Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

ΟΥΧΙ ΜΟΝΟΝ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ



Α΄ Θεσσαλονικείς β:8
Το κήρυγμα και η διακονία του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού είναι ο μοναδικός και κύριος σκοπός της Χριστιανικής Εκκλησίας στον κόσμο αυτό. Αυτή την εντολή άφησε ο Χριστός στους μαθητές Του και στην Εκκλησία Του λίγο πριν φύγει από τον κόσμο. «Υπάγετε εις όλον τον κόσμον και κηρύξατε το Ευαγγέλιον εις πάσαν την κτίσιν».
Το κήρυγμα και η διακονία του Ευαγγελίου προσφέρουν το μεγαλύτερο αγαθό που έχει ανάγκη ο άνθρωπος. Παρ' όλα αυτά το Ευαγγέλιο έχει εχθρούς και το κήρυγμα και η διακονία του ξεσηκώνουν διωγμούς και αντιθέσεις από εκείνους στους οποίους προσφέρεται.
Αναρωτιέται κανείς γιατί συμβαίνει αυτό το παράδοξο. Πάντοτε ο άνθρωπος δέχεται με χαρά και ευχαρίστηση κάθε τι καλό που του προσφέρεται δωρεάν. Γιατί στην περίπτωση του Ευαγγελίου η αντίδρασή του είναι εχθρική;

Το κήρυγμα του Ευαγγελίου είναι δύσκολο σ' αυτούς που το διακονούν και εχθρικό στους αποδέκτες τους εξ αιτίας κάποιων χαρακτηριστικών του.
1. Το κήρυγμα του Ευαγγελίου περιέχει ένα μείγμα αντιθέτων μηνυμάτων. Μας μιλά για αιώνια ουράνια ευλογία, αλλά και αιώνια κρίση. Μας μιλά για αιώνια ζωή, αλλά και για αιώνιο θάνατο και κόλαση. Μας μιλά για σωτηρία, αλλά και για κρίση. Μας μιλά για έναν Θεό αγάπης και ελέους, αλλά ταυτόχρονα και για ένα Θεό - δίκαιο κριτή.
2. Το Ευαγγέλιο έχει απαιτήσεις από τους εργάτες και τους διακόνους του. Απαιτεί θυσίες. Ο διάκονος του Ευαγγελίου δεν διακονεί το Ευαγγέλιο μόνο με λόγια, αλλά και με τη ζωή του. Το Ευαγγέλιο μιλά για ένα παντοδύναμο Θεό, που ενεργεί θαυμαστά στη ζωή των ανθρώπων, ωστόσο οι υπηρέτες του πάσχουν, διώκονται, θανατώνονται χωρίς την άμεση προστατευτική επέμβαση του Θεού.
3. Ένα ακόμη πρόβλημα που έχει ο εργάτης του Ευαγγελίου στη διακονία του είναι η προσπάθειά του να το προσαρμόσει στον άνθρωπο και τις ανάγκες του, στην εποχή του, χωρίς ωστόσο να το αλλοιώσει, να προσθέσει ή να αφαιρέσει τίποτε απ' αυτό. Το Ευαγγέλιο όμως δεν ανταποκρίνεται πάντα στις επιθυμίες του ανθρώπου, στις ανάγκες του, στα ενδιαφέροντά του. Πολλές φορές μάλιστα έρχεται σε αντίθεση με τις αξίες που ο άνθρωπος καλείται να θυσιάσει προκειμένου να το δεχτεί.
4. Τέλος, το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού έχει τον μεγαλύτερο εχθρό που το πολεμά, το διάβολο, ο οποίος επιστρατεύει όλες του τις δυνάμεις εναντίον του. Ο διάβολος δεν χρησιμοποιεί όμως μόνον τους δικούς του οπαδούς αλλά και τους οπαδούς του Χριστού στους οποίους φέρνει διωγμούς, αντιθέσεις, πολέμους, μισαλλοδοξία. Το Ευαγγέλιο της ειρήνης, έγινε αφορμή για τους πιο σκληρούς πολέμους και εχθρότητες. Το Ευαγγέλιο της αγάπης και της συμφιλίωσης γίνεται πολλές φορές η αιτία μίσους και συγκρούσεων μεταξύ των ανθρώπων.
Αυτή είναι η φύση του Ευαγγελίου και εμείς καλούμαστε να το κηρύξουμε, να το υπηρετήσουμε και να το προσφέρουμε στον κόσμο μας ανόθευτο, χωρίς συμβιβασμούς και χωρίς να προσθέσουμε ή να αφαιρέσουμε απ' αυτό τίποτα.
