Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Ευθανασία και Βίβλος


Τι πρέπει να γνωρίζει σήμερα κάποιος που θέλει να έχει μια κατά το δυνατόν σαφή εικόνα για το όλο ζήτημα της ευθανασίας, από βιβλική άποψη; Ακούει, διαβάζει, βλέπει στην καθημερινή ειδησεογραφία πολλά και διάφορα κι αναρωτιέται τι στάση πρέπει να κρατήσει. Πιστεύουμε πως η στάση του πιστού, του συνειδητού χριστιανού απέναντι στην ευθανασία, μπορεί να καθοριστεί από την απάντηση που θα δεχτεί, με βάση πάντα τη Βίβλο, πάνω στα ερωτήματα που ακολουθούν:


1. Σε ποιον ανήκει η ζωή μας;

Σκέψου τον εαυτό σου σ' ένα νοσοκομειακό κρεβάτι, γύρω σου οροί, αναπνευστήρες, τροφή με το σωληνάκι, καθετήρες, σωληνάκια για τα υγρά του στομάχου, καρδιογράφοι. Οι γιατροί περνάνε δίπλα σου με ανέκφραστο πρόσωπο, αμίλητοι. Κάτι λένε μεταξύ τους στα λατινικά. Ασυνήθιστη κίνηση επισκεπτών. Πού σε θυμήθηκαν όλοι αυτοί;... Η γυναίκα σου (ή ο άντρας σου) και τα παιδιά σου προσπαθούν να σου χαμογελάσουν. Σου λένε για εκδρομές στο Πήλιο, «άμα γίνεις καλά». Δεν βαριέσαι... Έξω κλαίνε βουβά, κοιμούνται στον καναπέ, τούς δίνουν ηρεμιστικά. Οι γιατροί τους το ξεκαθάρισαν:

Μερικές εβδομάδες έμειναν. Και θα πονάει. Θα πονάει πολύ. Ξέρετε, πρέπει να τον πάρετε. Το νοσοκομείο χρειάζεται το κρεβάτι.

Σε λίγο θ' αρχίσεις να ικετεύεις για κάτι «πιο δυνατό». Ίσως μέσα στο παραλήρημά σου ή στην αγωνία σου, αθέλητα θ' αρχίσεις να εύχεσαι να έρθει το τέλος. Γρήγορα. Όσο πιο γρήγορα γίνεται. Μπορείς τότε να σκεφτείς: «Σε ποιον ανήκει η ζωή μου;»

Πολλοί είναι αυτοί που λένε: «Σ' εμένα ανήκει. Μπορώ να την κάνω ό,τι θέλω». Έτσι, δεν βλέπουν κανένα κακό στην ευθανασία ή ακόμη και στην αυτοκτονία.

Για έναν όμως που στηρίζει την πίστη του στο Θεό, όπως αυτός αποκαλύπτεται στις σελίδες της Αγίας Γραφής, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως αυτός είναι ο δημιουργός αλλά και ο κυρίαρχος της δημιουργίας και του ανθρώπου. Έχει δώσει στον καθένα μας μια ξεχωριστή προσωπικότητα, το «εγώ» μας, που ακριβώς όμοιο του δεν υπάρχει πάνω στη γη, όσοι αιώνες κι αν διαβούν. Επομένως γι' αυτό τον άνθρωπο ο Θεός είναι ο χορηγός της ζωής, ο Κύριος της ζωής του αλλά και ο Κύριος που ρυθμίζει τον τρόπο, τον χρόνο και τις συνθήκες της εξόδου του απ' αυτόν τον κόσμο.

Από την άλλη μεριά, όταν πολλές φορές ο άνθρωπος του Θεού βρίσκεται σε φοβερά δύσκολες καταστάσεις θλίψεως είτε σωματικού πόνου είτε ψυχικού, φτάνει στο όριο αντοχής του και «εύχεται» να έρθει το τέλος. Είναι αυτό αμαρτία; Ο προφήτης του Θεού, ο Ηλίας, σε μια οριακή στιγμή της ζωής του το έκανε. Φοβισμένος έφθασε νότια της Βηρ-Σαβεέ κι εκεί μέσα στην έρημο κρύφτηκε και προσευχόταν, Α’ Βασ.ιθ:4 «… Αρκεί· τώρα, Κύριε, λάβε την ψυχήν μου· διότι δεν είμαι εγώ καλήτερος των πατέρων μου».

