Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Γιατί τσακωνόμαστε;


Ιακώβου δ:1-3

Τι είναι αυτό που προκαλεί τις διαμάχες; Γιατί τσακωνόμαστε; Γιατί ακόμη και σε μικρά πράγματα πολύ συχνά δεν τα βρίσκουμε;

Η εύκολη λύση στο μυαλό του καθένα μας, είναι πως «εννοείται ότι φταίει ο άλλος», ο άλλος που δεν μπορεί να με καταλάβει, που δεν μπορεί να δει τα πράγματα από τη δική μου μεριά, ο άλλος που δεν μπορεί να καταλάβει πόσο δίκιο έχω. Γιατί αν το καταλάβαινε, δε θα επέμενε και θα υπήρχε ηρεμία.  
Έχετε αναρωτηθεί ποτέ πόσο πολύ φυσιολογική θεωρούμε μια τέτοια αντίδραση εκ μέρους μας; Δεν μπορεί το μυαλό μας να σκεφτεί, έστω την πιθανότητα, εμείς να είμαστε το πρόβλημα ή έστω μέρος του προβλήματος.

Πάντα οι άλλοι φταίνε. Οι περιστάσεις ίσως να φταίνε ή ακόμη κι ο Θεός να φταίει. Γράφει στην επιστολή Ιακώβου, «Μηδείς πειραζόμενος ας λέγη ότι από του Θεού πειράζομαι διότι ο Θεός είναι απείραστος κακών και αυτός ουδένα πειράζει. Πειράζεται δε έκαστος υπό της ιδίας αυτού επιθυμίας» (α:13-14α). Και στη συνέχεια αυτή η επιθυμία τον παρασύρει, τον δελεάζει, διαπράττει την αμαρτία και έρχεται θάνατος. Επομένως, ποια είναι η κατάληξη; «Μη πλανάσθε, αδελφοί μου αγαπητοί» (Ιάκ.α:16). Μην αυταπατάστε. Όταν κάνουμε την αμαρτία, την κάνουμε επειδή φταίμε εμείς. Μέσα μας είναι το πρόβλημα. Και μέσα μας πρέπει να ψάξουμε, το γιατί πέφτουμε, τις επιθυμίες μας, ώστε να μην τις αφήσουμε να μας ελέγχουν.

Μια παρόμοια ερώτηση επαναλαμβάνεται τώρα: «Πόθεν προέρχονται πόλεμοι και μάχαι μεταξύ σας;» (δ:1α). Η απάντηση που δίνει ο λόγος του Θεού, είναι η ίδια που έδωσε και στους πειρασμούς. Το πρόβλημα βρίσκεται μέσα μας και είναι το ίδιο με πριν: οι τσακωμοί προέρχονται από τις επιθυμίες μας. Ο λόγος για τον οποίο τσακωνόμαστε και πολεμάμε ο ένας τον άλλο είναι οι επιθυμίες μας οι οποίες είναι (1) ανεξέλεγκτες (δ:1β), (2) ανεκπλήρωτες (δ:2) και (3) εγωιστικές (δ:3).

Προσέξτε για τις ανεξέλεγκτες επιθυμίες τι γράφει:
«Πόθεν προέρχονται πόλεμοι και μάχαι μεταξύ σας; ουχί εντεύθεν, εκ των ηδονών σας, αίτινες στρατεύονται εντός των μελών σας;» (Ιάκ.δ:1). Δύο είναι οι λέξεις στις οποίες πρέπει να σταθούμε.  Η πρώτη είναι: ηδονές. Η λέξη «ηδονή» δηλώνει την ικανοποίηση κάθε αισθησιακής, φυσικής και σαρκικής επιθυμίας. Όταν χρησιμοποιείται στην ηθική σφαίρα στην Καινή Διαθήκη πάντα έχει αρνητική σημασία. Η ηδονή δηλώνει την ανεξέλεγκτη προσωπική επιθυμία να ικανοποιήσει με τρόπο έξω από το θέλημα του Θεού κάθε πάθος και υπόσχεται βέβαια ικανοποίηση και απόλαυση. Και δεν εξαντλείται το θέμα στη σεξουαλική ηδονή, όταν αυτή βιώνεται έξω από το θέλημα του Θεού. Αυτός είναι ένας από τους τρόπους.

