προσευχή ο Κύριος να τους αλλάξει.

Η καταπάτηση αυτής της εντολής, είναι ένας απ’ τους σοβαρότερους λόγους της κατάστασης του κόσμου σήμερα. Το εκπαιδευτικό σύστημα έχει παίξει σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την υπόθεση, διδάσκοντας την αναρχία. Τα παιδιά είναι γεμάτα από ανασφάλειες, αυτό δημιουργεί επιθετικότητα κι έτσι έχουμε τα προβλήματα που βλέπουμε καθημερινά.

μακροχρόνιος επί της γης

Στην Παλαιά Διαθήκη οι επαγγελίες ήταν υλικές, γήινες. Ο Θεός τους ευλογούσε με μακρότητα ημερών όταν τιμούσαν τους γονείς τους.

Ιερεμ.λε:1-19  Όταν το παιδί μάθει να τιμά τους γονείς του, χτίζεται μέσα του η ικανότητα να τιμά τον ουράνιο Πατέρα. Μαθαίνει να ζει κάτω από εξουσία, που σημαίνει ότι δεν κάνει ότι αυτό θέλει, αλλά ότι η εξουσία ορίζει.

μη φονεύσεις

Είναι σα να λέει εδώ ο Θεός, αγάπα τον πλησίον σου και μη σκέφτεσαι κακό γι’ αυτόν. Μπορεί να σκοτώσεις κάποιον και μέσα στη σκέψη σου, που είναι επίσης αμαρτία.

μη μοιχεύσεις

Η μοιχεία και η πορνεία είναι διαφορετικές καταστάσεις. Σήμερα δεν υπάρχει ποινική δίωξη για μοιχεία, ενώ η πορνεία, όπως την εννοεί ο λόγος του Θεού, προωθείται με κάθε τρόπο.

μη κλέψεις

Η κλεψιά μπορεί να είναι μια εύκολη λύση, αλλά μετά γίνεται μια κακή συνήθεια. Η επιστήμη, έχει ωραιοποιήσει κι αυτή την αμαρτία, ονομάζοντας την για ορισμένες περιπτώσεις «κλεπτομανία».

μη ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου

Αποκ.κβ:15

μη επιθυμήσεις

Μην έχεις τα μάτια σου σε πράγματα άλλων. Μη περιεργάζεσαι τα αλλότρια. Να χαίρεσαι όταν ο διπλανός σου ευημερεί. Υπάρχουν καλές και κακές επιθυμίες. Το να επιθυμεί κάποιος κάτι που ξέρει ότι είναι λάθος, δίνει τόπο στο διάβολο στη ζωή του. Πρέπει να μάθουμε να φρουρούμε τις σκέψεις μας (Ματθ.ε:27 & Αριθ.ια:34).

κ:18-20

Τόσο τρομερή ήταν η παρουσία του Θεού όταν έδινε τις εντολές, που δεν μπορούσαν να υποφέρουν το προστατόμενο. Ο Θεός ήθελε να τους δείξει το μίσος και την κρίση που έχει για την αμαρτία ώστε να μη διαφθαρούν οι καρδιές τους και Τον ξεχάσουν (Παρ.α:7). Φόβος = σεβασμός και αγάπη για το πρόσωπο και το μεγαλείο του Θεού.

κ:21-26

Τελειώνοντας, ο Κύριος τους υπενθυμίζει τη δεύτερη εντολή.

Εδώ, βλέπουμε τον άνθρωπο σαν λατρευτή. Η ατμόσφαιρα του Σινά, δεν είναι εκείνη που θέλει ο Θεός να αναπνέει ο αμαρτωλός. Το Σινά δεν είναι ο τόπος που ο Θεός και ο άνθρωπος μπορούν να συναντηθούν, αλλά «εν παντί τόπω όπου αναμνήσω το όνομά μου, θέλω έρχεσθαι…».

Ο Θεός θέλει να συναντήσει τον αμαρτωλό σ’ ένα θυσιαστήριο από πέτρες που δεν έχουν πελεκηθεί και που δεν έχουν σκαλοπάτια. Ο τόπος και ο τρόπος λατρείας του Θεού δεν απαιτεί κανένα έργο από τον άνθρωπο, καμία προσπάθεια. Οι πελεκητές πέτρες θα μόλυναν το θυσιαστήριο και τα σκαλοπάτια θα αποκάλυπταν την ανθρώπινη «γύμνωση».

Ο τόπος και το κέντρο που ο Θεός συναντάται με τον αμαρτωλό είναι το πρόσωπο και το έργο του Ιησού Χριστού, στον Οποίο όλες οι απαιτήσεις του νόμου, της δικαιοσύνης και της συνείδησης ικανοποιούνται!

Σ’ όλες τις εποχές και σ’ όλα τα μέρη του κόσμου, ο άνθρωπος έρεπε πάντοτε στο να παίρνει το εργαλείο του για να οικοδομήσει το θυσιαστήριό του και να το πλησιάσει με σκαλοπάτια δικής του κατασκευής, αλλά το αποτέλεσμα όλων αυτών των προσπαθειών ήταν «μόλυνση» και «γύμνωση» (Ης.ξδ:6).