Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

«Είναι ο Κύριος μεταξύ ημών ή ουχί;»



«Και εκάλεσε το όνομα του τόπου Μασσά, και Μεριβά, διά την λοιδορίαν των υιών Ισραήλ, και διότι επείρασαν τον Κύριον, λέγοντες, Είναι ο Κύριος μεταξύ ημών ή ουχί;» (Έξοδ.ιζ:7)

Εδώ ξεχωρίζουν δύο φράσεις με πολλή σημασία:  

(1) Ότι οι Εβραίοι «επείρασαν τον Κύριον» και  

(2) ότι αυτό έγινε όταν αμφισβήτησαν την μεταξύ τους παρουσία του Θεού, λέγοντας: «Είναι ο Κύριος μεταξύ ημών ή ουχί;»


Σήμερα αυτή η συμπεριφορά πολύ ταιριάζει, μ’ εκείνους που αισθάνονται ότι ο Θεός απουσιάζει από την εκκλησιαστική ή προσωπική τους ζωή, και ότι χρειάζονται μια “αναζωπύρωση” ώστε να αισθανθούν ξανά την παρουσία Του κοντά τους.

Και μόνο μια τέτοια σκέψη είναι άστοχη, αν όντως ο άνθρωπος πιστεύει στην αξιοπιστία των λόγων του Κυρίου, ο Οποίος είπε: «Ιδού, εγώ είμαι μεθ' υμών πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν» (Ματθ. κη:20).

Είναι δυνατόν τη στιγμή που ο Κύριος είναι μαζί μας, εμείς να Του ζητάμε “να έρθει μαζί μας”; Αν αυτό δεν φανερώνει απιστία στα λόγια του Χριστού, τότε είναι παράλογο.

Μόνο μία περίπτωση υπάρχει που ο Κύριος μπορεί να απομακρυνθεί από κοντά μας, κι αυτή δεν είναι άλλη από την παρουσία αμαρτίας, όπως διδασκόμαστε π.χ. από τη ζωή του Σαμψών, όπου «ο Κύριος είχεν απομακρυνθή απ' αυτού» (Κριτ.ις:20) και όταν «ο Κύριος από του Σαούλ είχεν απομακρυνθή» (Α’ Σαμ.ιη:12).

Ο προφήτης Μιχαίας το δηλώνει καθαρά αυτό όταν γράφει: «Τότε θέλουσι βοήσει προς τον Κύριον, πλην δεν θέλει εισακούσει αυτούς· θέλει μάλιστα κρύψει το πρόσωπον αυτού απ' αυτών εν τω καιρώ εκείνω, διότι εφέρθησαν κακώς εις τας πράξεις αυτών» (Μιχ.γ:4).

Όταν λοιπόν ένας πιστός ή μια εκκλησία ομολογούν ότι δεν είναι κοντά τους ο Θεός, το μόνο που απομένει να κάνουν είναι να ψάξουν να βρουν ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΔΙΩΞΕ.

Λέγοντας “να ψάξουν να βρουν την αμαρτία”, καταλαβαίνουμε ότι τις περισσότερες φορές πρόκειται για αμαρτία γνωστή, συνειδητή και εκούσια, επειδή ποτέ ο Θεός δεν θα απομακρυνθεί από τα παιδιά Του όταν εκείνα έχουν πράξει αμαρτία εν αγνοία τους. Τουναντίον, θα κάνει το παν για να τους φωτίσει και να τους δείξει πού βρίσκεται το λάθος τους ώστε να το διορθώσουν, όπως έγινε και με τον Παύλο, που ομολογεί πως αν και ήταν βλάσφημος και διώκτης και υβριστής, τελικά ελεήθηκε από τον Θεό «διότι αγνοών έπραξε εν απιστία» (Α’ Τιμ.α:13).

Ενώ όμως ο Θεός παραβλέπει «τους καιρούς της αγνοίας» (Πράξ.ιζ:30), αντίθετα είναι αυστηρότατος απέναντι σ’ εκείνους που αμαρτάνουν εκουσίως, «αφού έλαβον την γνώσιν της αληθείας» (Εβρ.ι:26).

Αντί, λοιπόν, κάποιοι να ζητούν “αναζωπύρωση” θα ήταν καλύτερο να ομολογήσουν πως κάπου –που μόνο οι ίδιοι το γνωρίζουν– έχουν ξεφύγει από το θέλημα του Θεού και βαδίζουν σε ξένους δρόμους όπου ο Θεός δε μπορεί να τους ακολουθήσει.