Γράφει στη Β' Τιμ.γ:2-4, «Γίνωσκε δε τούτο, ότι εν ταις εσχάταις ημέραις θέλουσιν ελθεί καιροί κακοί διότι θέλουσιν είσθαι οι άνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, αλαζόνες, υπερήφανοι,...» και ο κατάλογος συνεχίζεται φτάνοντας εν κατακλείδι στο: «φιλήδονοι μάλλον παρά φιλόθεοι». Δηλαδή θα αγαπούν περισσότερο την ικανοποίηση των ηδονών τους παρά το Θεό. Και αυτές οι ηδονές περιλαμβάνουν και την αγάπη για το χρήμα, και την περηφάνια, την αλαζονεία. Σε αυτή την περικοπή, το πιο ανησυχητικό από όλα όσα λέγονται είναι στο εδάφιο 5, το οποίο λέει πως οι άνθρωποι αυτοί που θα είναι φίλαυτοι, φιλάργυροι, φιλήδονοι παρά φιλόθεοι, δεν είναι μόνο αυτοί που δεν πατάνε εκκλησία και λένε πως δεν πιστεύουν σε Θεό, αλλά κι αυτοί που ενώ μεν έχουν μορφή ευσέβειας, όμως έχουν αρνηθεί τη δύναμή της (Β' Τιμ. γ:5).

Δηλαδή η αγάπη για την ηδονή εμφανίζεται παντού. Ακόμη και σε αυτούς που πάνε εκκλησία, ακόμη και σ' αυτούς που η ζωή τους είναι καθωσπρέπει. Ακόμη και σ' αυτούς που προσπαθούν ν' ακολουθήσουν το Θεό. Δεν έγραφε ο Παύλος για τον εαυτό του; «Τι λοιπόν θέλομεν ειπεί; ο νόμος είναι αμαρτία; Μη γένοιτο. Αλλά την αμαρτίαν δεν εγνώρισα, ειμή διά του νόμου διότι και την επιθυμίαν δεν ήθελον γνωρίσει, εάν ο νόμος δεν έλεγε Μη επιθυμήσης. Αφορμήν δε λαβούσα η αμαρτία διά της εντολής, εγέννησεν εν εμοί πάσαν επιθυμίαν» (Ρωμ.ζ:7-8α). Είχα επιθυμίες λέει ο απόστολος Παύλος, και ο νόμος του Θεού με βοήθησε να το συνειδητοποιήσω πόσο βαθύ ήταν το πρόβλημα αυτό μέσα μου. Μάλιστα ήταν τόσο δυνατή που κατέληξα στο ότι «εκείνο το οποίον θέλω τούτο δεν πράττω, αλλ' εκείνο το οποίον μισώ τούτο πράττω» (Ρωμ.ζ:15β).

Η δεύτερη λέξη που πρέπει να προσέξουμε είναι η λέξη «στρατεύονται». Ας ξαναδούμε το εδάφιο: «Πόθεν προέρχονται πόλεμοι και μάχαι μεταξύ σας; ουχί εντεύθεν, εκ των ηδονών σας, αίτινες στρατεύονται εντός των μελών σας;»  (Ιάκ.δ:1). Οι επιθυμίες αυτές, οι οποίες με οδηγούν να πολεμάω και να μάχομαι και να μην αφήνω τίποτα να πέσει κάτω, είναι σαν ένα στρατός στα μέλη του σώματός μου και με πολεμάνε. Στα μάτια μου, στα χείλια μου, στο μυαλό μου, στα χέρια, τα πόδια μου, παντού. Το ίδιο γράφει και ο Πέτρος: «Αγαπητοί, σας παρακαλώ ως ξένους και παρεπιδήμους, να απέχητε από των σαρκικών επιθυμιών, αίτινες στρατεύονται κατά της ψυχής» (Α' Πέτρ.β:11). Όλες αυτές οι επιθυμίες, οι οποίες σαν στρατός χρησιμοποιούν το σώμα μου, στρέφονται εναντίον μου. Και ένας τρόπος με τον οποίο στρέφονται εναντίον μου, είναι να με οδηγούν να πολεμάω, να τσακώνομαι, μέχρι να γίνει το δικό μου. Γιατί το να γίνεται το δικό μου, είναι μια μορφή ηδονής. Πέρα από την ηδονή αυτού που πετυχαίνω απολαμβάνω την ηδονή της εξουσίας, της δύναμης, της επιβολής.

