Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Προσευχή με το.. στανιό

«Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου... δικό σας τώρα»! Κυκλοφορεί και σαν μαθητικό ανέκδοτο αλλά η ιστορία είναι πραγματική. Πουρνό πουρνό σε συνοικιακό Λύκειο της Αθήνας, μαθητής έχει κληθεί να πει την πρωινή προσευχή, ανεβαίνει στο μικρόφωνο, λέει τα πρώτα λόγια, σταματά και μιμούμενος αστέρα νυχτερινής πίστας καλεί το «κοινό» να συνεχίσει εκείνο τραγουδώντας το «σουξέ»...
Το παραπάνω συμβάν πιθανόν να ξεπερνά κάποια όρια, όμως στα εκατοντάδες δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια της Ελλάδας, χιλιάδες μαθητές ξεκινούν κάθε «εργάσιμη» μέρα με την κυριακή προσευχή. Μια εντελώς προσωπική πράξη λατρείας και επικοινωνίας με τον Θεό μετατρέπεται σε καθήκον υπαγορευόμενο από νόμους που συνοδεύεται από σύνταξη σε γραμμές, παραγγέλματα και άλλες οδηγίες προς μαθητευομένους. Καθήκον που συχνά αντιμετωπίζεται σαν σχολική υποχρέωση με βαριά καρδιά από εκπαιδευτικούς αλλά και μαθητές...

«Νιώθει κανείς πολύ άσχημα... Είναι ό,τι πιο γελοίο υπάρχει», μας λέει ο Αλέξανδρος Καριώτογλου, διδάκτωρ Θεολογίας, διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και στενός συνεργάτης του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου: «Βίωσα για χρόνια την υποχρέωση ως καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση», λέει ο κ. Καριώτογλου. «Επειδή οι διευθυντές αντιμετωπίζουν τη δυσκολία της εφαρμογής του θεσμού, συνήθως το φορτώνουν στους θεολόγους. Αναλάμβανα με χαρά αυτό το φορτίο, φρόντιζα όμως από την αρχή της χρονιάς να εξηγώ στα παιδιά ότι έχει μεγάλη σημασία, πριν από κάθε σημαντική εργασία και μάλιστα πνευματική, να έχουμε 2-3 λεπτά για να αυτοσυγκεντρωθούμε. Ελεγα στα παιδιά ότι όποιος πιστεύει μπορεί να ζητήσει τη βοήθεια του Θεού. Αλλά εάν δεν πιστεύει, και έχει κάθε τέτοιο δικαίωμα, μπορεί απλώς να σιωπά και αυτό είναι πάρα πολύ καλό και θεραπευτικό». Οταν μάλιστα τον ρωτούμε για τα παιδιά των μεταναστών, λέει χωρίς δισταγμό πως «εάν είχα σε σχολείο πολλούς μουσουλμάνους, ειλικρινά θα έβγαζα ένα παιδί να διαβάσει τον πρώτο στίχο του Κορανίου...».

Ατομική υπόθεση
«Η προσευχή είναι καθαρά ατομική υπόθεση. Μου είναι δύσκολο να νιώσω ανάταση εάν προσπαθώ μαζί με άλλους σαν στρατιωτάκι, όπως γίνεται στα σχολεία, ή ακόμη και στις εκκλησίες όπου συχνά καθένας χαζεύει δεξιά και αριστερά και μόνο αυτοσυγκέντρωση δεν έχει», αντιτείνει ο Κώστας Μπέης, ομότιμος καθηγητής της Νομικής και άνθρωπος με βαθιά σχέση με το θείο. Και φέρνει δύο φωτεινά παραδείγματα για το προσωπικό στοιχείο της επικοινωνίας με το υπερβατικό: «Γνωρίζουμε ότι ο Σωκράτης, συμμετέχοντας στην εκστρατεία της Ποτίδαιας, έμεινε όλη τη νύχτα βυθισμένος στους στοχασμούς του πριν προσκυνήσει τον ήλιο και αναλάβει υπηρεσία. Και ο ίδιος ο Ιησούς όμως δεν εμφανίζεται σε κανένα ευαγγελικό κείμενο να προσεύχεται μαζί με άλλους. Πάντοτε προτιμούσε να απομονώνεται γι' αυτό τον σκοπό».

