Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Οι «βρομιάρηδες Έλληνες» και τα λεξικά του ρατσισμού


«Όπου κι αν μετανάστευσαν, οι Έλληνες κέρδισαν το σεβασμό με την  εργατικότητα και τη συμπεριφορά τους. Δεν ήταν λαθραίοι, δεν παρανομούσαν».

Κατά πόσο αληθεύει αυτό το ευρύτατα διαδεδομένο κλισέ;

Πρώτη βασική επισήμανση:  Είναι διάτρητος ο ισχυρισμός πως οι συμπατριώτες μας μετανάστευαν πάντοτε «κανονικά και με το νόμο». Όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Μιχάλη Τσάκαλον «Η σύγχρονη ελληνική μετανάστευση (σ.σ: μήπως έπεται και… πιο σύγχρονη;) μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας», έχει εξακριβωθεί πως ήσαν «λαθραίοι» 50.000 Έλληνες εξ όσων αναζήτησαν την τύχη τους στις ΗΠΑ και την Αυστραλία, την περίοδο 1950 -1974. Αμφιβάλλει κανείς ότι ο πραγματικός αριθμός είναι απείρως μεγαλύτερος του επισήμως εξακριβωμένου, όπως συμβαίνει πάντα;


Δεύτερη:  Το «προφίλ» του φιλήσυχου, επαινούμενου Έλληνα μετανάστη είναι πραγματικό …ανέκδοτο, όταν μιλάμε για την Αμερική και την Αυστραλία του πρώτον μισού του 20ου αιώνα. Ακολουθεί εκτενές «αφιέρωμα» στα της Αμερικής. Ως προς την Αυστραλία, υπενθυμίζουμε τα λόγια του γηγενούς υφυπουργού προεδρίας, το 1925, για τους Έλληνες του Κουίνσλαντ: «Δεν επιδίδονται σε καμιά χρήσιμη εργασία, η οποία θα διεκπεραιωνόταν λιγότερο καλά χωρίς τη βοήθεια τους (…) Κοινωνικά και οικονομικά αυτός ο τύπος του μετανάστη συνιστά απειλή για την κοινότητα. Θα ήταν προς όφελος της πορείας, αν η είσοδος τους απαγορευόταν ολοσχερώς».

Διαφοροποιήθηκε βεβαίως η εικόνα του «μέσου» Έλληνα μετανάστη στα μεταπολεμικά χρόνια. Αποδείχθηκε όμως περίτρανα στη Γερμανία πως «άψογος μετανάστης» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη «σεβαστός μετανάστης»: Οι Έλληνες της Γερμανίας ακόμη διηγούνται ιστορίες υπεροπτικής και ρατσιστικής αντιμετώπισης τους. Αξίζει πάντως τον κόπο να ασχοληθούν με αυτήν την αλλαγή του «προφίλ» των Ελλήνων μεταναστών όσοι «διυλίζουν» τα γονίδια των ανθρώπων για να βρουν εξηγήσεις, αντί να εστιάζουν στις συνθήκες της ζωής τους!

Κάποτε οι Έλληνες μετανάστευαν «κουβαλώντας» μαζί τους πρότυπα ζωής και κώδικες επιβίωσης που κυριαρχούσαν στη χώρα του Γιαγκούλα και των Ρετζαίων, αλλά και τα τραύματα μιας κοινωνίας, την οποία κάθε τόσο μάστιζαν πόλεμοι (1897, 1912-13, 1919-22). Ε, δεν «κουβαλούσαν» τα ίδια οι Έλληνες που έφευγαν, δεκαετίες αργότερα, από τη χώρα της αντιπαροχής και της αστυφιλίας. Προς την παραβατικότητα – εγκληματικότητα τους ωθούσαν και οι κακές συνθήκες, υπό τις οποίες πάσχιζαν να ζήσουν στις πρoπoλεμικές ΗΠΑ.

Δεν συνέβαινε το ίδιο στη μεταπολεμική Γερμανία που ήλεγχε τους μετανάστες με σχολαστικότητα αντίστοιχη μιας… φυλακής υψίστης ασφαλείας, παρέχοντας τους όμως τα βασικά: Δουλειά, ασφάλιση, κατάλυμα. Εκεί μειώνονταν δραματικά τα ισχυρά κίνητρα για «παρατράγουδα», όπως και οι… σχετικές ευκαιρίες. Στην εποχή, όμως, του (αλά Δένδια) «Ξένιου Δία», δύσκολα διαβάζεται σωστά και η ημέτερη μεταναστευτική ιστορία…

Προκατάληψη, εκμετάλλευση, περιθωριοποίηση και ρατσισμός.