Ο πρώτος λόγος για τον οποίο παλεύουμε να γίνει το δικό μας είναι οι ηδονές που στρατεύονται στα μέλη μας, οι ανεξέλεγκτες επιθυμίες μας. Συνεχίζει όμως, και μιλάει γι' αυτό που συμβαίνει, όταν οι ηδονές μας δεν ικανοποιηθούν τελικά και μείνουν «ανεκπλήρωτες». Τι κάνουμε τότε;

«Επιθυμείτε και δεν έχετε φονεύετε και φθονείτε, και δεν δύνασθε να επιτύχητε μάχεσθε και πολεμείτε αλλά δεν έχετε, επειδή δεν ζητείτε» (Ιάκ.δ:2). Όταν δεν γίνεται τελικά αυτό που θέλω, επειδή η επιθυμία είναι δυνατή μέσα μου, τότε είμαι διατεθειμένος να φτάσω στα άκρα.

Όταν δεν γίνει το δικό του, ο άνθρωπος στρέφεται στην καταστροφή, οποιασδήποτε μορφής, ακόμη και στην αυτοκαταστροφή. Θυμάστε την ιστορία του Λώτ; Ακόμη και όταν οι άνθρωποι που χτυπούσαν την πόρτα στο σπίτι του, τυφλώθηκαν από τους αγγέλους, ήταν τόσο παρασυρμένοι από τις ηδονές τους που δεν ικανοποιήθηκαν που και τυφλοί συνέχισαν να χτυπάνε.

Ο Σαούλ τυφλωμένος από ζήλεια, προσπάθησε να σκοτώσει τον Δαβίδ και στο τέλος πήρε τα βουνά κυνηγώντας τον. Θυμηθείτε τον Αβεσσαλώμ. Τυφλωμένος τελικά από το μίσος για τον Αμνών που βίασε την αδελφή του, και από απογοήτευση με τον πατέρα του τον Δαβίδ, που δεν έκανε τίποτα, επαναστάτησε ενάντια στον πατέρα του. Δεν έγινε το δικό του, και προσπάθησε με τη βία να το πάρει. Προκάλεσε μια επανάσταση, το θάνατο πολλών και τελικά και το δικό του θάνατο. Μαζί του μάλιστα είχε πάει και ο Αχιτόφελ, ο οποίος αρχικά ήταν σύμβουλος του Δαβίδ και παππούς της Βηθσαβεέ (Β' Σαμ.ια:3, κγ:34)! Ποιος ξέρει τι θα κουβάλαγε μέσα του... Είναι πιθανό και ο ίδιος να ένοιωθε πνιγμένος από την αδικία κατά του Ουρία και ενώθηκε με τον Αβεσσαλώμ. Προσέξτε όμως, όταν η συμβουλή του αγνοήθηκε από τον Αβεσσαλώμ πήγε και αυτοκτόνησε.

Περιστατικά σαν κι αυτά φανερώνουν ωμά, για το τι είναι ικανός ο άνθρωπος να κάνει: τα πάντα! Να πολεμήσει, να φθονήσει, ακόμη και στο φόνο να φτάσει, για να πετύχει το δικό του. Η Εκκλησιαστική ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια δραματικά περιστατικά και ίντριγκες;

Και μην πάμε μακριά. Είμαστε ή δεν είμαστε ικανοί να μη μιλάμε στον άντρα στη γυναίκα μας μια βδομάδα, για το χρώμα που βάφτηκε η κρεβατοκάμαρα; Γιατί το δικό μας χρώμα ταίριαζε καλύτερα. Είμαστε ή δεν είμαστε ικανοί να τσακωθούμε μεταξύ μας ακόμη για μικρά πράγματα;

Σίγουρα η επιστολή διαβάζεται και από αυτούς που δεν ονομάζουν τον εαυτό τους χριστιανό, γράφτηκε όμως και στάλθηκε σε χριστιανούς. Σε ανθρώπους που ο Ιάκωβος αποκαλεί «αδελφούς». Γιατί; Προφανώς επειδή πολλά θα είχαν δει τα μάτια του, και πολλά είχε διαβάσει, όπως κι εμείς από την Παλαιά Διαθήκη. Η σάρκα χωρίς τη δύναμη του Πνεύματος, δεν υποτάσσεται, ούτε και μπορεί να υποταχθεί. Με τη δύναμη του Πνεύματος μόνο θανατώνεται.

Αναγεννημένοι και μη αναγεννημένοι, όλοι είμαστε ικανοί να πληγώσουμε, να καταστρέψουμε, να πολεμήσουμε όταν δεν γίνεται το δικό μας. Οι χαλασμένοι γάμοι, οι συμβατικοί γάμοι, τα διαζύγια, οι συγγενείς, οι φίλοι, οι αδελφοί που δεν μιλιούνται. Όλα αυτά είναι αποδείξεις του πόσο μπορεί να τυφλωθούμε και πολύ γρήγορα να καταστρέψουμε.