Καμιά φορά η επίκληση του θανάτου σαν λύτρωση δεν είναι πάντα τάση αυτοκτονίας, αλλά μια τελική παράδοση στον δημιουργό μας για να λυτρωθούμε από τον πόνο, ιδιαίτερα μάλιστα όταν «προσδοκούμε την ανάσταση των νεκρών» με την ελπίδα της αιώνιας ζωής. Τότε ο Παύλος, που επιθυμούσε «να αναχωρήσω και να είμαι με τον Χριστόν» (Φιλ.α:23) θα ήταν πολύ μεγάλος αμαρτωλός!

Εξάλλου ο Θεός όχι μόνο δημιούργησε τη ζωή αλλά και τη χαρακτήρισε «καλόν». Οι άνθρωποι του Θεού πιστεύουν στην ιερότητα της ζωής. Είναι μια πολύ διαφορετική άποψη απ' αυτές που κυκλοφορούν στον κόσμο για την αξία που ο άνθρωπος έχει δήθεν από μόνος του, βαθιά μέσα του, και πρέπει να την ανακαλύψει και να πιστέψει σ' αυτήν. Η χριστιανική άποψη για την αξία του ανθρώπου βασίζεται στο τι ο Θεός έχει κάνει γι' αυτόν και πώς τον βλέπει εν Χριστώ, και όχι στις όποιες ανθρώπινες αρετές, αφού «δεν κατοικεί μέσα του, δηλαδή στο είναι του, το καλό» (Ρωμ.ζ:18).

Κι αφού ο Θεός είναι ο χορηγός και ο κύριος της ζωής μας, τότε δύο αλήθειες προκύπτουν: Πρώτον: Η ζωή δεν είναι δική μας να τη δίνουμε, να την αφαιρούμε ή να την παρατείνουμε, παίζοντας το ρόλο του Θεού. Δεύτερο: Η διαχείριση της ζωής μας πρέπει να είναι πάντα σύμφωνη με τα σχέδια και τους σκοπούς του Θεού.

2. Τι είναι ο Θάνατος;

Προς το τέλος του περασμένου αιώνα, η άποψη για το θάνατο στη χριστιανική δύση ιδιαίτερα, είναι ότι η κλήση του Θεού «για την ουράνια πατρίδα», ήταν ίσως το πιο καθοριστικό θέμα που διαχώριζε τους πιστούς χριστιανούς από τους αδιάφορους, τους κοσμικούς. Καθώς πλησίαζε όμως το 1900, η αντιμετώπιση του θανάτου και της προσκαιρότητας της ζωής έδωσε σιγά σιγά τη θέση της σε μια πιο ανάλαφρη, θα λέγαμε, αντίληψη της επικείμενης Αρπαγής: Ο Χριστός όπου να 'ναι φτάνει και οι πιστοί θα τον συναντήσουν χωρίς να περάσουν από την εμπειρία του θανάτου! Πολλοί σημερινοί πιστοί απεχθάνονται το θάνατο, δεν θέλουν να σκέφτονται πως θα πεθάνουν και παρακαλούν να ζήσουν μέχρι την Αρπαγή. Υπήρξαν μάλιστα και ιεροκήρυκες που έλεγαν λ.χ. πριν 10-20 χρόνια, ότι ο Χριστός θα έρθει στη δεύτερή Του έλευση πριν το 2000!