Ας προσέξουμε, όμως, στην ιστορία από την οποία προέρχεται το εδάφιο στην αρχή αυτού του άρθρου, επειδή εξηγεί πώς σε ένα επεισόδιο της πορείας της Εξόδου οι Εβραίοι προκάλεσαν ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.

Ήταν λίγος καιρός μετά που έφυγαν από το όρος Σινά, όπου έλαβαν τις Δέκα Εντολές. Η περιοχή που στάθηκαν τώρα στη Ραφιδείν δεν ήταν φιλόξενη, επειδή «δεν ήτο ύδωρ διά να πίη ο λαός».

Και τι έκανε ο λαός απέναντι σ’ αυτή την αναμφίβολη δυσκολία; «Ελοιδόρει ο λαός κατά του Μωϋσέως, λέγοντες, Δος εις ημάς ύδωρ διά να πίωμεν». Και ο άνθρωπος του Θεού απάντησε: «Διά τί λοιδορείτε κατ' εμού; διά τί πειράζετε τον Κύριον;»

O τόπος εκείνος ονομάστηκε «Μασσά και Μεριβά» (κατά τους Ο’ «πειρασμός και λοιδόρησις», επειδή αυτή ακριβώς είναι η σημασία των δύο αυτών λέξεων: Μασσά=πειρασμός και Μεριβά=λοιδορία, κοροϊδία).

Στη δύσκολη κατάστασή τους οι Εβραίοι δεν ζήτησαν βοήθεια από τον Θεό αλλά κορόιδευαν τον πνευματικό τους ηγέτη και πείραξαν τον Θεό.

Δύο σκηνές μας θυμίζει αυτό το περιστατικό:

1. Τη σκηνή στη σταύρωση του Κυρίου, όπου «οι συνεσταυρωμένοι μετ' αυτού ωνείδιζον αυτόν» (Μάρκ.ιε:32). Δεν τους έφθανε το χάλι τους, είχαν και όρεξη για κοροϊδία. Ευτυχώς, όμως, ο ένας από τους δύο στη συνέχεια συνήλθε και άλλαξε συμπεριφορά και ομολόγησε: «Ημείς μεν δικαίως· διότι άξια των όσα επράξαμεν απολαμβάνομεν· ούτος όμως ουδέν άτοπον έπραξε», για να καταλήξει με το γνωστό: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» (Λουκ.κγ:41-42).

2. Τη σκηνή τότε που ο Χριστός οδηγήθηκε στην έρημο και πειράστηκε από τον Σατανά (Ματθ.δ:3-10). Εκεί ο πειραστής Τον προκαλούσε να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμί για να ικανοποιήσει την πείνα Του, όπως και να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή Του. «Εάν ήσαι Υιός του Θεού, ειπέ να γείνωσιν άρτοι οι λίθοι ούτοι». Όμως ο Κύριος δεν ακολούθησε τις συστάσεις του πειραστή. Αντίθετα απάντησε: «Δεν θέλεις πειράσει Κύριον τον Θεόν σου» (εδ.7).

Αλλά πώς γίνεται εμείς να πειράζουμε και να λοιδορούμε τον Θεό;

Κάποιος έλεγε: «Αν ο Θεός δεν με θεραπεύσει από την αρρώστια μου, θα Τον εγκαταλείψω. Δεν αξίζει να είμαι ακόλουθός Του...» Μια μάνα έλεγε: «Γιατί ο Θεός δεν φέρνει γαμπρό για την κόρη μου; Πού είναι η δύναμή Του;» 

Και πολλοί άλλοι λένε διάφορα με τα οποία – είτε το καταλαβαίνουν είτε όχι – πειράζουν και λοιδορούν τον Θεό.
Εκείνο που ρώτησαν οι Εβραίοι στην έρημο ήταν: «Είναι ο Κύριος μεταξύ ημών ή ουχί;» Και είναι το ίδιο ακριβώς που κάνουν σήμερα όσοι λένε: “Χρειαζόμαστε μια νέα επίσκεψη του Αγίου Πνεύματος!” “Να επιστρέψει ο Θεός στη ζωή μας και στην εκκλησία μας!”