Παρόλο που τα κάνουμε όλα αυτά, λέει η Γραφή, στο τέλος πάλι δεν πετυχαίνουμε γιατί δεν ζητάμε από το Θεό. Δεν έρχεται στο μυαλό μας, έστω η πιθανότητα να ζητήσουμε από το Θεό να δώσει λύση. Ξέρετε πόσες φορές μιλώντας με πιστούς για τέτοια θέματα, ρωτώ: Προσευχήθηκες γι' αυτό στο Θεό; Τι να προσευχηθώ αυτός ή αυτή δεν αλλάζει. Αφού του μιλάς και δεν καταλαβαίνει. Ο λόγος του Θεού όμως, είναι ξεκάθαρος: «δεν έχετε επειδή δεν ζητάτε».

Πόσες και πόσες φορές ο Χριστός το είπε: Ζητάτε και θα πάρετε. Ψάξτε και θα βρείτε. Χτυπήστε και θα σας ανοίξουν.

Δεν παρακαλούμε το Θεό να επέμβει. Και να επιμείνουμε μέχρι να γίνει κάτι. Θυμάστε την παραβολή του άδικου δικαστή στο κατά Λουκά ιη; Σ' αυτόν που πήγαινε η χήρα και παραπονιόταν και αυτός ούτε Θεό ούτε άνθρωπο φοβόταν. Τελικά όμως, επειδή τη βαρέθηκε, της έδωσε αυτό που ζητούσε. Λέει ο Χριστός, κοιτάξτε, αν ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να αποδώσει το δίκιο μιας χήρας, πόσο περισσότερο ο Θεός; Για αυτό μην αποκάμνετε στην προσευχή. Και πως τελειώνει; Ο Θεός θα απαντήσει εφόσον προσεύχεστε. Όμως, όταν ξαναγυρίσει ο Χριστός, θα βρει την πίστη πάνω στη γη; Θα υπάρχουν ακόμη και τότε άνθρωποι που θα ζητάνε από το Θεό; Ή θα προσπαθούν τα προβλήματά τους να τα λύνουν μόνοι τους;

Δεν έχετε επειδή δεν ζητάτε! Σε πέντε λέξεις μέσα, μας δίνεται η διάγνωση. Και με το να ζητήσουμε όμως, δε τελείωσε η υπόθεση. Γιατί το να ζητήσω από το Θεό κάτι δε σημαίνει πως ο Θεός θα μου το δώσει, μόνο επειδή το ζήτησα. Γιατί το αμαρτωλό μου μυαλό, η καρδιά, η σάρκα μπορούν να με πάνε να ζητήσω και αυτά που δεν πρέπει. Να ζητήσω με άλλα λόγια, «εγωιστικά».

Προσέξτε το επόμενο εδάφιο «ζητείτε και δεν λαμβάνετε, διότι κακώς ζητείτε, διά να δαπανήσητε εις τας ηδονάς σας» (Ιάκ.δ:3). Τι είμαστε ικανοί να κάνουμε; Πρώτο, για να γίνει το δικό μας πολεμάμε εξαιτίας των ηδονών που στρατεύονται μέσα μας. Οι ανεξέλεγκτες επιθυμίες μας οδηγούν. Όταν δε γίνει αυτό, τότε επιστρατεύουμε άλλα μέσα. Τώρα μας οδηγούν οι επιθυμίες που εκτός από ανεξέλεγκτες, είναι και ανεκπλήρωτες. Ο φθόνος έρχεται, η καταστροφή, ο φόνος, αλλά πάλι δεν πετυχαίνουμε.

Μετά κάποιες φορές το μυαλό μας κάνει ένα «κλικ» και λέμε, ο Θεός! Αφού ο Θεός μου λέει «ζήτα για να πάρεις», θα Του ζητήσω. Και διορίζουμε μόνοι μας, στο μυαλό μας, το Θεό υπερασπιστή του δίκιου μας. Και του ζητάμε. Κάνουμε ένα λάθος όμως. Αυτό που ζητάμε είναι το ίδιο πράγμα, για τον ίδιο λόγο που στην αρχή ξεκινήσαμε να πολεμάμε. Οι ηδονές μας. Αυτό που ευχαριστεί εμάς. Γι' αυτό, στην περίπτωση αυτή, παρόλο που ζητάμε δεν παίρνουμε γιατί οι επιθυμίες είναι εγωιστικές.

