Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ - Προς Θεσσαλονικείς (1)



Α’ Θεσ.α,β,γ

Α. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ήταν κτισμένη στην τοποθεσία της παλιάς πόλης Θέρμης, που πήρε το όνομά της από τις γειτονικές θερμές πηγές. Η Θεσσαλονίκη κτίστηκε το 315 π.Χ. από τον στρατηγό Κάσσανδρο και πήρε το όνομά της από τη γυναίκα του Κάσσανδρου που ήταν αδελφή του μ. Αλέξανδρου. Το 146 π.Χ. όταν η Μακεδονία έγινε επαρχία της  Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η Θεσσαλονίκη έγινε πρωτεύουσά της και ο Καίσαρας Αύγουστος την τίμησε για τη νομιμοφροσύνη της κάνοντάς την «ελεύθερη πόλη». Τον καιρό της Καινής Διαθήκης η Θεσσαλονίκη είναι λιμάνι με εμπορική αλλά και πολιτική σημασία. Βρισκόταν πάνω στην Εγνατία οδό.


Αν και οι κάτοικοί της ήταν κυρίως Έλληνες, είχαν προστεθεί στον πληθυσμό Ρωμαίοι και Ανατολίτες. Η εμπορική αξία της πόλης έλκυσε και πάρα πολλούς Εβραίους.

Ο Παύλος εδραίωσε την εκκλησία της Θεσσαλονίκης στο δεύτερο ιεραποστολικό του ταξίδι (Πραξ.ιζ). Ήταν η δεύτερη πόλη στη Μακεδονία που άκουσε το ευαγγέλιο. Η εκκλησία των Φιλίππων έστειλε δύο φορές προσφορά στον Παύλο όσο βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη.

Β. Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ

Αυτή είναι η πρώτη επιστολή που έγραψε ο Παύλος. Γράφτηκε από την Κόρινθο το 50 ή 51 μ.Χ. Η δεύτερη επιστολή προς Θεσσαλονικείς γράφτηκε λίγους μήνες αργότερα επίσης από την Κόρινθο.

Ο Παύλος κήρυξε επί τρία Σάββατα στη Θεσσαλονίκη (Πραξ.ιζ:2) και κατηγορήθηκε ότι γυρίζει τον κόσμο άνω κάτω. Η ταραχή που δημιουργήθηκε τον ανάγκασε να φύγει στη Βέροια. Όταν έφυγε από τη Βέροια για την Αθήνα, άφησε πίσω του τον Τιμόθεο και το Σίλα. Από την Αθήνα ο Παύλος έστειλε πίσω αυτούς που τον συνόδευσαν μέχρι εκεί, με παραγγελία προς τον Τιμόθεο και το Σίλα να έρθουν στην Αθήνα το συντομότερο δυνατόν. Όταν ήρθε ο Τιμόθεος, είχε μαζί του μια καλή αναφορά για την εκκλησία της Θεσσαλονίκης, αλλά κρατούσε και κάποιες ερωτήσεις των πιστών σχετικά με την επιστροφή του Κυρίου. Κάθε ένα από τα πέντε κεφάλαια αυτής της επιστολής τελειώνει με ένα μήνυμα σχετικά με την επιστροφή του Κυρίου.

Γ. ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σιλουανός είναι ο Ρωμαϊκός τύπος του ονόματος του Σίλα, που ήταν Ιουδαίος και ηγετικό στέλεχος στην εκκλησία της Ιερουσαλήμ. Ήταν ένας απ’ τους δύο που διάλεξε η εκκλησία της Ιερουσαλήμ για να μεταφέρει την απόφαση της πρώτης εκκλησιαστικής συνόδου προς τα έθνη (Πραξ.ιζ:32). Συνόδευσε τον Παύλο στο δεύτερο ιεραποστολικό του ταξίδι.

Δ. ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ

α:5
Ο Παύλος ονομάζει το μήνυμα που κήρυξε «Το ευαγγέλιον ημών». Αυτό δείχνει πόσο δεμένος ήταν με το ευαγγέλιο σαν να ήταν ένα μέρος του εαυτού του. Δίνει έμφαση σ’ αυτό, σχετίζοντάς το με το πώς έζησαν μπροστά στους Θεσσαλονικείς όσο καιρό ήταν μαζί τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένα μήνυμα δύναμης και μεγάλης πίστης. Κατά τη διακονία του Παύλου, το ευαγγέλιο κηρύχτηκε «εν δυνάμει».

Ε. ΠΟΙΟΙ ΣΩΘΗΚΑΝ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Στις Πραξ.ιζ βλέπουμε το αποτέλεσμα του κηρύγματος του ευαγγελίου στη Θεσσαλονίκη. Ήταν Εβραίοι, Έλληνες και Εθνικοί προσήλυτοι ανάμεσα στους πρώτους πιστούς. Στο πρώτο κεφάλαιο της επιστολής (εδ.9) διαβάζουμε ότι ήταν και εθνικοί που επέστρεψαν απ’ τα είδωλα.