Αυγουστιάτικα κατέφθασαν στην Αθήνα τα χαρμόσυνα μαντάτα: Τελεσφόρησε η παρέμβαση της πρεσβείας στο Παρίσι και απαλείφθηκαν από γαλλικό λεξικό οι προδήλως ρατσιστικές ερμηνείες του όρου «Έλληνας». Ποιες ερμηνείες; «Παλιάνθρωπος», «απατεώνας», «λωποδύτης»!…
Πόσο παλιός ήταν ο… νικητήριος εκεί­νος Αύγουστος; Μήπως να τον αναζητή­σουμε στα χρόνια της πρωθυπουργίας του Κωλέττη, αρχηγού του Γαλλικού Κόμματος, στον οποίον όλο και κάποια χάρη θα έκανε το Παρίσι; Όχι. Δεν πρόκειται για τον 19ο αιώνα… Ούτε καν για τον Με­σοπόλεμο, όταν οι Ευρωπαίοι μάθαιναν άφθονες αιματηρές ιστορίες σχετικές με τη δράση της τελευταίας «γενιάς» (1920-1935) των Ελλήνων λήσταρχων.
«Ας το πάρει το ποτάμι», λοιπόν, εν προ­κειμένω ο Σηκουάνας… Πρόκειται για εποχή εντυπωσιακά μεταγενέστερη: Αρχές Αυ­γούστου του 1960! Ο «εξευγενισμός» του λεξικού, μάλιστα, πιθανότατα θα είχε συ­ντελεστεί πολλά χρόνια αργότερα, εάν το 1960 δεν ήταν έτος – επισφράγισμα των θερμότατων σχέσεων του κυβερνητικού κόμματος της ΕΡΕ με τη Γαλλία.
Λίγες εβδομάδες προτού «σβηστούν» οι επίμαχες ερμηνείες, ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής είχε επισκεφθεί το Παρί­σι. Η «απόλυτος επιτυχία των συνομιλιών» που είχε με τον πρόεδρο Ντε Γκολ βρή­κε τη… μεγαλειώδη αντανάκλαση της στη μέγιστη οικονομική επιτυχία της γαλλικής εταιρείας ΠΕΣΙΝΕ, στην Αθήνα, στις 27 Αυγούστου 1960. Την ημέρα εκείνη υπο­γράφηκε η σκανδαλώδης σύμβαση ΠΕ­ΣΙΝΕ – ελληνικού κράτους, εξ αιτίας της οποίας λίγα χρόνια αργότερα (Φεβρουά­ριος του ’65) η Βουλή θα παρέπεμπε σε Ει­δικό Δικαστήριο τους Κ. Καραμανλή, Π. Παπαληγούρα και Ν. Μάρτη. Άλλο αν ο αρχηγός και οι δυο υπουργοί της ΕΡΕ δεν κάθισαν ποτέ σε εδώλιο.
Εν ολίγοις, οι Γάλλοι το 1960 απάλλα­ξαν το λεξικό τους από τον χονδροειδή ρα­τσισμό εναντίον των Ελλήνων, όχι επει­δή τον έκριναν παρωχημένο, απάνθρωπο, ανόητο, αλλά διότι οι πολιτικές – οικονομι­κές σχέσεις των δυο χωρών επέτρεπαν ένα ανώδυνο χατίρι εκ μέρους του Ντε Γκολ και του πρωθυπουργού Ντεμπρέ…