Στο μεταξύ, όμως, και μάλιστα τα τελευταία χρόνια, οι αντιλήψεις ανάμεσα στους χριστιανούς σ' όλο τον κόσμο άρχισαν ν' αλλάζουν. Άρχισαν να ασχολούνται με την πολιτική, να ενδιαφέρονται για τη βελτίωση της οικογένειάς τους, ανακατεύτηκαν με διάφορες κοινωνικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα αυτές όλες οι σχέσεις και διασυνδέσεις των πιστών με τον κοινωνικό τους περίγυρο ν' απορροφά τα ενδιαφέροντά τους και την προσοχή τους. Έτσι όταν η άμβλωση, η ευθανασία και οι βρεφοκτονίες έκαναν την εμφάνισή τους σε όλο και μεγαλύτερη έκταση, οι σύγχρονοι χριστιανοί άρχισαν να αντιμετωπίζουν αυτά τα φαινόμενα σαν κοινωνικο-πολιτικού ενδιαφέροντος ζητήματα και όχι αυστηρά σαν θέματα σχετιζόμενα άμεσα με την πίστη και την ευσέβεια.

Σαν αποτέλεσμα, αναπτύχθηκαν διάφορες αντιλήψεις για το θάνατο. Το σίγουρο είναι ότι οι χριστιανοί εξακολούθησαν να τονίζουν τη σπουδαιότητα της προσωπικής τακτοποίησης του ανθρώπου με το Θεό στο ζήτημα της αμαρτίας με την προσωπική αποδοχή του Χριστού σαν προσωπικού σωτήρα. Αυτό πρέπει να γίνει πριν ο άνθρωπος περάσει δια του θανάτου στην αιωνιότητα. Η θεμελιώδης δογματική τοποθέτηση της εκκλησίας που δέχεται την αιώνια ζωή και την αιώνια κόλαση, διαμόρφωσε και την αντιμετώπιση εκ μέρους της του ετοιμοθάνατου πιστού: Του είπε ότι το σώμα του το περιμένει η εκ νεκρών ανάσταση και την ψυχή του η αιώνια ανάπαυση. Ο θάνατος θεωρείται σαν «ο έσχατος εχθρός», που τελικά ο Χριστός θα τον τσακίσει θριαμβευτικά με την τελική κρίση. Μπήκε στη ζωή μας με την πτώση των πρωτοπλάστων αλλά στην ερχόμενη βασιλεία του Θεού δεν έχει καμιά θέση.

Με βάση αυτή την αντίληψη, ο πιστός χριστιανός βλέπει το θάνατο σαν έναν ενοχλητικό παρείσακτο κι όχι σαν φίλο. Είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας και πρέπει να του αντισταθούμε, όχι να τον αγκαλιάσουμε. Όμως, ο πιστός που αντιμετωπίζει τον θάνατο ή έστω μια ασθένεια που απειλεί τη ζωή του, ξέρει πως ο ίδιος ο Χριστός αντιμετώπισε τον θάνατο πάνω στον σταυρό με θάρρος και εμπιστοσύνη στον Θεό. Με τον θάνατό Του και την ανάστασή Του απομάκρυνε τις αμαρτίες μας κι έγινε ο σωτήρας μας. Έγινε επίσης και το πρότυπο αντιμετώπισης του θανάτου. Ο απόστολος Παύλος φαίνεται επηρεασμένος απ' αυτή την αλήθεια, όταν έγραφε: «Διότι εις εμέ το ζην είναι ο Χριστός και το αποθανείν κέρδος» (Φιλ.α:21), καθώς αντιμετώπιζε τους διωγμούς με το ενδεχόμενο του θανάτου. Ο πιστός «περιμένει τον θάνατο» όχι με χαρά, αλλά σαν μια σίγουρη πραγματικότητα, που θα τον φέρει στην παρουσία του ίδιου του Χριστού.

Ο θάνατος που επιφέρεται σε κάποιον από έναν άλλο με τη βία, είναι φόνος κι απαγορεύεται με τον αυστηρότερο τρόπο στις δέκα εντολές: «Δεν θα φονεύσεις». Αυτή η απλή διατύπωση, όμως, παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις από το Χριστό, που καταδικάζει ενδιάθετες σκέψεις, προθέσεις πέρα από αυτή καθεαυτή την εξωτερική πράξη του ατόμου. Ακόμα και η απροσεξία ή η έλλειψη της απαιτούμενης φροντίδας απαγορεύεται, το ίδιο με τη διάπραξη φόνου πρώτου βαθμού.

