Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Η «αχίλλειος πτέρνα» της στρατευόμενης Εκκλησίας του Χριστού, είναι... η ενότητά της. Τούτη δε, δεν είναι μια λογοτεχνική διατύπωση, αλλά μια πραγματικότητα που την επισφραγίζει κάπου είκοσι αιώνων ιστορία και που την προσυπογράφει σχεδόν η κάθε μέρα εκκλησιαστικής ζωής. Μάλιστα τόσο, που αυτήν κι όχι τη δραστηριότητα των μελών της, να στοχεύει πρώτη και πάντα ο εχθρός.


Τούτο φαίνεται να ’φτιάξε και το μύθο της «Έκθεσης Εργαλείων Δουλειάς» που ’στήσε κάποτε ο Διάβολος. Τα ’χε λέει όλα διατιμημένα εκτός από ένα, που μια επιγραφή πληροφορούσε ότι «δεν πουλιόταν». Στο «γιατί», η απάντηση ήταν απλή. «Επειδή ήταν το πιο χρήσιμο κι αποτελεσματικό εργαλείο, στον πόλεμο ενάντια στην Εκκλησία. Ασφαλώς, μαντέψατε τ’ όνομά του. Ναι, το ’λεγαν «διχοστασία» ή «διαιρέσεις» αν θέλετε ή «εγώ είμαι τού Παύλου, εγώ δε του Απολλώ» (Α’ Κορ.γ:4) ή «σχίσμα εν τω σώματι» (ιβ:25) ή «μεμέρισται ο Χριστός» (α:13), για να περιοριστώ μόνο σε εκφράσεις από μια Επιστολή του Παύλου.

Η ενότητα λοιπόν των πιστών και κατά προέκταση της Εκκλησίας του Χριστού και της τοπικής σύναξης, είναι το σημείο το πιο ευαίσθητο και το πιο ευάλωτο. Το γνωρίζει δε ασφαλώς αυτό ο Κύριος, για να ζητήσει από τον Πατέρα Του και Πατέρα μας στη μεγάλη αρχιερατική προσευχή Του- «ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς» και «ίνα ώσιν τετελειωμένοι εις εν» (Ιωάν.ιζ:11,23). Δεν θα ’ταν δε υπερβολή να υποστηριχτεί, ότι το «αγίασον» και το «ώσιν εν», αποτελούν βασικά το δίδυμο αίτημα του Κυρίου στον Πατέρα για την Εκκλησία.

Ας έλθουμε τώρα λίγο πιο κοντά σε τούτη την «ενότητα». Ποια είναι αυτή η ενότητα για την οποία μιλάει η Καινή Διαθήκη; Είναι κάτι που κατασκευάζεται σ’ ανθρώπινα - θρησκευτικά έστω- εργαστήρια; Κάτι που επιδιώκεται ή και επιβάλεται; Κάποιος ιδεατός στόχος, στον οποίο στοχεύουμε, όντας εκ των προτέρων βέβαιοι ότι ποτέ δεν θα τον φτάσουμε; Ή είναι η κατάληξη κάποιων θεολογικών κι εκκλησιαστικών διαλόγων, με μόνους παίκτες στη σκακιέρα κάποιες λεγάμενες «σεπτές κεφαλές»;

Στις παραπάνω και σ' όσες άλλες παρόμοιες ερωτήσεις, η απάντηση είναι απόλυτα και απερίφραστα αρνητική. Όχι γιατί δεν χειροκροτούμε κάθε προσπάθεια για ενότητα, αλλά γιατί η Καινή Διαθήκη μας καλεί να γνωρίσουμε, ν’ αποδεχτούμε και να ενταχτούμε σε μια ενότητα που μας προσφέρεται κι όχι να φτιάξουμε εμείς κάποια. Η πρώτη λέγεται «ε- νότητα εν Χριστώ» η άλλη «χριστιανική ενότητα», κάτι σαν «χριστιανική ανθολογία» και τα όμοια. Η δεύτερη γίνεται, μαγειρεύεται, φτιάχνεται, χαλάει και λοιπά. Η πρώτη διακηρύσσεται μυριόφωνα στην Καινή Διαθήκη, με προέχουσα τη διατύπωση του Γαλ.γ:28.

