Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

ΤΟ ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ



Η αναβιωμένη Κόρινθος (η παλιά πόλη καταστράφηκε το 145 π.χ.) ιδρύθηκε από τον Ιούλιο Καίσαρα το 44 π.Χ. σαν αποικία της Ρώμης. Η στρατηγική της θέση και το γεγονός ότι οι Ρωμαίοι την οίκισαν με “ελεύθερους” (απελευθερωμένους σκλάβους) που ήταν λίγο πιο πάνω από τους σκλάβους στην κοινωνική κλίμακα, συνδυάστηκαν για να προωθήσουν την γρήγορη ανάπτυξη, κάνοντας την Κόρινθο, μετά τη Ρώμη και την Αλεξάνδρεια, την τρίτη πιο σημαντική πόλη στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Αν και η Κόρινθος αναγνωριζόταν για τον πλούτο της, η πλειοψηφία των κατοίκων της ήταν από την εργατική τάξη - απελευθερωμένοι σκλάβοι, τεχνίτες, και έμποροι. Η ραγδαία ανάπτυξη της πόλης, συνδυασμένη με την φύση του πληθυσμού της, προσφέρθηκε για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος ακολασίας και αμαρτίας. Η παλιά Κόρινθος (5ος αιώνας π.Χ.) είχε τέτοια φήμη για σεξουαλική ανηθικότητα που ο Αριστοφάνης (450-385 π.Χ.) έπλασε το ρήμα “κορινθιάζω” που σημαίνει “να ενεργώ σαν Κορίνθιος, να πορνεύω”. Προφανώς αυτή η μορφή αμαρτίας ήταν εξέχουσα ανάμεσα στους Κορίνθιους, γιατί ο Παύλος την καταδίκαζε επανειλημμένα (Α’ Κορ.ε:1,9  ς:9,13,18 ζ:2).

Η θρησκευτική έκφραση στην Κόρινθο ήταν τόσο ποικίλη όσο και ο πληθυσμός της. Είχε περισσότερα από 26 ιερά μέρη, αφιερωμένα σε πολλούς θεούς (Ελληνο-Ρωμαϊκούς) και πολλούς κυρίους (μυστικές λατρείες) (Α’ Κορ.η:5). Αυτό το περιβάλλον έλκυε πολλούς καλλιτέχνες, φιλοσόφους, και διάφορους ιδεολόγους, που έρχονταν στην πόλη, αναζητώντας οπαδούς.

Οι πιστοί στην Κόρινθο ήταν από κάθε κοινωνική τάξη: πλούσιοι, φτωχοί, ελεύθεροι, και σκλάβοι λάτρευαν τον αληθινό Θεό σαν ένα σώμα. Ο Παύλος αναφερόταν σ’ αυτή τη διαφορά, μνημονεύοντας τουλάχιστον τέσσερις κατηγορίες: Εβραίοι, Έλληνες, σκλάβοι και ελεύθεροι Κορ.ιβ:13). Η πλειοψηφία των μελών της εκκλησίας της Κορίνθου ήταν από τις άπορες τάξεις (Α’ Κορ.α:26), αν και υπήρχαν επίσης σχετικά πλούσια μέλη στη συνάθροιση (Α’ Κορ.ια:22).

Αν και υπήρχαν Εβραίοι στην εκκλησία, τα γράμματα του Παύλου δείχνουν ότι η πλειοψηφία των αδελφών ήταν εθνικοί (βλέπε Πραξ.ιη:4-6). Στην πλειοψηφία τους είχαν υπάρξει ειδωλολάτρες, επομένως εθνικοί (Α’ Κορ.ς:9-11, η:7, ιβ:2). Σαν ειδωλολάτρες προσήλυτοι, έφεραν στην εκκλησία κάποιες στάσεις και ιδέες απ’ τον παγανισμό. Ο Ελληνικός τους πολιτισμός και κοινωνία αναμφίβολα επηρέαζε τη συμπεριφορά τους σε σχέση με κάποιες από τις διδασκαλίες και πράξεις του Παύλου.

Ο Παύλος ίδρυσε την εκκλησία στην Κόρινθο στη διάρκεια της πρώτης επίσκεψης του στην πόλη, γύρω στο 49-51 μ.Χ. και παρέμεινε εκεί ενάμισι χρόνο (Πραξ.ιη).

Από την αρχή η εκκλησία της Κορίνθου μαστιζόταν από προβλήματα (Α’ Κορ.γ:1-3). Απ’ το ξεκίνημα της εκκλησίας μέχρι που έφυγε ο Παύλος, οι ρίζες των προβλημάτων έγιναν φανερές. Η αναχώρηση του εξυπηρέτησε να χειροτερέψουν αυτά τα προβλήματα, εν μέρει, ίσως επειδή άλλοι εργάτες επισκέφθηκαν την εκκλησία έχοντας ανθρώπινη ευγλωττία, που ο Παύλος προφανώς δεν είχε και κάποιες ιδέες που ήταν διαφορετικές από του αποστόλου.

Μετά την αναχώρησή του, ο Παύλος έγραψε γράμματα από την Έφεσο για να διορθώσει λανθασμένες ιδέες που είχαν κάποιοι πιστοί. Το πρώτο γράμμα στους Κορίνθιους ήταν απάντηση ενός γράμματος που έστειλαν οι Κορίνθιοι στον Παύλο, για να του αναφέρουν σχετικά με τα χωρίσματα στην εκκλησία (Α’ Κορ.α:11,ζ:1).

Το πρόβλημα στην Κόρινθο δεν ήταν απλώς διαίρεση μεταξύ των πιστών, αλλά μια απόρριψη της αποστολικότητας του Παύλου επηρέαζε την εκκλησία. Η αποστολικότητα του είχε αμφισβητηθεί από τους ίδιους τους Κορίνθιους πιστούς και από άλλους εργάτες (Α’ Κορ.θ:1-2, Β’Κορ.ι-ιγ).

Είναι προφανές ότι οι άλλοι εργάτες είχαν πάρει χρήματα από την εκκλησία της Κορίνθου για τους πνευματικούς τους κόπους (Α’ Κορ.θ:12). Επειδή ο Παύλος δεν είχε εκμεταλλευτεί αυτό το δικαίωμα, οι κατήγοροί του χρησιμοποίησαν αυτό το σημείο για να δυσφημήσουν την αποστολικότητα του. Ίσως έλεγαν, “το να παίρνει οικονομική βοήθεια από τις εκκλησίες είναι δικαίωμα ενός αποστόλου, αλλά αφού ο ίδιος ο Παύλος γνωρίζει ότι δεν είναι απόστολος, δεν αισθάνεται άξιος να το κάνει”, ή ίσως, “Κοιτάξτε πώς ο μεγάλος απόστολος Παύλος εργάζεται με τα ίδια του τα χέρια, μήπως θα ήταν σωστό να σταματούσε να κηρύττει για να μπορεί να κάνει σωστά τη δουλειά του!”, ή “Εγκαταλείπει το ποίμνιο”. Μπορεί κανείς να φανταστεί τα πράγματα που αυτοί οι άνθρωποι εφεύραν ή πρότειναν για να δυσφημίσουν τον μεγάλο απόστολο.

Οι φιλόσοφοι και οι σοφοί στον Ελληνορωμαϊκό κόσμο συντηρούνταν με τέσσερις τρόπους: χρεώνοντας αμοιβές, ζητιανεύοντας, εργαζόμενοι, ή από ευεργέτες. Κάθε μια από αυτές τις μεθόδους είχε τους οπαδούς της καθώς και τους αντιπάλους της.

Ο Παύλος μερικές φορές έπαιρνε βοήθεια από μία εδραιωμένη εκκλησία για να βοηθήσει τις ιεραποστολικές του προσπάθειες (Β’ Κορ.ια:8-9, Φιλ.δ:15-16), και μερικές φορές δεχόταν προσφορές φιλοξενίας (Πραξ.ις:15). Τυπικά εκείνος συντηρούνταν εργαζόμενος με τα χέρια του (Α’ Θεσ.β:9, Β’Θεσ.γ:7-9, Α’ Κορ.δ:12, Πραξ.ιη:3).Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Παύλος ενέμενε σε καμιά από τις τέσσερις μεθόδους που υποστήριζαν οι φιλόσοφοι, αλλά κάποιοι από τα μέλη της συνάθροισης στην Κόρινθο προφανώς είχαν επηρεαστεί από αυτούς, και αυτές οι ιδέες επηρέαζαν τη γνώμη τους για τον Παύλο. Η απόφαση του να εργάζεται ήταν προσωπική, συνδεδεμένη στενά με τη διακονία του ευαγγελίου και όχι με καμιά ειδωλολατρική φιλοσοφία. Σαν σκαπανέας ιεραπόστολος δεν ήθελε οι άνθρωποι στους οποίους κήρυττε το Ευαγγέλιο να νομίζουν ότι προσπαθούσε να ωφεληθεί απ’ αυτούς.

Ο Παύλος υπερασπίστηκε το δικαίωμα των εργατών να υποστηρίζονται από τις εκκλησίες, βασίζοντας τη διδασκαλία του στην αρχή του δεκάτου της Παλαιάς Διαθήκης. Η προσωπική του επιλογή να εργάζεται αντί να παίρνει βοήθεια, σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να καθιερωθεί σαν δόγμα. Αυτοί που το ισχυρίζονται, κάνουν κάτι που ο ίδιος ο Παύλος δεν έκανε.

Όπως έχουμε δει, η στάση του Παύλου σχετικά με την εργασία άνοιξε την πόρτα ώστε άλλοι με διαφορετικές γνώμες να τον δυσφημίσουν. Το πρόβλημα είχε προκύψει από επισκέψεις εργατών των οποίων η πρακτική ίσως να ήταν διαφορετική ή παρεξηγήθηκε η διδασκαλία τους.