Το ερώτημα που αντιμετωπίζουμε, σαν Εκκλησία του Χριστού και διάκονοι του Ευαγγελίου, είναι πώς μπορούμε να κάνουμε ένα τόσο δύσκολο έργο, που ενώ απαιτεί τόσα πολλά από εμάς που το προσφέρουμε, έχει τόσους εχθρούς και συναντά τόσες αντιθέσεις από εκείνους στους οποίους το προσφέρουμε;
Σ' αυτό το σοβαρό ερώτημα ο λόγος του Θεού με τα λόγια του απόστολου Παύλου μας δίνει την απάντηση. Μας αποκαλύπτει ένα μυστικό που κάνει το κήρυγμα του Ευαγγελίου αλλά και την αποδοχή του από τον άνθρωπο, ευλογημένο και αποδεκτό. Το μυστικό αυτό εκφράζεται με μια απλή φράση που τη συναντούμε στην Α΄ Θες.β:8. «...Ευχαριστούμεθα να μεταδώσωμεν ουχί μόνον το ευαγγέλιον αλλά και τας ψυχάς ημών». Όταν προσφέρουμε το Ευαγγέλιο του Χριστού με τις ψυχές μας, τότε το ευαγγέλιο γίνεται «δύναμις του Θεού προς σωτηρίαν». Οι εχθροί του Ευαγγελίου στέκονται μπροστά σ' αυτό και στους υπηρέτες του με δέος και ευλάβεια. Το πολεμούν αλλά και το θαυμάζουν.
Αν και ο Θεός μας παραγγέλλει να μη προσθέσουμε ή αφαιρέσουμε τίποτε από το Ευαγγέλιο, ωστόσο καλούμαστε εμείς οι διάκονοί του, η Εκκλησία του Χριστού, να προσθέσουμε στη διακονία του Ευαγγελίου κάτι δικό μας. Τις ψυχές μας!
·        Τι σημαίνει «να δώσουμε τις ψυχές μας»;
·        Γιατί το Ευαγγέλιο χρειάζεται τις ψυχές μας;
·        Τι σημαίνει στην περίπτωση αυτή «ψυχή»;
Αυτά είναι μερικά ερωτήματα που πρέπει να απασχολούν όλους εμάς που ανήκουμε στη Χριστιανική Εκκλησία και που ο σκοπός μας είναι να διακονήσουμε το Ευαγγέλιο της χάρης και του ελέους του Θεού.
Προσφορά της ψυχής μας στη διακονία του Ευαγγελίου σημαίνει ότι πρέπει εμείς πρώτα να εκτιμήσουμε το ευαγγέλιο και το περιεχόμενό του. Πρέπει εμείς πρώτα να έχουμε πάρει την ευλογία και το έργο του Ευαγγελίου στη δική μας ζωή. Το Ευαγγέλιο είναι ο εμπνευστής και ο οδηγός της ζωής μας. Το Ευαγγέλιο δεν είναι μόνο λόγια αλλά είναι ο Ίδιος ο Ιησούς Χριστός. Αυτός θα πρέπει να κυριαρχεί στη ζωή μου. Όταν δίνω το Ευαγγέλιο δίνω αυτό που έχω μέσα μου. Προσφέρω τον Ιησού Χριστό. Αυτόν έχω μέσα μου. Αυτός κυριαρχεί στη ζωή μου.
Προσφορά της ψυχής, σημαίνει κάτι πρακτικό. Κάτι που μπορεί ο άνθρωπος να το δει. Κάτι που μπορεί να το αγγίξει με τις αισθήσεις του. Αυτή είναι η φύση του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού. Είναι το Ευαγγέλιο της ενσάρκωσης. Ο Θεός φανερώθηκε σε σάρκα, η αγάπη και το έλεος του Θεού φανερώθηκαν στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, πήραν σάρκα και οστά. Η έκφραση της αγάπης, του ελέους και της χάρης του Θεού συνοδεύεται πάντοτε με την ενσάρκωση. Η ψυχή του Θεού, ο Ίδιος ο Θεός ήταν μέσα στον Ιησού Χριστό - «έγινε σαρξ και κατώκησεν μεταξύ ημών». Ο Θεός έδωσε την ψυχή Του μαζί με το Ευαγγέλιο που είναι ο λόγος Του.