Δικαιώνεται έτσι ο τίτλος της μελέτης μας, που μιλάει για τη «διατήρηση» και όχι για το φτιάξιμο της ενότητας. Και «διατηρώ» στην αντίληψή μου σημαίνει φροντίζω, αγρυπνώ, συμβάλω, θυσιάζω, καμιά φορά και θυσιάζομαι, τούτη τη θαυμαστή και πολύτιμη ενότητα εν Χριστώ, να μη την τραυματίσω. Να μη τη βλάψω. Τον χιτώνα του Κυρίου «τον άνωθεν υφαντόν δι’ όλου» που οι εχθροί του δεν τόλμησαν να σχίσουν, να μη τον σχίσει κάποια μου πνευματική χειρονομία ή παράλειψη.

Θα ρωτήσετε, σε ποιον κατεξοχήν χώρο, θα πρέπει κι η σωστή επί του θέματος διδαχή να δοθεί και η ταπεινή κι εγκάρδια φροντίδα να καταβληθεί. Ασφαλώς, στην τοπική εκκλησία. Μάλιστα σ’ όλο το διδακτικό της χώρο, που πιάνει από το προσχολικό παιδί και προχωράει στο Κυριακό και στους νέους, βεβαίως δε και στη Βιβλική τάξη των μεγάλων.

Στο νεοφερμένο στην Εκκλησία που αποσπάστηκε από το κοσμικό περιβάλλον ή εκείνο τον έδιωξε, πρέπει έγκαιρα να τονιστεί ότι η Εκκλησία αποτελεί τώρα γι' αυτόν το νέο περιβάλλον, στο οποίο καλείται να ενταχθεί. Τούτη την ένταξη η Καινή Διαθήκη την ονομάζει «συμπολίτες των Αγίων» (Εφες.β:19), «μέλη τού σώματος», «αλλήλων μέλη» (Ρωμ.ιβ:15), «συνοικοδομείσθε» (Εφες.β:22). «ερριζωμένοι εν αγάπη» (Εφες.γ:18) κλπ. Η αρμονική κι ουσιαστική ένταξη στην Εκκλησία, θα του χαρίσει -εκτός των άλλων - αυτό που στην ψυχολογία ονομάζεται «belonging». Το αίσθημα δηλαδή σιγουριάς κι ασφάλειας που έχει αυτός που ανήκει σ’ ένα σύνολο, το οποίο επίσης του ανήκει.

Τα ίδια στοιχεία διδασκαλίας θα δώσουμε στο παιδί του Κυριακού, ώστε με την επιστροφή του στο Χριστό, ταυτόχρονα να ενταχθεί συνειδητά, αρμονικά και θετικά στο σώμα της Εκκλησίας.

Αλλά και στο μέλος της εκκλησίας, που κι αν παλιό «αυλίζεται μάλλον» στην εκκλησία παρά ανήκει σ’ αυτή, θα πρέπει με σωστή Βιβλική διδασκαλία να εξηγήσουμε ότι δεν θα ωριμάσει πνευματικά, αλλά πάντα θα ναι προβληματικό, μέχρις ότου ανεπιφύλακτα ενταχθεί στην πνευματική του οικογένεια την εκκλησία.

Η ένταξη τούτη χωρίς να εκμηδενίζει την προσωπικότητα, οδηγεί σε μια βαθιά ταύτιση με το Σώμα. Κάτι σαν την ολοσχερή ταύτιση του Δαβίδ με το λαό στο Β’ Σαμ.ς:22, που με τόση προπέτεια χλεύασε η Μιχάλ.

Πριν απ’ όλα λοιπόν η Ενότητα, διακηρύσσεται. Διδάσκεται μάλλον και δίνεται ξανά και ξανά η προτροπή για την ένταξη και ταύτιση «εν Χριστώ» και «εν τω σώματι».

Δεύτερο βήμα στη διατήρηση της ενότητας, είναι η συνειδητοποίηση κι η αποδοχή της διττής πνευματικής υπόστασης του Χριστιανού. Μας δίνεται κατεξοχήν στις Παυλιανές επιστολές προς Εφεσίους, Φιλιππησίους και Κολοσσαείς, όλες επιστολές της αιχμαλωσίας κι ωριμότητας του Παύλου στον αγρό του Κυρίου. Ο χαιρετισμός σ’ αυτές στέλνεται στους αδελφούς που είναι «εν Χριστώ» και «εν Φιλίπποις» ή «εν Εφέσω» ή «εν Κολοσσαίς». Το πρώτο «εν» μιλάει για την πνευματική τοποθέτηση και το δεύτερο για την τοπική. Κάτω δε από τούτη τη διευκρίνιση, μπορούμε να μιλάμε για την τοπική εκκλησία, για την «εκκλησίαν την ούσαν Κορίνθω» ή ακόμη για «την εκκλησίαν των Θεσσαλονικέων».

Το «ανήκω στο Χριστό αλλά δεν έγινα μέλος σε καμιά εκκλησία», δεν είναι Βιβλική θέση. Είναι ευφυολόγημα, αυτών που για διάφορους λόγους - υποκειμενικούς ως επί το πλείστο - αρνούνται, ή να το πούμε πιο ξεκάθαρα, νιώθουν μειωτική τάχα για την προσωπικότητά τους την εκκλησιαστική ένταξη και ταύτιση.

Σ’ όλους, μα σε τούτους τους τελευταίους ιδιαίτερα, η Εκκλησία διδάσκει ότι στην Εκκλησία της Καινής Διαθήκης, δεν υπάρχει η έννοια του άβουλου, απρόσωπου και κοπαδοποιημένου εκκλησιάσματος, ούτε η διαίρεση σε άμβωνα και στασίδια. Αντίθετα, τα μέλη της οργανικά ενωμένα κι εμπνεόμενα από την Κεφαλή συνδέονται και μεταξύ τους με αγάπη, αλληλοεκτίμηση και κοινότητα ζωής. Σ’ ένα τέτοιο χώρο, απαλλαγμένο από ανταγωνισμούς και υλοφροσύνη, κάθε άγια πρωτοβουλία και δραστηριότητα, συναντάει το αυθόρμητο κι εγκάρδιο - «συγχαίρει τη αληθεία» (Α’ Κορ.ιγ:6).

Είπαμε η Εκκλησία διδάσκει, να προσθέσουμε και το «η Εκκλησία ζει».

Τρίτο στοιχείο που αποφασιστικά συμβάλλει στη διατήρηση της ενότητας, είναι το συγκροτημένο και αποσαφηνισμένο «πιστεύω» της εκκλησίας. Οι πιο συχνές διαιρέσεις, έχουν αφετηρία τους μια διχογνωμία σε κάποιο άρθρο πίστης. Η διαίρεση δε τούτη μπορεί να ’ναι η απομάκρυνση κι η δημιουργία νέας τοπικής σύναξης - οπότε έχουμε αύξηση όχι με πρόσθεση αλλά με διαίρεση - ή το χειρότερο αμφισβητείται η Βιβλικότητα του «πιστεύω» ολόκληρης της σύναξης, την οποία μια «θορυβούσα μειονότης» προσπαθεί να προσδέσει στο δικό της δογματικό άρμα.

Αντίδοτο, η σωστή, συστηματική και συνεχής κατάρτιση των μελών, στις αλήθειες που αποτελούν το Βιβλικό μας «πιστεύω». Ποιες είναι δεν εμπίπτει στο σκοπό τούτης της μελέτης, είναι εντούτοις ευθύνη μου να πω ότι επιβάλλεται να υπάρχει πάντοτε ο πρέπον μηχανισμός καταγραφής και σαφούς διατύπωσης, της πνευματικής και θεολογικής ταυτότητας και φυσιογνωμίας της εκκλησίας.

Τούτο, εκτός των άλλων, θα βοηθήσει σε περίπτωση μιας καινοφανούς διδασκαλίας, να μπορεί η εκκλησία να δείχνει την πόρτα, αντί να σπρώχνεται εκείνη να δρασκελίσει το κατώφλι της.

Τέταρτο στοιχείο διατήρησης της ενότητας είναι η απογραφή κι ενεργοποίηση ολόκληρου του πνευματικού δυναμικού της εκκλησίας. Αλήθεια τούτη, που θα πρέπει σοβαρά ν’ απασχολεί το Πρεσβυτέριο κάθε επιμέρους εκκλησίας.

