Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Προς Ρωμαίους (017)



1.      Συμπεράσματα από αυτή τη διδασκαλία (γ:27-31)

Η διδασκαλία της δικαίωσης δια πίστεως, ακολουθείται από τρία συμπεράσματα:

(1) Η δικαίωση δια πίστεως αποκλείει την καύχηση.

Ρωμ.γ:27 Που λοιπόν η καύχησις; Εκλείσθη έξω. Διά ποίου νόμου; των έργων; Ουχί, αλλά διά του νόμου της πίστεως.

Εδώ, η λέξη νόμος σημαίνει «μία αρχή». Εφόσον η σωτηρία του ανθρώπου βασίζεται πάνω στην αρχή της πίστης και όχι στην αρχή των έργων, κανένας δεν μπορεί να καυχηθεί γι’ αυτή τη σωτηρία. Η σωτηρία μας βασίζεται στο έργο Αυτού στον οποίο πιστέψαμε κι όχι σε δικά μας έργα. Σωζόμαστε πιστεύοντας και όχι κατορθώνοντας!


Ρωμ.γ:28 Συμπεραίνομεν λοιπόν ότι ο άνθρωπος δικαιούται διά της πίστεως χωρίς των έργων του νόμου.

Η λέξη «συμπαιρένομεν»  εδώ σημαίνει λογαριάζουμε, εκτιμούμε, αναγνωρίζουμε. Δεν δηλώνει τη δικαίωση δια πίστεως σαν ένα καινούριο συμπέρασμα, αλλά δείχνει το λόγου που η καύχηση αποκλείεται.

Το εδάφιο αυτό επανατοποθετεί τη διδασκαλία της δικαίωσης δια πίστεως με καθαρούς όρους: ο Θεός μας προσμετρά σαν δίκαιους εξαιτίας της πίστης μας σ’ Αυτόν, όχι εξαιτίας των έργων μας ή της αυστηρής προσκόλλησης μας στο Νόμο.  Δικαιωνόμαστε «χωρίς των έργων του νόμου». Η σωτηρία δεν κερδίζεται με κανένα τρόπο. Ο Θεός δεν επιβραβεύει τα καλά μας έργα ή τον αγιασμό μας, παρέχοντάς μας τη σωτηρία. Δεν ζούμε άγια για να σωθούμε, αλλά επειδή είμαστε σωσμένοι. Δεν δουλεύουμε για να σωθούμε αλλά δουλεύουμε επειδή σωθήκαμε. Αν κάνουμε κάτι καλό, δεν το κάνουμε για να κερδίσουμε το Θεό αλλά επειδή έχουμε το Θεό. Όσο βαδίζουμε δια πίστεως, μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τη σωτηρία μας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να ζούμε ανυπάκουα και να συνεχίζουμε να είμαστε σωσμένοι, αλλά ότι η συμμόρφωση στο νόμο δεν είναι υπόβαθρο για σωτηρία. Ακόμα, αυτό δεν σημαίνει ότι η σώζουσα πίστη δεν θα έχει σαν αποτέλεσμα την υπακοή στους νόμους του Θεού.

Η ανυπακοή και η έλλειψη καλών έργων σηματοδοτεί θεμελιώδη έλλειψη πίστης. Όπως σε άλλα σημεία γράφει ο Παύλος, η πίστη έχει σαν αποτέλεσμα την υπακοή και η δικαίωση θα οδηγήσει σε άγια ζωή, αλλά η αλήθεια της δικαίωσης μόνο με την πίστη είναι η καρδιά του χριστιανισμού.

(2) Η δικαίωση δια πίστεως είναι για όλους τους ανθρώπους.

Ρωμ.γ:29 Ή των Ιουδαίων μόνον είναι ο Θεός; Ουχί δε και των εθνών; Ναι, και των εθνών,

Εφόσον ο Θεός είναι και για τους Εβραίους και για τους Εθνικούς, ο τρόπος σωτηρίας δεν μπορεί να είναι αποκλειστική κληρονομιά των Εβραίων, αλλά πρέπει να είναι διαθέσιμος για όλους τους ανθρώπους.

Ρωμ.γ:30 επειδή εις είναι ο Θεός όστις θέλει δικαιώσει την περιτομήν εκ πίστεως και την ακροβυστίαν διά της πίστεως.

Ο πραγματικός χαρακτήρας του Θεού λοιπόν, φανερώνει ότι η δικαίωση δια πίστεως είναι για όλο το ανθρώπινο γένος. Το εδάφιο αναφέρεται στη βασική διδασκαλία του Ιουδαϊσμού: ότι ο Θεός είναι εις (Δευτ.ς:4). Υπάρχει μόνο ένας Θεός, άρα πρέπει να υπάρχει μόνο ένα σχέδιο σωτηρίας. Κάνοντας το Νόμο μέσο σωτηρίας, έρχεσαι σε αντίθεση μ’ αυτή την αλήθεια, γιατί ο Θεός έδωσε το Νόμο μόνο για τους Εβραίους. Συνεπώς, η σωτηρία πρέπει να είναι δια πίστεως, και η δια πίστεως σωτηρία πρέπει να ισχύει για Ιουδαίους και Εθνικούς.

(3) Η δικαίωση δια πίστεως συνιστά το Νόμο.

Ρωμ.γ:31 Νόμον λοιπόν καταργούμεν διά της πίστεως; μη γένοιτο, αλλά νόμον συνιστώμεν.

Η δικαίωση δια πίστεως δεν ακυρώνει το Νόμο, αλλά τον υποστηρίζει και τον εκπληρώνει. Εδώ, η προς Ρωμαίους, απαντά στην αντίρρηση ότι μ’ αυτό το σκεπτικό ο Νόμος δεν είναι απαραίτητος. Ο Παύλος, με το δικό του τρόπο, απαντά δυναμικά ότι αντιθέτως, η δικαίωση δια πίστεως, φανερώνει τον πραγματικό σκοπό του Νόμου και στηρίζεται πάνω στο νόμο για να ισχύει. Ο άνθρωπος χρειάζεται κα δικαιωθεί αφού πρώτα ο Νόμος τον έχει καταδικάσει. Ο θάνατος του Χριστού είναι απαραίτητος μόνο επειδή πρώτα ο Νόμος απαιτούσε το μισθό της αμαρτίας. Διδάσκοντας την αναγκαιότητα της θυσίας του Χριστού και της δικαίωσης δια πίστεως Ιησού Χριστού, η προς Ρωμαίους υποστηρίζει την αξία του νόμου. Απορρίπτει το νόμο σαν μέσο σωτηρίας, αλλά τον δέχεται σαν ηθικό κριτήριο συμπεριφοράς.

Άσχετα με το πώς θεωρούμε το Νόμο ή τι ορισμό του δίνουμε, η δικαίωση δια πίστεως εδραιώνει το Νόμο. Αν «Νόμος» σημαίνει Παλαιά Διαθήκη, η Παλαιά Διαθήκη διδάσκει τη δικαίωση δια πίστεως (Ρωμ.δ). Αν «Νόμος» σημαίνει τον τελετουργικό νόμο, ο Χριστός εκπλήρωσε κατά γράμμα όλες τις απαιτήσεις του Νόμου κι εμείς τώρα εκπληρώνουμε πνευματικά τους τύπους δια πίστεως στο έργο του Χριστού (Κολ.β:13-17). Αν «Νόμος» σημαίνει τον ηθικό νόμο, τον εκπληρώνουμε περπατώντας κατά το Πνεύμα, που μας δίνει τη δύναμη να εκπληρώνουμε όλη τη δικαιοσύνη του Νόμου (Ρωμ.η:4).