Πνεύμα και τάξη

Τι γίνεται όμως όταν ο άνθρωπος έρχεται σε αντιπαράθεση με τους ανθρώπινους νόμους; Η εκτέλεση προσευχής στα σχολεία προβλέπεται με σαφήνεια από σειρά νομικών κειμένων, το προεδρικό διάταγμα 210 του 1998 και ετήσιες εγκυκλίους του υπουργείου Παιδείας (και Θρησκευμάτων βεβαίως). Σε ιστοσελίδες εθνικοθρησκευτικού περιεχομένου είναι συχνό το φαινόμενο κάποιοι να καταγγέλλουν ότι στο τάδε σχολείο οι καθηγητές ή οι δάσκαλοι αδιαφορούν για την προσευχή. «Πέφτει άγριο ξεφωνητό, άνθρωποι γίνονται στόχος και αυτό είναι πολύ βαρύ», λέει η Βασιλική Γεωργιάδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο. «Το σχολείο δεν υπάρχει για να κάνει το παιδί πιστό ενός δόγματος, ούτε για να τονώσει το θρησκευτικό του φρόνημα. Γι' αυτό υπάρχουν τα κατηχητικά. Δεν είναι η υποχρεωτική προσευχή που θα με κάνει χριστιανό. Αυτό είναι καταναγκαστική πίστη. Είμαστε Ιράν;», αναρωτιέται η κ. Γεωργιάδου.

Εκ Θεού άρχεσθαι...
«Οι νόμοι και οι διατάξεις που υφίστανται δεν είναι κάτι που πιεστικά και μόνο με τη βία του νόμου έχει επιβληθεί στα ελληνικά σχολεία. Είναι η παράδοση του Ελληνισμού, της ορθόδοξης πίστης που οδηγεί να αρχίζουμε από τον Θεό τις εργασίες μας», λέει ο Ηλίας Φραγκόπουλος, αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Θεολόγων (ΠΕΘ): «Δεν πιέζουν οι νόμοι όποιον δεν θέλει να κάνει προσευχή». Τι γίνεται όμως με τον στιγματισμό όσων αρνούνται να ακολουθήσουν τους άλλους που συμμετέχουν ενεργά στην προσευχή; Τι γίνεται με τα χιλιάδες παιδιά μεταναστών που έρχονται από άλλες θρησκείες και χριστιανικά δόγματα; «Οι Ελληνες ορθόδοξοι ειδικά δεν έδειξαν ποτέ μίσος έναντι των άλλων», επιμένει ο κ. Φραγκόπουλος. «Να σας θυμίσω τι έγινε στην κατοχή με τους Ελληνες Εβραίους; Οταν τα παιδιά είναι κοντά μου και ξέρουν ότι τα αγαπώ, τέλειωσε η δουλειά».

Πίσω τα μουσουλμανάκια
«Η πρωινή σύνταξη δεν είναι μόνο για την προσευχή», συνεχίζει ο κ. Φραγκόπουλος. «Ανακοινώσεις γίνονται, οδηγίες δίνονται, ακούγονται λόγια που διαμορφώνουν την καθημερινή ζωή στο σχολείο. Νομίζω ότι εκεί τα μουσουλμανάκια μπορούν να μείνουν στο τέλος της σύνταξης...». Μα, αυτό δεν είναι επικίνδυνος διαχωρισμός; ρωτούμε. «Είναι διαχωρισμός, αλλά πάντα μέσα στο πνεύμα της συνεργασίας και της μη εχθρικής αντιμετώπισης του άλλου (!!!). Τα θέματα λύνονται μέσα στο κλίμα της αγάπης και της συναδελφικότητας που πρέπει να καλλιεργούμε στα παιδιά. Δεν πρέπει να απεμπολήσουμε τον εαυτό μας και την ταυτότητά μας για να είμαστε καλοί με τους άλλους...», επιμένει ο αντιπρόεδρος της ΠΕΘ.

Παραβιάσεις συνείδησης
«Δεν είναι δυνατόν το θέμα της θρησκευτικής συνείδησης να είναι αντικείμενο οποιουδήποτε καταναγκασμού και ομαδικής αντιμετώπισης», τονίζει ο καθηγητής Μπέης. «Στο Σύνταγμα μπορεί να αναφέρεται ότι η παιδεία πρέπει να φροντίσει και για τη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση, αλλά στο άρθρο 2 τονίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου είναι πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας». «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης προβλέπεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και αυτή την ελευθερία, σύμφωνα με το άρθρο 9, την έχει και το μικρό παιδί. Τα όσα γίνονται αντιστάσεως μη ούσης συμβαίνουν...», σημειώνει ο Κ. Μπέης.
«Ζήτημα παραβίασης της ελευθερίας της συνείδησης τίθεται όχι μόνο για τα αλλόθρησκα ή αλλόδοξα παιδιά», αναφέρει η Εύη Ζαμπέτα, αναπληρώτρια καθηγήτρια Εκπαιδευτικής Πολιτικής Πανεπιστημίου Αθηνών και συγγραφέας του βιβλίου «Σχολείο και θρησκεία»: «Οσοι κάνουν έρευνα γνωρίζουν ότι τα παιδιά είναι παρόντα στην προσευχή, είτε είναι χριστιανοί είτε όχι, γιατί κανείς δεν θέλει να διαφέρει. Υπάρχει διαδικασία απαλλαγής με αίτηση του γονέα, αλλά πάσχει, γιατί σε αναγκάζει να δηλώσεις ταυτότητα, οδηγεί σε περιθωριοποίηση και δημιουργεί προϋποθέσεις κοινωνικού αποκλεισμού. Εάν δεν πας το πρωί εκεί που πάνε όλα τα παιδιά, είσαι μόνος σου στη γωνία και δακτυλοδεικτούμενος. Είναι σαν το σχολείο να δηλώνει σε ποιον ανήκει». Και ο φόβος απεμπόλησης της ταυτότητας; «Δεν απειλείται η ταυτότητα όταν σέβεται τον εαυτό της και τους άλλους. Είναι ούτως ή άλλως κυρίαρχη», επιμένει η κ. Ζαμπέτα.