Φλας μπακ σε έναν άλλον Αύγουστο, πολύ παλιότερο. Εκείνον του 1918. Στις αρ­χές του μήνα και επί τρία μερόνυχτα, στο Τορόντο του Καναδά, ένα έξαλλο πλήθος πολλών χιλιάδων ανθρώπων βιαιοπραγού­σε εναντίον των Ελλήνων μεταναστών της πόλης. Τραυματίστηκαν σοβαρά ακόμη και γυναίκες, καθώς και ανήλικα παιδιά. Πολ­λά καταστήματα Ελλήνων καταστράφηκαν. Σε σημερινές τιμές, οι συνολικές ζημιές ανήλθαν σε 1,25 εκατομμύριο δολάρια.
Το 1/5 όσων συμμετείχαν στο πογκρόμ ήταν στρατιώτες, οι οποίοι είχαν επιστρέ­ψει από τα χαρακώματα του Α’ Παγκο­σμίου Πολέμου που όδευε προς το τέ­λος του. Γιατί τιμωρήθηκαν, τόσο βάναυ­σα, οι Έλληνες; Για τη σημαντική καθυ­στέρηση, με την οποία η Ελλάδα εισήλθε στον πόλεμο – ήταν Ιούνιος του 1917. Μό­νη αιτία; Ασφαλώς όχι.
θα ήταν μάλλον ανεπαρκής ως «κινη­τήρια δύναμη» αυτού του πογκρόμ η προ­αναφερθείσα πολιτική – πολεμική παρά­μετρος, εάν στο Τορόντο δεν είχε ήδη δι­αμορφωθεί, προ ετών, κλίμα εχθρικό για τους «slackers»: Τους «τεμπέληδες», «χα­λαρούς» μετανάστες από την Ελλάδα, οι οποίοι συνήθως δούλευαν ως μάγειροι και σερβιτόροι, αποφεύγοντας τις σκλη­ρότερες εργασίες των υλοτόμων, φορ­τοεκφορτωτών, βιομηχανικών εργατών. Πολλοί μάλιστα αποκτούσαν καταστή­ματα. Εντυπωσιακά πολλοί…
Σύμφωνα με τον Τομ Γκάλαντ, πανεπι­στημιακό καθηγητή και μελετητή της νεο­ελληνικής ιστορίας, οι Έλληνες μετανάστες το 1918 κατείχαν το 35% των καφενείων και εστιατορίων του Τορόντο, αν και αντι­προσώπευαν μόλις το 0,5% του πληθυσμού του (Athens News, 12 Ιουλίου 2010). Ευη­μερούσαν λοιπόν σε αξιοπρόσεκτο βαθμό οι «οκνοί» Έλληνες του Τορόντο, σε επο­χές κατά τις οποίες πολεμούσαν στην Ευ­ρώπη 620.000 Καναδοί. Εξ αυτών μάλιστα, μέχρι τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου, έμελλε να σκοτωθούν 67.000 και να τραυματιστούν 173.000. Εν ολίγοις, μόνο τέσσερις στους δέκα επέστρεψαν σωματικά ακέραιοι!

Η ευημερία των «slackers» αντιπροσώ­πευε την εξαίρεση στον κανόνα των συνθη­κών ζωής των Ελλήνων μεταναστών στη Β. Αμερική, την εποχή εκείνη. Την εκλάμβα­ναν δε ως πρόκληση οι στρατιώτες που επέ­στρεφαν στα σπίτια τους, ψυχικά πληγωμέ­νοι, ενίοτε σωματικά σακατεμένοι, συχνά βυθισμένοι σε μεταπολεμικά οικονομικά αδιέξοδα. Ο θυμός των οικογενειών των στρατιωτών και η προϋπάρχουσα εχθρό­τητα για τους «φυγόπονους» αλλά «καταφερτζήδες» Έλληνες συνέθεσαν το εκρη­κτικό μείγμα…
Παρουσιάζει αναλογίες το πογκρόμ του 1918 με τη σύγχρονη Ελλάδα; Ασφαλώς ―αρέσει δεν αρέσει!
«Προνομιούχους» και «ευκατάστα­τους» δεν χαρακτηρίζεις φυσικά τους πα­κιστανούς μαγαζάτορες της Νίκαιας, που πασχίζουν να επιβιώσουν στην Ελλάδα της ένδειας και των Μνημονίων, αντιμετωπίζο­ντας κι έναν πρόσθετο «εχθρό». Τον περι­έγραψε μιλώντας στα Νέα (3 Ιουλίου) ένας εξ αυτών, ο Ιμπραήμ Μουχάμαντ, που βρί­σκεται επί 18 χρόνια στην Ελλάδα και ο οποίος διατηρεί κατάστημα, καθ’ όλα νό­μιμο: «Χάσαμε κοντά στα δύο τρίτα των πε­λατών μας. Δεν φταίει τόσο η κρίση όσο ο φόβος. Δεν κυκλοφορούν πολύ πλέον οι με­τανάστες».