Στη θετική της διατύπωση η βιβλική εντολή είναι η προστασία της ζωής: Ο Χριστός είπε «και θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ.ιθ:18-19). Στον περί ευθανασίας διάλογο η αγάπη προβάλλεται σαν η αιτία που πολλοί δέχονται την ευθανασία. Διατείνονται πως το κάνουν από αγάπη προς τον πάσχοντα. Η διαφορά όμως βρίσκεται στο πώς εννοούν οι άνθρωποι την κυριαρχία του Θεού και την αμέριστη αγάπη του για όλους. Οι επικριτές της ευθανασίας λένε πως το κίνητρο αυτών που την αποφασίζουν για κάποιον άλλο, είναι η αγάπη τους όχι προς τον ίδιο τον άρρωστο αλλά προς το σύντροφό του ή την οικογένειά του. Έτσι το θέμα της αγάπης «παίζεται» στην ευθανασία. Ο θάνατος, το αποκλειστικό και τελικό προνόμιο του Θεού πάνω στην ανθρώπινη ζωή, δυνατόν να χρησιμοποιείται στην ευθανασία για να εκπληρώσει επιθυμίες ανθρώπων άλλων και όχι κατ' ευθείαν του ετοιμοθάνατου ασθενή.

3. Ποια η αξία των θλίψεων;

Ένα άλλο σημείο διαφοράς ανάμεσα στην Εκκλησία γενικά και στο κοσμικό φρόνημα είναι η αντιμετώπιση των θλίψεων.

Η πρώτη εκκλησία, το πρώτο πράγμα που αντιμετώπισε ήταν οι θλίψεις με τη μορφή της ψυχολογικής καταπίεσης λόγω των διωγμών. Ο απόστολος Ιάκωβος, ωστόσο, τους παραγγέλλει: «Πάσαν χαράν νομίσατε, αδελφοί μου, όταν περιπέσητε εις διαφόρους πειρασμούς,» (Ιακ.α:2). Ανέκαθεν οι χριστιανοί αντιμετώπισαν τις θλίψεις όχι σαν τιμωρία για κάποιες αμαρτίες τους αλλά θετικά - όσο κι αν οι θλίψεις είναι κάτι δυσάρεστο - σαν τρόπους με τους οποίους ο Θεός εργάζεται στη ζωή μας.

Αυτό δεν σημαίνει πως σαν χριστιανοί αποδεχόμαστε μαζοχιστικά σαν κάτι καλό τις θλίψεις, ενδεχομένως για να... εντυπωσιάσουμε τον Θεό ή τους συνανθρώπους μας. Ξέρουμε πως η θλίψη είναι επακόλουθο της πτώσης. Ξέρουμε, όμως, κι ότι οι θλίψεις έχουν την πνευματική τους αξία για τη ζωή μας.

Οι θλίψεις είναι αναπόσπαστα δεμένες με τον άνθρωπο. Κάποιος έλεγε πως αν ζητάμε να εξαφανιστεί η θλίψη από ένα αγαπητό μας πρόσωπο, είναι σαν να ζητάμε να εξαφανιστεί το ίδιο το πρόσωπο. Έτσι όταν σαν πιστοί του Χριστού περνάμε από θλίψεις, βρίσκουμε μέσα σ' αυτές την ευκαιρία να πλησιάσουμε περισσότερο τον Κύριό μας τον Ιησού Χριστό και να εξαρτηθούμε περισσότερο απ' Αυτόν. Οι θλίψεις είναι ένα μέσο για να ωριμάσουμε πνευματικά, αλλά μόνον όταν τις δούμε σαν τέτοιο μέσο. Είναι ο Θεός που έρχεται μέσα στη θλίψη ν' ασχοληθεί προσωπικά και εσωτερικά μ' αυτόν που υποφέρει στο κρεβάτι του πόνου ή του θανάτου.

Κάποιος έλεγε πως δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί να επιδιώκουμε ο κόσμος να μην έχει θλίψεις. Και δεν είναι καθόλου σίγουρο, κατέληγε, πως οδηγώντας τον ετοιμοθάνατο να πεθάνει, θα απαλλάξουμε τους εαυτούς μας από τη θλίψη. Μ' άλλα λόγια, με την ευθανασία δεν εξαλείφουμε τη θλίψη από τη ζωή μας. Ακόμα και πιστοί κι αφιερωμένοι χριστιανοί πέφτουμε στην παγίδα. Γιατί η θλίψη να είναι κάτι που πρέπει πάντοτε να κάνουμε το παν για να το αποφύγουμε;

Το ερώτημα είναι ιδιαίτερα πιεστικό για κείνους που είτε οι ίδιοι έχουν περάσει από το κρεβάτι του πόνου είτε έχουν καθίσει πλάι σ' έναν συγγενή ή σ' έναν φίλο κρατώντας του το χέρι ή βρέχοντάς του στόμα με ένα βαμβάκι, όταν ψήνεται στον πυρετό και λιώνει από τον πόνο. Την ώρα που ψάχνεις απεγνωσμένα στον μουντό διάδρομο της πτέρυγας την αδελφή της υπηρεσίας στις 3 μετά τα μεσάνυχτα για ένα παυσίπονο, τι γνώμη έχεις για τον πόνο; Σκέφτηκες αλήθεια και μια άλλη παράμετρο: Ότι η θλίψη μας ενώνει σαν κοινωνία πιστών ανθρώπων, πως μας φέρνει πιο κοντά τον ένα στον άλλο;

Οπωσδήποτε θέλουμε να κατασιγάσουμε τον πόνο. Δεν ξέρουμε όμως το γιατί υποφέρει κάποιος ή εμείς. Δεν ξέρουμε το «γιατί» της θλίψης -είτε αυτή είναι σωματική είτε ψυχική. Όμως, το να θέλεις να τερματίσεις τη ζωή προσβάλλοντας την ιερότητά της, που την είδαμε παραπάνω, κάνοντας τον ρυθμιστή των θείων επεμβάσεων, αυτό είναι, παρά τις σπανιότατες εξαιρέσεις, ηθικά απαράδεκτο. Γιατί, ποιος σου λέει πως ο Θεός δεν θέλει να ανεχθείς τον πόνο; Ποιος σου λέει πως δεν θέλει να σου χαρίσει τη δωρεά που χάρισε και στον Παύλο; (Β΄ Κορ.ιβ:9). Πολλώ μάλλον πώς μπορείς να το ξέρεις για τον άλλο!

4. Ποιο είναι το δικό μας χρέος;

Είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι του Θεού αντιλαμβάνονται κατά τελείως διαφορετικό τρόπο απ' ό,τι ο έξω κόσμος τα ζητήματα με τα οποία ασχοληθήκαμε, δηλ. την ευθανασία, τον πόνο, τη θλίψη, τον θάνατο, τη θεραπεία και το δώρο της ζωής. Θεωρητικά, συνεπώς, πρέπει και η πρακτική αντιμετώπιση εκ μέρους των πιστών χριστιανών να είναι διαφορετική. Η Εκκλησία σαν σώμα του Χριστού έχει την υποχρέωση να δείχνει όλη της τη φροντίδα και το ενδιαφέρον σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Τα λόγια του Παύλου «Τις ασθενεί, και δεν ασθενώ; τις σκανδαλίζεται, και εγώ δεν φλέγομαι;» (Β΄ Κορ.ια:29), και αλλού «Και δεν δύναται ο οφθαλμός να είπη προς την χείρα· Δεν έχω χρείαν σου· ή πάλιν η κεφαλή προς τους πόδας· Δεν έχω χρείαν υμών» (Α΄ Κορ.ιβ:21), αυτό ακριβώς δείχνουν, ότι το σώμα του Χριστού είναι μια κοινωνία όπου ο ένας νοιάζεται για τον άλλο, είτε για πνευματικές είτε για σωματικές αδυναμίες και θλίψεις.