Η διακονία του Ευαγγελίου λοιπόν απαιτεί να βάλουμε τον εαυτό μας σ' αυτό το έργο με ένα πρακτικό τρόπο. Δεν χρειάζονται μόνον λόγια, απαιτείται και η ψυχή μας. Αυτή την αλήθεια θέλει να μας διδάξει ο απόστολος Ιάκωβος όταν λέει: «Εάν αδελφός ή αδελφή γυμνοί υπάρχωσι, και στερώνται της καθημερινής τροφής, και είπη τις εξ υμών προς αυτούς, 'Υπάγετε εν ειρήνη, θερμαίνεσθε και χορτάζεσθε,' και δεν δώσητε εις αυτούς τα αναγκαία του σώματος, τι το όφελος;» (Ιάκ.β:15-16). Δίνοντας σ' αυτούς τα αναγκαία, τους δίνουμε την ψυχή μας.
Όταν λέμε σε κάποιον πεινασμένο «ο Θεός σε αγαπά», όταν λέμε σε κάποιον γυμνό «ο Θεός σε αγαπά», όταν λέμε σε κάποιον άστεγο «ο Θεός σε αγαπά», ας δώσουμε το μήνυμα του Ευαγγελίου με σάρκα και οστά. Ας βοηθήσουμε αυτό τον άνθρωπο να γνωρίσει τι θα πει αγάπη του Θεού, τι θα πει έλεος και χάρη του Θεού ώστε να το καταλάβει ο πεινασμένος και ο γυμνός και ο άστεγος αλλά και κάθε αμαρτωλός που χρειάζεται τη συγχώρηση και τη σωτηρία του Θεού.
Η λέξη «ψυχή» σημαίνει στην προκειμένη περίπτωση τη θέση που έχει το Ευαγγέλιο στη ζωή μας, πόση σπουδαιότητα δίνουμε στο έργο του Ευαγγελίου και πόσο αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη του ανθρώπου για το Ευαγγέλιο.
Την αξία του Ευαγγελίου δεν την ξέρει ο άνθρωπος. Δεν μπορεί να εκτιμήσει το δώρο της χάρης του Θεού που του προσφέρει το Ευαγγέλιο, τον Ιησού Χριστό. Οι άνθρωποι δεν θα χάσουν το χρόνο τους για το Ευαγγέλιο, δεν θα το εκτιμήσουν, δεν θα ενδιαφερθούν γι' αυτό. Εμείς πρέπει να τους δείξουμε με ένα πρακτικό τρόπο την σπουδαιότητα του Ευαγγελίου για τη ζωή τους. Αυτό όμως μπορούμε να το κάνουμε μόνο αν εμείς είμαστε έτοιμοι, όπως ο Χριστός, να δώσουμε την ψυχή μας για το Ευαγγέλιο και γι' αυτούς για τους οποίους ο Χριστός πέθανε.
Οι Ευαγγελιστές μας διηγούνται ότι ο Ιησούς Χριστός έκλαψε δύο φορές. Τη μια φορά ήταν στο νεκροταφείο που ήταν θαμμένος ο φίλος του ο Λάζαρος και την άλλη φορά ενώ προχωρούσε προς το σταυρό Του, βλέποντας την πόλη της Ιερουσαλήμ. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις εκείνο που προκάλεσε τα δάκρυα του Ιησού Χριστού δεν ήταν η λύπη Του για τον φίλο του το Λάζαρο, ούτε το επικείμενο μαρτύριό Του. Στην πρώτη περίπτωση ο Ευαγγελιστής διηγείται ότι ο Χριστός είδε τους Ιουδαίους που ο καθένας τους πήγαινε κλαίγοντας επάνω στον τάφο κάποιου αγαπημένου του προσώπου (Ιωάν.ια:33). Βλέποντας την αθλιότητα, το φόβο και τον πόνο που προκαλεί ο θάνατος στη ζωή των ανθρώπων, έκλαψε γι' αυτούς τους δυστυχισμένους ανθρώπους που στέκονταν με φόβο και τρόμο μπροστά στον εχθρό τους, το θάνατο. Γι' αυτούς έκλαψε ο Χριστός. Στην δεύτερη περίπτωση ο Χριστός έκλαψε βλέποντας την πόλη της Ιερουσαλήμ, το λαό της Ιερουσαλήμ που δεν είχε δεχτεί το Ευαγγέλιο της σωτηρίας του Θεού εν Χριστώ Ιησού. Έκλαψε για την κατάντια τους. Με κείνα τα δάκρυα ο Χριστός έδωσε την ψυχή του. Αυτός είναι ένας πρακτικός τρόπος, ένας τρόπος που μπορεί να τον καταλάβει ο άνθρωπος.