Υπό αυτήν την έννοια, ο Μουχάμαντ και οι «ομόλογοι» του δεν μοιάζουν πολύ με τους παλιούς Έλληνες καταστηματάρχες του Τορόντο. Οι Καναδοί όμως εκείνοι που επικροτούσαν τη ρατσιστική τρομοκρατία παρουσιάζουν ομοιότητες με όσους Έλλη­νες χαίρονταν -ανοιχτά ή ανομολόγητα-προσφάτως, όταν τα φασιστοειοή εκφόβιζαν τους μετανάστες μαγαζάτορες, με «τελεσίγραφα». Κοινός παρονομαστής; Μα η ανέξοδη και αδιέξοδη «ευχέρεια» του πάμ­φτωχου ή του άνεργου να στρέφεται ενα­ντίον, όχι των πολιτικών και οικονομικών ελίτ που του έχουν αφαιρέσει σχεδόν κά­θε «θέση στον ήλιο», αλλά του ξένου τον οποίο «βλέπουν» δυο- τρεις ηλιαχτίδες…
Να και η δεύτερη «ευχέρεια», την οποία προσφέρει η μέθοδος της αναζήτησης απο­διοπομπαίων: Τα θύματα είναι «ένοχα», σε κάθε περίπτωση! Βολοδέρνουν στην εξα­θλίωση; Πρέπει να εξαφανιστούν ―αυτά, όχι η εξαθλίωση― διότι σήμερα προσβάλ­λουν την αισθητική μας κι αύριο πιθανόν το πορτοφόλι ή τη ζωή μας. Δεν είναι εξα­θλιωμένα; Να πάνε στον αγύριστο διότι δεν δικαιούνται να μην είναι «οι τελευταί­οι τροχοί της άμαξας»…

Κάτι ανάλογο συνέβαινε και με τους Έλληνες μετανάστες στη Βόρεια Αμερι­κή, στα πρώτα χρόνια και στις πρώτες δε­καετίες του 20ού αιώνα: Εάν την επίθεση στο Τορόντο την τροφοδότησε η απέχθεια προς τους «βολεμένους slackers», τα προγε­νέστερα ανθελληνικά πογκρόμ στις ΗΠΑ έφεραν κυρίως τη «σφραγίδα» της… βδελυγμίας απέναντι σε ένα εκ διαμέτρου αντί­θετο τύπο μεταναστών. Ήταν οι «βρομιάρηδες Έλληνες» («filthy Greeks»). «Βρομιάρηδες»… γενικώς και ειδικώς. Δηλαδή «βρομοράτσα», αλλά και άνθρωποι που έκαναν τις πλέον βαριές δουλειές και οι οποίοι συχνότατα ζούσαν σε ρυπαρά «δω­μάτια – τρώγλες».
Τι τους καταλόγιζε ο «μέσος Αμερικα­νός», αλλά και ο αμερικανικός Τύπος; Γε­νική συμπεριφορά που αποδείκνυε «φυ­λετική κατωτερότητα». Εντονότατη ροπή προς την εγκληματικότητα. Πάθος για τον τζόγο. Θορυβώδεις, ενοχλητικές συνήθει­ες (π.χ. έντονες συζητήσεις στα καφενεία) και πολλά ακόμη από όσα «δικαιολογού­σαν» την εξής επιγραφή σε εστιατόριο, στην Καλιφόρνια, το 1913: «Το εστιατόριο του Τζον, αμιγώς αμερικανικό. Όχι ποντί­κια, όχι Έλληνες».

Μόνο στην τετραετία 1906-1909, κατα­γράφηκαν περίπου δέκα πογκρόμ εναντίον των «filthy Greeks», σε διάφορα σημεία των ΗΠΑ. Το σοβαρότερο ήταν εκείνο του Φεβρουαρίου 1909, στη Σάουθ Ομάχα ―μια πόλη 20.000 κατοίκων, στη Νεμπράσκα. Τότε οι κάτοικοι, ξυλοκοπώντας τους Έλληνες και λεηλατώντας τα σπίτια και τα μαγαζιά τους, διέλυσαν τη «Greek Town» της Σάουθ Ομάχα: Πριν από το πογκρόμ αριθμούσε 2.000 άτομα, αλλά η απογραφή του 1910 έδειξε πως μόλις 59 είχαν απομεί­νει. Οι άλλοι διασκορπίστηκαν.