Είναι εκπληκτικό ότι ένα ζωντανό παράδειγμα αυτής της φροντίδας δίνεται όχι στην Καινή αλλά στην Παλαιά Διαθήκη και μάλιστα είναι μια ιστορία χαμένη στις αρχαίες διηγήσεις της Ανατολής των πολύ αρχαίων χρόνων. Πρόκειται για την ιστορία του Ιώβ. Μας αναφέρεται ότι οι φίλοι του πήγαν και τον βρήκαν και κάθισαν μαζί του μια βδομάδα, χωρίς να λένε τίποτε. Απλώς κάθονταν μαζί του, ενδεχομένως του έδιωχναν τις μύγες από τα εκζέματα, του πήγαιναν νερό, του σκούπιζαν τις πληγές όταν μάτωναν από το κεραμίδι που ξυνόταν, του πήγαιναν φαγητό, αλλά δεν μιλούσαν καθόλου να «του πουν», να του εξηγήσουν, να τον συμβουλέψουν, τίποτα! (Ιώβ β:11-13).

Στην Καινή Διαθήκη παράδειγμα φροντίδας για τους βαριά ιδίως ασθενείς είναι ο ίδιος ο Κύριος. Πήγαινε κι έπιανε κουβέντα με τους πιο ακάθαρτους και αποκρουστικούς ασθενείς του καιρού του, τους λεπρούς. Τους πλησίαζε με αγάπη και θεράπευε τις πληγές τους. Ο απόστολος Ιάκωβος μας δίνει τον τύπο, θα λέγαμε, της φροντίδας της Εκκλησίας για τους πάσχοντες: «Ασθενεί τις μεταξύ σας; ας προσκαλέση τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και ας προσευχηθώσιν επ' αυτόν, αλείψαντες αυτόν με έλαιον εν τω ονόματι του Κυρίου» (ε:14).

Σε μια ανάλγητη κοινωνία, όπου καθένας κοιτάζει μόνο τον εαυτό του, οι σημερινοί χριστιανοί επηρεάζονται αναπόφευκτα από το πνεύμα αυτό του κόσμου. Από την άλλη μεριά πολλοί ρωτούν: «Τι έχω εγώ να προσφέρω σ' έναν άρρωστο; Δεν έχω γνώσεις νοσοκόμου ή γιατρού». Η απάντηση είναι «δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτε. Κάτσε δίπλα στους σύγχρονους Ιώβ, πες δυο λόγια προσευχής, κράτησέ τους για λίγο το χέρι. Θα καταλάβουν. Κι αν δεν ξέρεις να πεις δυο λόγια παρηγοριάς (και οι περισσότεροι δεν ξέρουμε, γιατί συνήθως δεν έχουμε περάσει από τα ίδια μονοπάτια) μην πεις κουβέντα, μείνε εκεί σιωπηλός...

Βλέπετε, δεν είναι μόνον οι γιατροί που έχουν ένα ρόλο να παίξουν. Οι γιατροί χρειάζονται την Εκκλησία. Όχι για να στηριχθούν απλώς στη διδασκαλία της περί αγάπης και συμπαράστασης, αλλά κυρίως για να πάρουν πρότυπα έμπρακτης βοήθειας και φροντίδας προς τον πάσχοντα. Χωρίς το παράδειγμα της Εκκλησίας, η κοινωνία μας θα αποτελείται από ανθρώπους αδιάφορους στον ανθρώπινο πόνο, σκληρούς στην ανθρώπινη δυστυχία, που θα είναι ευκολότατο πια να καταφύγουν σε μεθόδους όπως η ευθανασία, για ν' απαλλαχτούν από τους άρρωστους, τους γέροντες, τους ανάπηρους, τους διανοητικά καθυστερημένους κλπ.