Ζ. ΤΑ ΑΓΝΑ ΚΙΝΗΤΡΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

β:1-8
Όπως συνήθως συμβαίνει, οι εχθροί του ευαγγελίου του επιτίθενται με το να έρθουν εναντίον σ’ αυτόν που φέρνει το μήνυμά του. Κατηγόρησαν λοιπόν τον Παύλο για κάποια λάθη και προσπάθησαν να προσβάλουν το χαρακτήρα του. Η κατηγορία ήταν ηθική ακαθαρσία, απάτη, δόλος, ότι ήταν άνθρωπος που του άρεσε η καλοπέραση και ότι χρησιμοποιούσε τη θρησκεία εκβιαστικά.

Για να προστατέψει το ευαγγέλιο, ο Παύλος θεώρησε αναγκαίο να υπερασπίσει και να δικαιώσει τον εαυτό του. Τους θύμισε τη διακονία του όσο ήταν ανάμεσά τους λέγοντας ότι τα κίνητρα για να κηρύξει το ευαγγέλιο ήταν τελείως αγνά. Ήταν τελείως ειλικρινής μαζί τους, και δεν έκανε τίποτα για τον εαυτό του. Αρνήθηκε την κατηγορία της απάτης και της ακαθαρσίας. Ποτέ δεν κήρυξε με κολακευτικά λόγια για να ευχαριστήσει ανθρώπους. Στην πραγματικότητα ήθελε να τους δώσει όχι μόνο το ευαγγέλιο, αλλά και την ψυχή του!

Η. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

β:9-12
Ο Παύλος έφερε σαν παράδειγμα στους Θεσσαλονικείς τον εαυτό του. Τους θύμισε ότι εργαζόταν ημέρα και νύχτα για να μην επιβαρύνει κανένα. Χρησιμοποιεί τρεις λέξεις για να περιγράψει τη ζωή του μαζί τους: «οσίως, δικαίως αμέμπτως». Αυτές οι λέξεις αναφέρονται σε θρησκευτική καθαρότητα και ηθική ακεραιότητα. Παρομοίασε τον εαυτό του μ’ ένα πατέρα και συνόψισε τη διακονία του με τις λέξεις «προετρέπομεν, παρηγορούμεν, διεμαρτυρόμεθα».


Θ. Η ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

β:13-20
Ο Παύλος χαιρόταν που οι Θεσσαλονικείς δέχτηκαν το ευαγγέλιο σαν Λόγο Θεού και όχι ανθρώπων. Σαν αποτέλεσμα, υπέφεραν διωγμό όπως οι εκκλησίες στην Ιουδαία. Η φράση: «δια να αναπληρώσωσι τάς αμαρτίας αυτών πάντοτε» αναφέρεται στους Ιουδαίους οι οποίοι πρόσθεταν αμαρτία στην αμαρτία για να πληρώσουν το μέτρο της ενοχής τους.

Ο Παύλος έκφρασε την επιθυμία του να επισκεφτεί τη Θεσσαλονίκη, αλλά ο Σατανάς τον εμπόδισε. Δεν ξέρουμε πώς μπορεί να εμποδίστηκε, μπορεί να ήταν ασθένεια ή ο διωγμός στην Αθήνα και την Κόρινθο.

Ι. ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

γ:1-11
Το ενδιαφέρον του Παύλου για την εκκλησία της Θεσσαλονίκης εκφράζεται με τα λόγια «μη υποφέροντες πλέον» (γ:1) κάτι που επαναλαμβάνεται στο εδ.5. Ήταν τόσο το ενδιαφέρον του, ώστε έστειλε τον Τιμόθεο να τους ενδυναμώσει και να τους ενθαρρύνει, θυμίζοντάς τους ότι  τους είχε πει ότι θα υπέφεραν διωγμό. Ο Παύλος ενδιαφερόταν μήπως η πίστη τους αδυνατίσει κι ενδώσουν σε πειρασμούς.
Όμως χάρηκε όταν ο Τιμόθεος γύρισε απ’ τη Θεσσαλονίκη με καλά νέα σχετικά με τη σταθερότητά και την αφοσίωση τους. Αυτό τον παρηγόρησε μέσα στη θλίψη και τη στεναχώρια που περνούσε.

Κ. Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ

γ:12,13
Προσευχόταν μέρα και νύχτα γι’ αυτούς με τρία κύρια αιτήματα:

1.  Ο Θεός να τον ικανώσει να τους επισκεφτεί και να δυναμώσει την πίστη τους.
2.  Να περισσεύσουν σε αγάπη.
3.  Να στηρίξει τις καρδιές τους αμέμπτους εις την αγιωσύνην.

Το τελευταίο αίτημα συνδέεται με την ελπίδα της επιστροφής του Κυρίου.