Όλα άρχισαν όταν ο αστυνομικός Εντ Λόουρι έσπευσε να συλλάβει ένα μετανά­στη από την Καλαμάτα, τον Γιάννη Μασουρίδη, ο οποίος είχε καταγγελθεί για ερω­τικές σχέσεις με ανήλικη. Ο Μασουρίδης τράβηξε όπλο. Άρχισε το πιστολίδι, ο Λόουρι σκοτώθηκε, ο Μασουρίδης τραυμα­τίστηκε. Την επόμενη μέρα, δύο από τις τρεις μεγαλύτερες εφημερίδες της περιο­χής (World Herald και Daily News) δημοσί­ευαν διακήρυξη του τοπικού πολιτικού πα­ράγοντα Τζόζεφ Μέρφι, που καλούσε σε επιχείρηση εκδίωξης -από την πόλη- όλων των «βρομερών Ελλήνων». Αυτών που «ορ­μούν στις γυναίκες μας, χτυπούν περαστι­κούς, διατηρούν χαρτοπαικτικές λέσχες». Το πογκρόμ της Σάουθ Ομάχα το χαρα­κτήριζαν όλα τα στοιχεία που θα μας έκα­ναν σήμερα να ψελλίσουμε «μωρέ, όλο και κάτι μας θυμίζει τούτο το σκηνικό…» Μια ανθρωποκτονία ως αφορμή. «Συλλογική τιμωρία» ως απάντηση. Πολιτική προτρο­πή. Βαθύτερες αιτίες – περισσότερο ή λιγό­τερο διαυγείς. Τον Ιούνιο του 1910 δόθη­κε και δεύτερη απάντηση, πέραν του πο­γκρόμ: Δύο αξιωματικοί της αστυνομίας πυροβόλησαν και σκότωσαν ένα νεαρό έλ­ληνα εργάτη, τον Νικόλα Τζιμίκα, ακριβώς στον τόπο του θανάσιμου τραυματισμού του Λόουρι. Φόνος εκ προμελέτης, σε συμβολι­κό, εύγλωττο σημείο, με προφανές «μήνυ­μα»: Αφού ο Μασουρίδης δεν εκτελέστηκε (καταδικάστηκε σε φυλάκιση 14 ετών, τελι­κά εξέτισε τα 5,5), κάποιο άλλο «μίασμα» έπρεπε να πεθάνει…


Πρώτοι στα εγκλήματα, απεργοσπάστες και…ημίλευκοι


Ερεθίζουν επειδή δουλεύουν φθη­νά, ζουν σε ομάδες ακόμα φθη­νότερα κι αδιαφορούν για τις μι­κρές λεπτομέρειες που είναι ση­μαντικές για τους Αμερικάνους». Αυτό έγραφε το 1909 για τους Έλληνες η Omaha Bee, η μόνη από τις μεγάλες τοπι­κές εφημερίδες που αντιμετώπισε το θέ­μα με αμεροληψία, συμφωνά με την εκτίμη­ση του ελληνοαμερικανού καθηγητή Τζον Μπίτζες.Ο ίδιος ο Μπίτζες, συντάκτης μιας κα­τατοπιστικής έρευνας για το πογκρόμ εκεί­νο, συμφωνεί με τη διαπίστωση της Omaha Bee και… επαυξάνει: Οι Έλληνες ήταν απε­χθείς εξαιτίας της προθυμίας τους να ερ­γάζονται με χαμηλότερα μεροκάματα, αλ­λά και να γίνονται απεργοσπάστες – μαζί με τους Ιάπωνες (π.χ. το 1904, στη βιομη­χανία συσκευασίας κρέατος).

Τοπικό φαινόμενο; Όχι. Τρεις εβδομά­δες πριν από το πογκρόμ στην Ομάχα, την Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 1909, η εφημε­ρίδα της ομογένειας στο Σικάγο Ελληνικός Αστήρ έγραφε (διατηρούμε την ορθογραφία της εποχής):
«Δεν είνε ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά, καθ’ ήν συμβαίνει ομογενείς να εργάζωνται ως ανταπεργοί. Τούτο είνε κάκιστον, διότι όχι μόνον μισητοί μεταξύ των άλλων ανθρώπων γενόμεθα, αλλά ενερ-γούμεν και καθ’ ημών αυτών, ενώ εκ του άλλου αι διάφοροι Αμερικανικοί εταιρείαι μας μεταχειρίζονται ως όργανα, η δε ζωή μας διατρέχει τον έσχατον των κινδύνων».
Δεν χρειαζόταν πάντως το στίγμα του απεργοσπάστη, για να βρει κάποιος Έλ­ληνας κλειστή την πόρτα ορισμένων αμε­ρικανικών συνδικάτων. Όπως αναφέρει ο «αιρετικός», ελληνοαμερικανός καθη­γητής από το Ντιτρόιτ, Νταν Γεωργακάς, όταν άρχισαν να οργανώνονται οι εργάτες τους μύλους της Ουάσιγκτον οι Έλληνες δεν έγιναν δεκτοί στο… κανονικό συνδικά­το. Αναγκάστηκαν να σχηματίσουν ένα ξε­χωριστό, με Τούρκους και Αλβανούς. Όσο κι αν ηχεί απίστευτο, αποκλείστηκαν ως… μη λευκοί!
Μέχρι να… προχωρήσει κάπως ο 20ός αιώνας, στην Αμερική, Βαλκάνιοι και Ιταλοί κατατάσσονταν στους «μη λευκούς». Σημα­σία δεν είχε το χρώμα του δέρματος, αλλά οι διαφορετικές βαθμίδες… πολιτιστικής επάρ­κειας, τις οποίες ο ντόπιος «περίγυρος» ανα­γνώριζε στους ξένους. Έτσι, στις άφθονες πε­ριοχές των ΗΠΑ στις οποίες οι αφροαμερικανοί δεν επιτρεπόταν να αναμειγνύονται με τους λευκούς σε δημόσιους χώρους, οι «νέγροι» και οι… ημίλευκοι της Ευρώπης «έκαναν παρέα» οι μεν στους δε. Στους κινηματογράφους κάθο­νταν υποχρεωτικά στον εξώστη, ώστε να μένει η «πλατεία»… αμόλυντη.

Μήπως τουλάχιστον έχαιραν -ατύπως του­λάχιστον- οι «μη λευκοί» κάποιας ανοχής, κα­τά τι μεγαλύτερης από εκείνη (τη σχεδόν…μη­δενική), που περιέβαλε τους «αράπηδες»; Δεν δείχνει κάτι τέτοιο, π.χ. ο τίτλος «Λευκή γυναί­κα εθεάθη με Έλληνα» μιας εφημερίδας. Ούτε η μεγάλη δυσκολία, με την οποία στο Ποκατέλο του Αϊντάχο οι Έλληνες μπορούσαν να βρουν γειτονιά που θα τους ανεχόταν!
Ποιοι ήταν οι «δείκτες» της εγκληματικότη­τας των Ελλήνων, στην Αμερική; Πολύτιμη πηγή πληροφοριών είναι η «ακτινογραφία» της συ­νολικής εγκληματικότητας στις ΗΠΑ στα έτη 1915-1929, όπως καταγράφεται στους 14 τό­μους της έρευνας, την οποία διενήργησε από το 1929 έως το 1931 η Επιτροπή Ουίκερσαμ (ση­μαντικά σημεία της δημοσίευσε η Ελευθεροτυ­πία, στις 28 Νοεμβρίου 1999).
Την Επιτροπή Ουίκερσαμ (έτσι ονομαζόταν ο πρόεδρος της) απάρτιζαν οι καλύτεροι εγκλη­ματολόγοι της εποχής. Όπως δείχνουν διάφο­ρες επισημάνσεις και προτάσεις της έκθεσης τους, οι επιστήμονες αυτοί δεν έτρεφαν την πα­ραμικρή διάθεση «δαιμονοποίησης» των μετα­ναστών. Μελέτησαν το «μερίδιο» όλων των ξέ­νων στην εγκληματικότητα, κάνοντας τις ενδε­δειγμένες πληθυσμιακές αναγωγές.
Βασικό συμπέρασμα: Τα ποσοστά εγκλημα­τικότητας των Ελλήνων υπερέβαιναν κατά πο­λύ τα αντίστοιχα των μεταναστών από την υπό­λοιπη Ευρώπη. Μόνο οι Μεξικανοί εμφάνι­ζαν μεγαλύτερα, αλλά αυτοί ήταν και οι πολυ­πληθέστεροι. Στην Ελλάδα του ’50, του ’60 και του ’70, κάθε είδηση για ληστεία ή φόνο επέσυρε τη φράση «Σικάγο γίναμε»… Κι όμως κα­τά την περίοδο 1915-1929 στο Σικάγο, σε αυτήν τη… Μέκκα του οργανωμένου εγκλήματος και των ιταλο-αμερικανικών Μαφιών, οι Έλληνες ήταν περίπου «ισόπαλοι» με τους Ιταλούς στα κακουργήματα! Σε αυτά η «πρωτιά»… παιζόταν ανά πενταετία. Στα απλά παραπτώματα οι δικοί μας υπερίσχυαν κατά κράτος…
Τα πορίσματα της Επιτροπής Ουίκερσαμ βα­σίστηκαν στην ενδελεχή μελέτη των δικαστικών και αστυνομικών αρχείων που τέθηκαν στη δι­άθεση της. Μπορούμε άραγε να εικάσουμε ότι αυτή η «πρώτη ύλη» αδικούσε τους Έλληνες, οι οποίοι ως «μιάσματα» συλλαμβάνονταν για ψύλλου πήδημα ή αντιμετώπιζαν προκαταλή­ψεις δικαστών; Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ναι μεν υπήρχε κάποιο «φούσκωμα» των πραγ­ματικών περιστατικών, αλλά όχι σε βαθμό ικα­νό να αναιρέσει τα δυσάρεστα -και για πολλούς ίσως αδιανόητα- συμπεράσματα… Σε ανάλογα πορίσματα κατέληξαν έρευνες που πραγματο­ποιήθηκαν στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’40.