Μια δουλειά να κάνουμε...
«Στην ορθόδοξη εκκλησία πηγαίνουμε γιατί το θέλουμε και μάλιστα χωρίς αυστηρούς όρους για την ώρα, όπως συμβαίνει με καθολικούς και προτεστάντες», αναφέρει ο Α. Καριώτογλου: «Είμαστε Εκκλησία της ελευθερίας και θεολογικά το θεωρώ ασύμβατο να υποχρεώνουμε τα παιδιά σε μια τέτοιου είδους προσευχή». Γιατί τότε στο σχολείο να πρέπει όλοι μαζί να προσεύχονται σε τόσο περιοριστικό πλαίσιο; «Δεν βλέπω κανέναν περιορισμό», εμμένει στη θέση του ο αντιπρόεδρος των θεολόγων: «Τι θα έπρεπε; Να κάνει ένας προσευχή και άλλοι να σηκώνουν τη σημαία ή να μιλούν για τον Ολυμπιακό; Εάν πούμε να κάνουμε όλοι μαζί μια δουλειά, θα την κάνουμε. Η αυτοπειθαρχία είναι πολύ σημαντικό πράγμα και κερδίζεται μέσα στο σύνολο που πειθαρχεί με τάξη...».
«Υπάρχει τάξη μέσα στις ευαγγελικές περικοπές; Η θρησκευτική συνείδηση δεν έχει πειθαρχία, είναι άναρχη. Κάποιοι αποσύρονται και προσεύχονται, άλλοι παίζουν μπάλα, άλλοι κάνουν πλάκα, γιατί όχι; Η προσευχή δεν μπορεί να θεωρείται δουλειά. Οσοι θέλουν πειθαρχία να πάνε να τη ζητήσουν στο στρατό», λέει θυμωμένος ο Κ. Μπέης.

Λαός προσευχόμενος!
«Η ομαδική προσευχή παραπέμπει σε θρησκευτικό φονταμενταλισμό και είναι εκτός του θρησκευτικού μας πολιτισμού», λέει η Βασιλική Γεωργιάδου. «Οταν μάλιστα επιμένεις έχοντας απέναντι παιδιά άλλων θρησκειών και δογμάτων, αγνοείς τις ευαισθησίες που εσύ προβάλλεις -υποτίθεται- μέσα από την πράξη της προσευχής. Τους δίνεις δυνατότητα αυτοαποκλεισμού, αλλά στην πραγματικότητα, τους αποκλείεις εσύ. Αγνοείς πολυπολιτισμικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας». Η κ. Γεωργιάδου στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Ερευνας (ESS, 2007) χειρίστηκε το θέμα «Εκκλησιασμός, Θρησκευτικότητα και Προσευχή» και θυμάται ακόμη πόσο εντυπωσιακό ήταν ένα από τα ευρήματα, ότι οι Ελληνες εμφανίζονταν με κολοσσιαία διαφορά ως ο πλέον προσευχόμενος λαός, καθώς μόλις το 4% απαντούσε ότι «ουδέποτε προσεύχεται», ενώ στις καθολικές χώρες, ο μέσος όρος των μη προσευχομένων ήταν 32%! Σε εκείνη την έρευνα οι Ελληνες έσπαγαν τα κοντέρ στην επίδειξη ξενοφοβίας - ευτυχώς όμως άλλη έρευνα του 2006 στα σχολεία του Δήμου Αθηναίων έδειχνε ότι οι Ελληνες μαθητές, στη συντριπτική τους πλειονότητα, αποδέχονται και κάνουν παρέα με παιδιά μεταναστών. Τους νόμους όμως ποιος τους φτιάχνει;...

(πηγή : ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ )