Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Ακολουθώντας το Χριστό οπουδήποτε…

Ματθαίος η:18-22

«Ιδών δε ο Ιησούς πολλούς όχλους περί εαυτόν, προσέταξε να αναχωρήσωσιν εις το πέραν. Και πλησιάσας εις γραμματεύς είπε προς αυτόν, Διδάσκαλε, θέλω σοι ακολουθήσει όπου αν υπάγης. Και λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Αι αλώπεκες έχουσι φωλεάς και τα πετεινά του ουρανού κατοικίας, ο δε Υιός του ανθρώπου δεν έχει που να κλίνη την κεφαλήν. Άλλος δε εκ των μαθητών αυτού είπε προς αυτόν· Κύριε, συγχώρησόν μοι να υπάγω πρώτον και να θάψω τον πατέρα μου. Ο δε Ιησούς είπε προς αυτόν· Ακολούθει μοι και άφες τους νεκρούς να θάψωσι τους εαυτών νεκρούς».

Ο Ιησούς είδε πολύ όχλο να Τον περιτριγυρίζει και σαν αποτέλεσμα πρόσταξε να φύγουν στην απέναντι μεριά της λίμνης! Αναρωτιέται βέβαια κανείς γιατί; Γιατί όταν βλέπει ο Χριστός τα πλήθη, αντί να μείνει σηκώνεται να φύγει; Πολύ πιθανόν να χρειαζόταν ξεκούραση, ανανέωση, ο ίδιος και οι μαθητές.

Αυτή η στάση του Ιησού, δεν είναι χωρίς προηγούμενο. Και σε άλλες περιπτώσεις φεύγει ακριβώς όταν έρχονται τα πλήθη:

«Αλλ' έτι μάλλον διήρχετο η φήμη περί αυτού, και συνηθροίζοντο όχλοι πολλοί, διά να ακούωσι και να θεραπεύωνται υπ' αυτού από των ασθενειών αυτών· αυτός δε απεσύρετο εις τας ερήμους και προσηύχετο» (Λουκ.ε:15-16).


Βλέπετε, ο Χριστός ήρθε για να μας σώσει, να διδάξει, να γιατρέψει, να πεθάνει για μας. Μας άφησε όμως και ένα παράδειγμα. Πως η διακονία  στους ανθρώπους, το έργο, ποτέ δεν μπήκε ανάμεσα σ’ Αυτόν και το Θεό.

Αλίμονο αν δεν υπάρχουν στιγμές ξεκούρασης, ανανέωσης, πάνω από όλα, ώρα με το Θεό.  Αυτός που αγαπάει τους ανθρώπους τέλεια, ποτέ δεν εξαρτήθηκε ούτε τράφηκε ο εγωισμός του από τις επιθυμίες των ανθρώπων.

Στο σημερινό περιστατικό, λοιπόν, βλέπει τον όχλο που μαζεύεται γύρω Του και θέλει να φύγει. Πάντα τα θαύματα θα μαζέψουν λαό. Οτιδήποτε περίεργο, ασυνήθιστο, δυναμικό, μαγικό, πάντα θα τραβάει την προσοχή. Πόσο μάλλον κάποιος που αγγίζει και γιατρεύονται αρρώστιες.

Δεν είναι τυχαίο το σημείο στο οποίο ο Ματθαίος τοποθετεί αυτή τη συζήτηση του Χριστού. Γι’ αυτό είναι καλό όταν διαβάζουμε την Αγία Γραφή να επικεντρωνόμαστε σε 1-2 εδάφια, αλλά και να μη χάνουμε τη μεγάλη εικόνα. Ποια είναι η μεγάλη εικόνα εδώ;

Τι υπάρχει πριν; Είμαστε στο κεφάλαιο 8, αμέσως μετά την επί του Όρους ομιλία. Τι συμβαίνει;  

              o       Η θεραπεία του λεπρού (η:1-4)

   o  Η θεραπεία του δούλου του εκατόνταρχου (η:5-13). Αυτού που ο Χριστός   θαύμασε την πίστη του.

           o       Η θεραπεία της πεθεράς του Πέτρου (η:14) 

    o   Διάφορες άλλες θεραπείες και εκβολή δαιμονίων (η:15-16).

Τι υπάρχει μετά;
o      Κατάπαυση της τρικυμίας (η:23-27)
o      Απελευθέρωση των δύο δαιμονιζόμενων στα Γάδαρα  (η:28-33).
 Εντυπωσιακό δεν είναι; Μέσα σ’ αυτά, σφήνα, μπαίνει αυτός ο διάλογος με τους δύο αυτούς ανθρώπους. Θέλουν να πάνε μαζί Του.  

Ο πρώτος που τον πλησιάζει είναι ένας γραμματέας. Κατά πάσα πιθανότητα εκτιμούσε τον Ιησού σαν δάσκαλο. Ήταν άνθρωπος μορφωμένος, ήξερε και είχε αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη του Νόμου του Μωυσή. Μπορεί να ήταν Φαρισαίος, μπορεί και όχι. Ανήκε όμως στο «συνέδριο». Το Ανώτατο Ιουδαϊκό δικαστήριο με αρμοδιότητα να δικάζει πολιτικές και θρησκευτικές υποθέσεις. Η μόνη ποινή που δεν μπορούσε να επιβάλει ήταν η θανατική. Γι’ αυτό και όταν καταδίκασαν το Χριστό έπρεπε να Τον πάνε στον Πιλάτο.

Με λίγα λόγια ήταν άνθρωπος που ήθελε να του δώσεις σημασία. Και λέει στο Χριστό καθώς Τον είδε να φεύγει: «Διδάσκαλε, θα σε ακολουθήσω όπου κι αν πας» (Ματθ.η:19). 

Τι κάνεις όταν ένας τέτοιος άνθρωπος εκδηλώνει ενδιαφέρον;

Ο Χριστός πάντως δεν κολακεύτηκε. Δεν κολακεύτηκε όταν πήγε να τον βρει ο Νικόδημος που ήταν Φαρισαίος. Δεν φοβήθηκε από την άλλη  όταν έμαθε πως ο Ηρώδης γυρεύει να Τον θανατώσει. Μάλιστα η απάντηση του ήταν: «Πηγαίνετε να πείτε σ’ αυτήν την αλεπού πως σήμερα και αύριο θεραπεύω δαιμονισμένους και γιατρεύω ασθενείς, και την τρίτη ημέρα θα φτάσει το έργο μου στο τέλος» (Λουκ.ιγ:32).

Ήξερε την καρδιά των ανθρώπων. Ήταν ο Θεός. Δεν είχε ανάγκη κανένας να του πει τι κρυβόταν μέσα στον καθένα που Του μιλούσε (Ιωάν.β:23-25). 

Αυτό το γεγονός, το ότι ήξερε (και σήμερα επίσης ξέρει) την καρδιά των ανθρώπων, ήταν που τον οδήγησε στην απάντηση του στον γραμματέα της ιστορίας μας:

«Αι αλώπεκες έχουσι φωλεάς και τα πετεινά του ουρανού κατοικίας, ο δε Υιός του ανθρώπου δεν έχει που να κλίνη την κεφαλήν» (Ματθ.η:20). 

Παράξενη απάντηση. Όμως, δεν τον αποθαρρύνει, ούτε τον μαλώνει. Απλά κάνει μια δήλωση. Εξηγεί τι συνέπειες υπάρχουν γι’ αυτόν που θέλει να ακολουθήσει τον Ιησού οπουδήποτε.

Ο Ιησούς δεν έχει αυτό που όλοι θεωρούν σαν το πιο βασικό: σπίτι! Δεν είχε ούτε αυτό που μια αλεπού και τα πουλιά έχουν. Η φωλιά της αλεπούς δεν είναι πολυτέλεια, αλλά η αλεπού έχει μια τρύπα να πάει το βράδυ ενώ ο Χριστός όχι. Σημαίνει πως δεν έχει τίποτα δικό του. Κανένα μέρος στο οποίο να μπορεί να πάει και να πει, ήρθα σπίτι μου.

Σαν να του λέει δηλαδή, «είσαι σίγουρος πως θέλεις να με ακολουθήσεις»; Το να ακολουθήσεις ένα δάσκαλο σαν κι εμένα, μπορεί να είναι ενδιαφέρον, δεν είναι όμως άνετο. Έχει κόστος. Παίρνει την προσοχή του ανθρώπου και την κατευθύνει εκεί που πρέπει. Όχι στα θαύματα. Όχι στις θεραπείες. Όχι στα πλήθη που ακούνε, αλλά στις προϋποθέσεις. Ο άνθρωπος αυτός είναι γρήγορος κι ενθουσιώδης στις υποσχέσεις, και ο Ιησούς όπως λέμε τον προσγειώνει.