Επιστροφή στο 1909: Αναδημοσιεύοντας ει­δήσεις ελληνικού ενδιαφέροντος από τοπικές εφημερίδες των ΗΠΑ, ο Ελληνικός Αστήρ του πρώτου τριμήνου του έτους μας παρέχει το εξής στοιχείο: Επί συνόλου 149 ειδήσεων, οι 78 αφο­ρούσαν συμβάντα αναμφισβήτητης ενοχής Ελ­λήνων. Άλλες 10 βασίζονταν σε υπερβολές, ή σε καταγγελίες που αποδείχθηκαν ανακριβείς.
Ποια κακουργήματα όντως διέπραξαν -ή επιχείρησαν να τελέσουν- ομογενείς, κατά το προαναφερθέν τρίμηνο; Ο μπαχτσές είχε απ’ όλα! Τσαντάκιας στη Φιλαδέλφεια, μεθυσμένος επίδοξος βιαστής στο Κολοράντο, δυο που εξω­θούσαν ανηλίκους σε παράνομη εργασία στο Κάνσας, νταβατζήδες στο Μισούρι, κλπ, κλπ…
Στο φύλλο της 5ης Μαρτίου 1909, ο Αστήρ αναφερόταν σε ρεπορτάζ μιας δημοσιογράφου του Ντένβερ:
«Κατά την συνάδελφον ταύτην, ήτις δημοσιεύει εν πλάτει την έκθεσιν του εκεί αστυϊάτρου, 800 Έλληνες ζώσιν υπό τους χειρί­στους της υγιεινής και ανθρωπότητος κανόνας. Η αστυνομία εύρε περί τους 25 Έλληνας κοιμωμένους και διαιτωμένους εις εν στενότατον δωμάτιον. Αμέσως η αστυνομία εξεδίωξε τούτους εκείθεν και απελύμανε καταλλήλως το δωμάτιον τούτο, εξ ου ηπειλείτο η υγεία και του περι­οίκου πληθυσμού. Ένεκα τούτου η συνάδελφος επιτίθεται δριμύτατα κατά των Ελλήνων, λέγει δ’ ότι εκ της ελεεινής τούτων υγιεινής καταστά­σεως απειλείται η υγεία όλης της πόλεως».
Λείπει μόνον ο όρος «υγειονομική βόμ­βα»…


του Διονύση Ελευθεράτου