Μ’ αφετηρία το Ρωμ.α:5 «ελάβομεν χάριν και αποστολήν», να μη καταντήσουμε στο σημείο που ο κήρυκας μιας εκκλησίας αναγκάστηκε να ομολογήσει, ότι - «η εκκλησία του είχε οκτακόσια μέλη και οι οκτακόσιοι είχαν κάποια δραστηριότητα «οι ογδόντα εργάζονταν στο έργο του Κυρίου και οι εφτακόσιοι είκοσι... περιεργάζονταν αυτούς που εργάζονταν». Αστείο, θα πείτε. Όχι και τόσο, αφού και μια - τουλάχιστον- εκκλησία της Καινής Διαθήκης το ’χε. Είχε, τους «μηδέν εργαζομένους, αλλά περιεργαζομένους» (Β’ Θες.γ:11).

Πείρα και ψυχολογία μας βεβαιώνουν, πως εύκολα κρίνει και κατακρίνει κάποιος, κάτι που ένας άλλος έκαμε. Δεν κατακρίνει όμως, αλλά αντίθετα ζωηρά υπερασπίζεται κάτι στο οποίο μετέχει.

Πέμπτο σημείο όχι μικρότερης σημασίας για τη διατήρηση της ενότητας στην Εκκλησία είναι η κοινότητα της ζωής. Τούτη η κοινότητα προσδιορίζεται από το ερώτημα «πως πάει η Πέρσα με τις μεταπτυχιακές σπουδές της», ως την πρόσκληση του δοκιμαζόμενου αδελφού στο πρεσβυτέριο ή στο σπίτι του κήρυκα για ένα «βαστάζετε τα ασθενήματα των αδυνάτων» (Ρωμ.ιε:1). Είναι η σωστή και διακριτική ποίμανση που είναι ατυχώς η μεγάλη απούσα των μεγάλων ιδίως εκκλησιών. Είναι το «ασμένως απεδέξαντο ήμάς οι αδελφοί» (Πράξ.κα:17), είναι το «διηγείτο... όσα έκαμεν ο Θεός δια της διακονίας αυτού» (κα:19), είναι το παράλληλο «ή- κουον... και εδόξαζον τον Θεόν δι’ εμέ» (Γαλ.α:23,24), είναι το «συγχαίρειν και συμπάσχειν» με τ’ άλλα μέλη (Α’ Κορ.ιβ:26), είναι με δυο λόγια, το - «εις εσμέν εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ.γ:28).

Στην ομιλία του στο ανώγειο ο Κύριος διατύπωσε μια καινούργια σχέση με τους μαθητές κι αδελφούς του. Τους ονόμασε «φίλους» κι αυτό το βάσισε στο ότι «τίποτα δεν έκρυψε απ’ αυτούς, αλλά τους τα φανέρωσε όλα» (Ιωάν.ιε:15). Στην εκκλησιαστική μας ζωή είναι παράδοξο να έχουμε συχνά πολλούς αδελφούς, μα πολύ λίγους φίλους. Κι όταν τούτο συμβαίνει, η ενότητα δεν οικοδομείται.

Έκτο στοιχείο της διατήρησης της ενότητας σε βάρος καμιά φορά του αριθμού, είναι η άγια ζωή των μελών της Εκκλησίας. Στην αποστολική εκκλησία επειδή το βασικό τούτο στοιχείο υπήρχε, συνέβησαν δυο τινά: Ο Ανανίας κι η Σάπφειρα αποκόπηκαν με δραματικό τρόπο κι «ουδείς ετόλμα κολλάσθαι αυτοις» (Πράξ.ε:6,13).

Γιατί είναι η στιγμή να πούμε και τούτο. Ενότητα δεν εννοούμε συγκράτηση μελών με υποβάθμιση «πιστεύω» και ιδανικών. Με συμβιβασμούς, δεν σφυρηλατείται η πνευματική ενότητα. Σε βάρος της αλήθειας, δεν διασώζουμε αριθμούς. Και η «άνωθεν σοφία», που τόσο τη χρειαζόμαστε στις λεπτές διαδικασίες που είναι ανάγκη να κάμουμε για τη διατήρηση της ενότητας, είναι - κατά τον Ιάκωβο - «πρώτον μεν αγνή, έπειτα δε ειρηνική» (γ:17). Η πρώτη δεν θυσιάζεται - δεν πρέπει να θυσιάζεται - για τη δεύτερη.

Τούτο βέβαια είναι εύκολο να λέγεται σε μια πολυπληθή εκκλησία, που κι αν της λείψουν τρεις ή πέντε η αφαίρεση είναι δυσδιάκριτη. Όμως στη μικρή εκκλησία! Ούτε σ’ αυτή επιτρέπεται ο συμβιβασμός, γιατί ένα εδάφιο παρακάτω από το «ουδείς ετόλμα κολλάσθαι», έχουμε το «προσε-τίθετο πιστεύοντες τω Κυρίω πλήθη» (Πράξ.ε:14).

Αφήσαμε για το τέλος δυο ακόμη στοιχεία, τα πιο σημαντικά. Συνοπτικά θα τα ονομάσουμε Χριστοκεντρικότητα ζωής και προσευχή.

Τι εννοούμε με τον όρο Χριστοκεντρικότητα ζωής; Πρώτο, πως όσο πιο μακριά βρισκόμαστε από το κέντρο του θελήματος του Χριστού, τόσο μακρύτερα βρισκόμαστε κι ο ένας από τον άλλο. Δεύτερο, πως όποια ενότητα επιδιώξουμε ενώ βρισκόμαστε σ’ αυτό το επίπεδο ζωής είναι... επικίνδυνη, γιατί συνήθως καταλήγει σε συσπείρωση γύρω από τον Α ή τον Β με τα γνωστά «εγώ δε Κηφά» (Α’ Κορ.α:12). Τρίτο, ότι ο μόνος δρόμος στην ομοψυχία κι ενότητα είναι καθένας μας να φιλοτιμηθεί να πλησιάσει πιο πολύ στον Κύριο, γιατί αυτοί που πλησιάζουν προς το κέντρο το Χριστό, πλησιάζουν ταυτόχρονα και μεταξύ τους. Αποκτούν το «φρονείν κατά Χριστόν» (Ρωμ.ιε:5) και το «αυτό φρονείν εν αλλήλοις» (Ρωμ.ιβ:16), δηλαδή αποκτούν ενότητα, ενότητα που κατά την τέταρτη εικόνα βαθαίνει και βαθαίνει, όσο το πλησίασμά μας πλησιάζει και φθάνει στο- «ημείς δε έχομεν νουν Χριστού» (Α’ Κορ.β:16).

Τελευταίο και σημαντικότερο είναι η προσευχή. Το μόνο, που μπορεί να καλύψει αποτελεσματικά το ευάλωτο σημείο, την «αχίλλειο πτέρνα» της πνευματικής μας ζωής.

Και πάλι ας αναφερθούμε στην προσευχή του Κυρίου, για να εμπνευστούμε και ν’ ανασκουμπωθούμε σε τούτο τον αγώνα της προσευχής: «για να ’μαστέ ένα, όπως ο Υιός με τον Πατέρα» και «για να ’μαστε όλοι ένα» (Ιωάν.ιζ:11,21).

Χαρακτηριστικό, φρονώ, το «πάντες» που πρόσθεσε ο Κύριος στην επανάληψη του αιτήματος Του στον Πατέρα. Γιατί όσο είναι χρειαστό κι επείγον τούτη η ενότητα να διατηρείται με κάθε φροντίδα στην τοπική εκκλησία, άλλο τόσο σημαντικό είναι να επεκτείνεται και στον ευρύτερο χώρο της Κοινότητας των εκκλησιών μας, στην Εκκλησία του Χριστού σ’ όλη της την παγκόσμια έκταση.

Στόχος ίσως μακρινός, μα παράλληλα και λαχτάρα του Κυρίου για την Εκκλησία Του «ην περιεποιήσατο διά του αίματος του ίδιου» (Πράξ.κ:28). Παράλληλα δρόμος μοναδικός, «ίνα γινώσκη ο κόσμος ότι συ με απέστειλας» (Ιωάν.ιζ:23).

Κλείνοντας, ας ευχαριστήσουμε το Θεό, διότι «εις εσμέν εν Χριστώ Ιησού» κι ας Του ζητήσουμε χάρη ώστε τούτη την ενότητα να τη ζήσουμε σε κάθε της διάσταση.