Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

Το βιβλίο των αριθμών 008



ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
(Κααθίτες, Γηρσωνίτες, Μεραρίτες, αριθμούνται για υπηρεσία)

δ:1-3
Οι τρεις βασικές οικογένειες των Λευιτών κατατάσσονται σε υπηρεσίες, εκτός την οικογένεια του Ααρών. Κάθε ομάδα ήταν υπεύθυνη για τη μεταφορά κάποιων τμημάτων της σκηνής του Μαρτυρίου.
Η ηλικία υπηρεσίας τους άρχιζε στα 30 και τέλειωνε στα 50. Τα 30 χρόνια εί­ναι η ηλικία που ο άνδρας ωριμάζει και είναι ικανός να αναλάβει υπηρεσία μέσα στη σκηνή του Θεού (Χριστός, Ιωάννης ο βαπτιστής).
50 = Το έτος της αφέσεως, ο άνθρωπος ήταν ελεύθερος από χρέη, από σκλαβιά, έτοιμος για μια καινούρια αρχή (Πεντηκοστή - δόθηκε το Άγιο Πνεύμα).
Ο Θεός σε κάποια στιγμή της ζωής μας, μας καλεί να εργαστούμε γι’ Αυτόν. Όταν ελευθερωθούμε απ’ αυτή τη ζωή, η διακονία μας τελειώσει και ελθεί το έτος της αφέσεως, τότε θα τακτοποιηθούν όλα τα χρέη, θα πάψει η δουλεία και θα γίνουμε «οι συνταξιούχοι του Θεού».