Το να ακολουθείς το Χριστό, δηλαδή το να ζεις για μια βασιλεία που δεν ανήκει στον κόσμο αυτό, δεν σημαίνει καν «εξασφάλιση» όπως εμείς οι άνθρωποι έχουμε μάθει να την σκεφτόμαστε. Ο Χριστός χαρίζει αιώνια ασφάλεια, σκοπό και νόημα στη ζωή, όχι όμως εξασφάλιση μιας ζωής ήρεμης, χωρίς περιττά προβλήματα και δυσκολίες. Παρόλο που είναι ο Παντοδύναμος Θεός.

Είναι δυνατόν αυτό; Είναι δυνατόν με το Θεό να μην έχω εξασφάλιση; Τότε γιατί να πάω σ’ Αυτό το Θεό; Εγώ θέλω να πάω στο Θεό για να είμαι καλύτερα, όχι χειρότερα.  Για να μου λύνει τα προβλήματα, όχι για να αποκτώ καινούργια.

Η αντίληψη αυτή φανερώνει πως στη σκέψη μας, ο Θεός γίνεται ένας που του δίνω κάτι και μετά τον χρησιμοποιώ.

Στρεβλή εικόνα αυτή. Κάνει το Θεό υπηρέτη μας κι όχι εμάς υπηρέτες Του.  Γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι λένε πως πιστεύουν, αλλά δεν Τον βρίσκουν ποτέ. Γιατί έχουν αυτή την εικόνα για το ποιος είναι ο Θεός και τι θέλει. Αυτή η εικόνα μπορεί να αρχίζει να γκρεμίζεται, μόνο όταν ο άνθρωπος πάρει την Καινή Διαθήκη τη διαβάσει και ψάξει το Χριστό και ζητήσει με μετάνοια και πίστη, συμφιλίωση, συγχώρηση, καινούργια ζωή.

Πως είναι δυνατόν λοιπόν, ο Χριστός να είναι βασιλιάς, να είναι ο παντοδύναμος Θεός, να έχει όλη την εξουσία στα χέρια Του και να μην έχει σπίτι;

Επειδή η δική Του βασιλεία δεν είναι απ’ αυτό τον κόσμο. Είναι μια βασιλεία που εισέβαλε στον κόσμο του σκοταδιού και παίρνει αιχμαλώτους, δηλαδή ψυχές που συγχωρούνται, και βρίσκουν το Θεό. Είναι μια βασιλεία που έρχεται, αλλά μέχρι να έρθει θα μεγαλώνει με τη δύναμη του Θεού μέσα από τα παθήματα, τους διωγμούς, την ειρωνεία. Είναι μια βασιλεία που το μεγάλωμά της τώρα, πρέπει να έχεις τα μάτια της πίστης να το δεις.

Το να ακολουθώ το Χριστό σε ένα κόσμο που τον σταύρωσε, μπορεί να σημαίνει πως για την πίστη μου, ίσως χάσω και το σπίτι μου ακόμη.

Στη συνέχεια εμφανίζεται κάποιος άλλος μαθητής και διαβάζουμε το διάλογο:  «Κύριε, συγχώρησόν μοι να υπάγω πρώτον και να θάψω τον πατέρα μου. Ο δε Ιησούς είπε προς αυτόν· Ακολούθει μοι και άφες τους νεκρούς να θάψωσι τους εαυτών νεκρούς» (Ματθ.η:21-22).

Ξέρω πως η απάντηση του Χριστού μας φαίνεται παράξενη, απάνθρωπη. Αυτό που ο άνθρωπος αυτός ζητάει εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται παράλογο. Αντίθετα του Ιησού η απάντηση φαίνεται να βγαίνει από τα όρια. Η 5η από τις 10 εντολές διδάσκει: «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, δια να γείνης μακροχρόνιος επί της γης την οποία σοι δίδει Κύριος ο Θεός σου». Κομμάτι του να τιμήσω αυτούς που με έφεραν στη ζωή και με μεγάλωσαν είναι η τελετή της κηδείας. Και μάλιστα αυτό θεωρούνταν πάρα πολύ σημαντικό.

Ακόμη και για τους ιερείς που απαγορευόταν να έρθουν σε επαφή με νεκρό ο νόμος είχε εξαίρεση όταν πέθαινε κάποιος τόσο κοντινός συγγενής (Λευιτ.κα:21-23).

Η ταφή γινόταν την ημέρα που πέθαινε ο άνθρωπος, όμως οι συνήθειες για το πένθος που είχαν κρατούσαν και μια εβδομάδα. Και όλα αυτά που γινόταν μετά την κηδεία ήταν σημαντικό να γίνουν σωστά. Εάν ο πατέρας του ανθρώπου αυτού ήταν πράγματι πεθαμένος, ο άνθρωπος αυτός δεν υπήρχε περίπτωση να βρει χρόνο να πάει να ακούσει τον Ιησού να διδάσκει και μετά να θέλει να πάει μαζί του. Οι υποχρεώσεις του σαν γιός, δεν το επέτρεπαν.

Όταν λοιπόν αυτός λέει, «άσε με να θάψω πρώτα τον πατέρα μου» το εννοεί με την ευρεία έννοια. Είναι ακόμη ζωντανός, θέλω να σε ακολουθήσω, όμως έχω αυτή την υποχρέωση. Όταν φύγει αυτό το καθήκον, τότε ναι, θα σε ακολουθήσω. Κάνοντας τι έτσι; Αναβάλει τη μαθητεία. Όταν μια μέρα στο μέλλον θα είμαι ελεύθερος θα αφοσιωθώ.

Η απάντηση του Χριστού είναι: «ακολούθησέ με τώρα». Τα λόγια Του είναι προστακτική. «Και άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους». Καταλαβαίνουμε βέβαια πως οι νεκροί δεν μπορούν να θάψουν νεκρούς. Πρόκειται για μια υπερβολή με ένα δίδαγμα όμως. Άσε αυτούς που τους απασχολεί ο θάνατος, να ασχολούνται με τους πεθαμένους, ή με αυτούς που πρόκειται να πεθάνουν. Εσύ μην αναβάλεις, ακολούθα με.

Άσε τους πνευματικά νεκρούς να θάψουν αυτούς που έχουν πεθάνει. Πνευματικά νεκρός είναι αυτός που δεν ζει με το Θεό, που δεν γνωρίζει τον Ιησού Χριστό σαν Σωτήρα και Κύριό Του. Όλοι οι άνθρωποι έχουν φυσική ζωή. Όλοι μας περπατάμε, μιλάμε, δουλεύουμε, κάνουμε οικογένειες, διασκεδάζουμε, έχουμε ζωή. Πνευματική ζωή όμως δεν έχουμε όλοι. Μακριά από το Χριστό, είμαστε πνευματικά νεκροί.

Στην παραβολή του ασώτου, θυμάστε τι είπε ο πατέρας στους δούλους, όταν γύρισε ο άσωτος και πρόσταξε να σφάξουν το σιτευτό μοσχάρι: Αυτός ο γιος μου ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε (Λουκ.ιε:24).

«Και εσάς όντας νεκρούς διά τας παραβάσεις και τας αμαρτίας εζωοποίησεν» (Εφες.β:1). 

Αυτό λοιπόν που λέει ο Χριστός είναι: Άφησε τους πνευματικά νεκρούς να θάψουν αυτούς που πρόκειται να πεθάνουν. Εσύ τώρα ακολούθα με.

Τι σημαίνουν αυτά για μας; Το πρώτο πράγμα που καταλαβαίνει κανείς είναι πως ο Χριστός δεν αρκείται σε ανθρώπους των λόγων. Όταν πάω στο Χριστό και του ζητάω να με σώσει από την αμαρτία μου, όταν Του ζητάω με μετάνοια συγχώρεση και σωτηρία, του δίνω όλη τη ζωή μου. Δεν ανήκω πια σε μένα. Δεν είμαι εγώ που αποφασίζω για τη ζωή μου από δω και πέρα.

Η έκφραση «να δώσω στο Χριστό την καρδιά μου» πρέπει να επεξηγείται γιατί της έχει δοθεί μια τελείως λάθος ερμηνεία. Η καρδιά δεν είναι τα συναισθήματά μου. Η καρδιά στην Αγία Γραφή είναι το κέντρο της προσωπικότητάς μου, το κέντρο του «είναι» μου. Εκφράζει το ποιός είμαι, τη βούλησή μου, τις σκέψεις μου, τα όνειρά μου, τις ικανότητες μου. 

Το δεύτερο που μαθαίνουμε είναι πως αν ακολουθώ το Χριστό, θα πρέπει να είμαι έτοιμος να ζήσω και με τον τρόπο που ο Χριστός ζούσε. Ίσως και χωρίς σπίτι. Που το σπίτι συμβολίζει την πιο βασική μας ασφάλεια. Ο γραμματέας, θέλει να καθίσει στα πόδια ενός ακόμη δασκάλου. Χαρισματικού δασκάλου μάλιστα. Ίσως να σκέφτεται πως στο μέλλον περήφανα θα λέει πως ήταν μαθητής του προφήτη Χριστού και θα είχε δική του σχολή ραβίνων.

Δεν καταλαβαίνει όμως πως ο Χριστός δεν έχει τίποτα εγκόσμιο να προσφέρει. Ίσως ο Ιησούς να είχε κάποια βάση στην Καπερναούμ, όμως συνέχεια γυρνούσε, και εξαρτιόταν από τη φιλοξενία των άλλων. Η υπόθεση της βασιλείας του Θεού ήταν πιο σημαντική. Πιο σημαντική από το σπίτι. Η ερώτηση είναι. Τι είναι πιο σημαντικό για μένα; Το σπίτι μου, η δουλειά μου, το σχολείο μου, ή το έργο του Χριστού;

Είμαι διατεθειμένος, αν ο Χριστός μου το ζητήσει να κάνω ό,τι μου ζητήσει ακόμη και αν χάσω κάθε ανθρώπινη ασφάλεια; Στο κεφάλαιο της πίστης, γράφει: 

«των οποίων δεν ήτο άξιος ο κόσμος, πλανώμενοι εν ερημίαις και όρεσι και σπηλαίοις και ταις τρύπαις της γης» (Εβρ.ια:38).

Όλη αυτή η ιστορία έχει σκοπό να μας δείξει πως το να είναι κάποιος μαθητής Χριστού, έχει κόστος, έχει συνέπειες. Η σωτηρία είναι δωρεάν. Είναι δώρο Θεού. Όμως ζούμε σ’ ένα κόσμο εχθρικό προς τον Θεό, σε μια κουλτούρα που δεν είναι χριστιανική. Στα βασίλεια του κόσμου, άρχοντας είναι ο σατανάς. Γι’ αυτό το να ακολουθώ το Χριστό πληρώνω, στα μάτια του κόσμου. Μπορεί να χρειαστεί να παραιτηθώ από νόμιμες χαρές και απολαύσεις, επειδή ο Κύριός μου το ζητάει.

Ο Χριστός τα θέλει όλα. Δεν θέλει μόνο τις Κυριακές μου και τις Τετάρτες τα βράδια. Θέλει να είναι Κύριος, αφεντικό σε όλη τη ζωή μου. Θέλει να είναι αρχηγός και στην περιουσία μου και στο σπίτι μου. Μας ζητάει να σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας, πρώτα σαν παιδιά του Θεού, και μετά σαν επαγγελματίες, σαν οικογενειάρχες.

Το επόμενο που μαθαίνουμε είναι πως η μαθητεία δεν αναβάλλεται για κανένα λόγο. Γι’ αυτό ο Χριστός για πολλούς είναι σκάνδαλο. Όλες οι άλλες σχέσεις μας εδώ στη γη, έρχονται δεύτερες μπροστά στη σχέση μου με το Χριστό.

Ο ίδιος ο Ιησούς κήρυξε την τιμή στους γονείς (Ματθ.ιε:1-9). Όμως ο ίδιος ζητάει αφοσίωση, μεγαλύτερη από τους γονείς. Όποιος αγαπάει τον πατέρα του ή τη μάνα του παραπάνω από μένα, δεν είναι άξιος για μαθητής μου. Κι όποιος αγαπάει το γιο του ή τη θυγατέρα του παραπάνω από μένα, δεν είναι άξιος για μαθητής μου (Ματθ.ι:37). Επειδή λοιπόν ο Χριστός είναι ο πρώτος, γι’ αυτό η μαθητεία, δεν αναβάλλεται. 

Ας κάνουμε λοιπόν την αυτοεξέτασή μας, για να μετρήσουμε όχι την αφιέρωση, αλλά τη σωτηρία μας. Για το Χριστό αυτά τα δύο είναι ένα. Πόσο είμαι διατεθειμένος να ακολουθήσω το Χριστό;