δ:4-49
Περιγράφει τις υπευθυνότητες των διαφόρων υιών του Λευί για τη μεταφορά της σκηνής στην έρημο. Ο Θεός τους είπε πως να τη στήνουν, πως να την ξεστήνουν και πως να την μεταφέρουν. Αργότερα, όταν ο Δαβίδ ήθελε να μεταφέρει την κιβωτό από το σπίτι του Αβιναδάβ (Β’ Σαμ.ς & Α΄ Χρον.ιγ) στην Ιερουσαλήμ, ξέχασε ότι η κιβω­τός έπρεπε να μεταφέρεται πάνω στους μοχλούς που ήταν από ξύλο ντυμένο με χρυσό και να βαστάζονται πάνω στους ώμους των Λευιτών. Έτσι έβαλαν την κιβωτό μέσα σε ένα κάρο για να την μεταφέρουν (το ίδιο κάνει! ! ).
Όμως ο Θεός είχε πει ακριβώς πώς θέλει να μεταφέρεται η κιβωτός και ο Θεός α­γιάζει το λόγο Του. Έτσι, όταν ο Ουζά πήγε να αγγίξει την κιβωτό για να μην πέ­σει, ο Θεός τον κτύπησε νεκρό «δια την προπέτειαν αυτού».
Μετά, αφού πήραν οι Λευίτες την κιβωτό, προχωρούσαν και κάθε 6 βήματα σταματούσαν και θυσίαζαν στον Κύριο.
ΤΥΠΟΣ:Οι σημερινοί Λευίτες, οι υπηρέτες του Θεού, μεταφέρουν το λόγο Του, τον Κύριο Ιησού Χριστό, το Ευαγγέλιο, τη σωτηρία, στους ωμούς τους μέσα στην έρημο αυτής της ζωής και προστατεύουν το λόγο του Θεού από τη διάβρωση, τις βρωμιές, την καταστροφή. Πρέπει να καταλάβουμε ότι είμαστε φορείς του Θεού γιατί λέει : «Σείς είσθε ναός του Αγίου Πνεύματος». Έχουμε λοιπόν ευθύνη να μην λυ­πούμε το Άγιο Πνεύμα με τις πράξεις μας, τις σκέψεις μας ή με ότι άλλο μπορεί να λυπηθεί ο Θεός.
Ο Θεός έδωσε αυστηρές εντολές για το πώς να μεταφέρουν τη σκηνή και το ίδιο κάνει σ' εμάς για το λόγο Του (B' Tιμ.β:15, γ:16,17 δ:1-2). Αυτή είναι η α­ποστολή των Λευιτών: να φυλάξουμε τα αποθέματα της πίστης με αγιασμό.
Έπρεπε να γνωρίζουν πώς έπρεπε να κινούνται μέσα στην σκηνή και τι έπρεπε να κάνουν. Δεν έκαναν κανένα άλλο δουλευτικό έργο, παρά μόνο υπηρετούσαν μέσα στη σκηνή.
Έτσι και οι άγιοι, πρέπει να ξέρουν πώς να κινούνται μέσα στην παρουσία του Θεού, πώς να συμπεριφέρονται μέσα στη σκηνή του Μαρτυρίου. Όλο το σώμα πρέπει να εργάζεται με πλήρη συνάφεια, σαν ένα σώμα, πηγαίνοντας για τον ουρανό, ενώ ταυτόχρονα φανερώνει το Θεό στη γη.
Είδαμε λοιπόν το έργο του Γηρσών και του αδελφού του Μεραρί, ότι έπρεπε να βαστάζουν «την σκηνήν» ενώ ο Καάθ καλέστηκε να βαστάζει «το αγιαστήριον» (ι:17-21).
Ο Γηρσών δεν είχε να κάνει τίποτα με τις σανίδες και τους πασσάλους και ο Μεραρί δεν είχε να κάνει τίποτα με τα παραπετάσματα και τα καλύμματα. Ωστόσο, αυτές οι δύο οικογένειες ήταν πολύ στενά ενωμένες, επειδή βρισκόταν σε αμοιβαία εξάρτηση. Οι σανίδες και τα υποβάσια δεν θα χρησίμευαν σε τίποτα χωρίς τα παραπετάσματα και τα παραπετάσματα θα ήταν άχρηστα χωρίς τις σανίδες και τα υποβάσια.
Μπορεί οι πάσσαλοι να φαίνονταν τόσο ασήμαντοι, αλλά χωρίς αυτούς δεν θα μπορούσαν να συνδεθούν τα διάφορα αντικείμενα και να φανεί η ενότητα του συνόλου.
Όλοι λοιπόν δούλευαν για ένα κοινό σκοπό, που θα είχε αποτέλεσμα μόνο όταν ο καθένας ασχολιόταν με τη δική του δουλειά. Όταν δουλεύουμε έτσι, δεν έχει καμιά σημασία το αν κάποιος ασχολείται με ένα καρφί, με ένα καταπέτασμα ή με μια χρυσή λυχνία. Το ερώτημα για τον καθένα είναι: Είναι αυτό το δικό μου έργο; Είναι αυτό που μου έδωσε να κάνω ο Κύριος;
Αν τα πράγματα αφηνόταν στην εκτίμηση των ανθρώπων, ο ένας θα ήθελε το ένα, ο άλλος θα ήθελε το άλλο και κάποιος τρίτος κάτι άλλο. Όμως έτσι θα προχωρούσε το στρατόπεδο; Αδύνατον! Χρειάζεται μια ανώτατη εξουσία, ο Κύριος, ο Οποίος θα κατευθύνει τα πάντα.
Χρειάζεται υποταγή, συντετριμμένη θέληση και απόλυτη προσκόλληση στην εξουσία του Θεού για να μη συμβεί αυτό που διαβάζουμε στους Κριτ.κα:25 «Κατ' εκείνας τάς ημέρας δέν ήτο βασιλεύς εν τώ  Ισραήλ· έκαστος έπραττε τό αρεστόν εις τούς οφθαλμούς αυτού».
Ένας Μεραρίτης θα μπορούσε να πει ή να σκεφτεί: Δηλαδή τι, να δώσω τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου, τη δύναμή μου, τα νιάτα μου, για να φροντίζω μερικούς πασσάλους; Γι’ αυτό γεννήθηκα; Ο άνθρωπος δεν πρέπει να έχει ψηλούς στόχους στη ζωή του; Μ’ αυτό θ’ ασχολούμαι από τα 30 μέχρι τα 50 μου;
Η απάντηση σε παρόμοιες ερωτήσεις είναι διπλή. Πρώτο, ήταν αρκετό για το Μεραρίτη να ξέρει ότι ο Γιάχβε είχε προσδιορίσει το έργο του και αυτό ήταν αρκετό για να δώσει αξιοπρέπεια σ’ αυτό που το φυσικό μάτι το βλέπει σαν τιποτένιο και ταπεινό. Δεν έχει σημασία τι κάνουμε, αρκεί να εκπληρώνουμε το έργο που μας έχει αναθέσει ο Θεός.
Εκτός αυτού, σ’ ολόκληρο τον κόσμο δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να συγκριθεί με τη σκηνή και τα εξαρτήματά της. Ήταν άγια αξιοπρέπεια και άγιο προνόμιο να μπορεί κανείς ν’ αγγίζει και τον παραμικρό πάσσαλο που ανήκε στη σκηνή του Μαρτυρίου. Ήταν πολύ πιο ένδοξο να είναι κανείς Μεραρίτης που ασχολιόταν με τους πασσάλους της σκηνής, παρά Φαραώ στην Αίγυπτο! Μπορεί αυτός ο Μεραρίτης, σύμφωνα με την έννοια του ονόματός του να φαινόταν ένας φτωχός, θλιμμένος άνθρωπος, αλλά η δουλειά του είχε να κάνει με το κατοικητήριο του ύψιστου Θεού. Τα χέρια το έπιαναν πράγματα που ήταν αντίτυπα των επουρανίων. Κάθε πάσσαλος, κάθε υποβάσιο, κάθε παραπέτασμα κάθε κάλυμμα, ήταν μια σκιά μεγάλων πραγμάτων, μια συμβολική εικόνα του Χριστού.
Όταν υπάρχει αταξία σε μια εκκλησία, αυτό σημαίνει ότι υπάρχει στέρηση απόλυτης υπακοής στο λόγο του Θεού. Το ατομικό θέλημα εργάζεται πολύ.