'Αραγε πόσες φορές στην πραγματικότητα έχουμε ζητήσει από το Θεό να μας κάνει τα χατίρια; Και αυτά τα χατίρια, στο μυαλό μας, έχουμε πειστεί πως είναι θέλημα Θεού. Και όσοι μας πολεμάνε είναι θεομάχοι. Δεν είναι όμως, έτσι.

Σκεφτείτε τους μαθητές να ζητάνε από το Χριστό, να ρίξει φωτιά από τον ουρανό να κάψει το χωριό των Σαμαρειτών. Γιατί το ζήτησαν; Τους είχε φάει μήπως ο ζήλος για το Χριστό; Όχι, απλά ήθελαν να τους τιμωρήσουν. Στα μάτια τους ήταν καλό αυτό που ζήτησαν. Και τι έκαναν; Είπαν στο Θεό. Πολέμησε στο πλευρό μας για να γίνει αυτό που θέλουμε εμείς. Και ο Χριστός τους είπε, δεν ξέρετε ποιου πνεύματος είστε. Δεν γνωρίζετε στην πραγματικότητα τι είναι αυτό που σας παρακινεί.

Η μαμά του Ιάκωβου και του Ιωάννη πλησίασε το Χριστό και του είπε, μια χάρη. Βάλε τα δυο παιδιά μου να κάτσουν το ένα αριστερά και το άλλο δεξιά σου, στη Βασιλεία σου.

Η δυσκολία ξέρετε ποια είναι; Πως μας είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναγνωρίσουμε λάθος στον εαυτό μας. Ακόμη κι όταν ζητάμε κάτι από το Θεό, μας είναι δύσκολο, να εξετάσουμε τα κίνητρά μας. Κι αφού τα εξετάσουμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα, πως όντως πρέπει να υπάρξει μέσα μας καθαρισμός. Γιατί το κίνητρό μας ήταν η δική μας προσωπική απόλαυση.

Συνήθως όταν συζητάμε για την προσευχή και αναφέρουμε το εδάφιο αυτό, Ζητάτε, και δεν παίρνετε, επειδή κακώς ζητάτε, για να δαπανήσετε στις ηδονές σας, το μυαλό μας, τα παραδείγματά μας πηγαίνουν σε κάπως ακραία πράγματα, τα οποία όλοι καταλαβαίνουμε, ότι δεν πρέπει να ζητάμε. Λέμε για παράδειγμα, όταν ζητάς από το Θεό να σου δώσει μια Φερράρι ή μια βίλλα ε, κατά πάσα πιθανότητα αυτό μπορεί να είναι για τις ηδονές σου, οπότε μην το ζητάς. Ψάξτο τέλος πάντων μέσα σου.

Με αυτό τον τρόπο όμως, ξέρετε τι κάνουμε; Καθίσταται αδύνατο να σκεφτούμε πως αυτό που εμείς ζητάμε, αυτό για το οποίο πολεμάμε, αφού δεν είναι μια Φερράρι και μια βίλλα, άρα είναι εντάξει, είναι καλό.
Προσεύχομαι για το παιδί μου. Κύριε ευλόγησέ το. Βοήθησέ το. Γιατί; Για να νοιώσω εγώ καλά σαν γονιός; Για να μπορώ να πω μεθαύριο πως έκανα το χρέος μου, και να νοιώσω περήφανος για τα επιτεύγματά του; Ή γιατί πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο επιθυμώ το παιδί μου να αγαπήσει το Χριστό και να ζήσει για τη βασιλεία του Χριστού όλη τη ζωή του;

Προσεύχεσαι για τις Πανελλήνιες, ή για τις όποιες εξετάσεις μπορεί να έχεις, ή για τη δουλειά, για να βρεις, ή να προαχθείς, ή ακόμη για το γάμο σου, για σύντροφο. Ποιο είναι το  κίνητρό σου;

Προσεύχεσαι για την Εκκλησία, να μεγαλώσει, ο Θεός να την ευλογήσει, γιατί; Μήπως για να αποκτήσει αίγλη; Μήπως για να γεμίσει και να λέμε τι πολλοί που γίναμε;

Λογικά θα ρωτήσει κάποιος. Μετά από όλα αυτά, τελικά ποιο είναι καλό κίνητρο; Ένα πράγμα μόνο είναι αυτό που πρέπει να ψάχνω μέσα μου για να δω, αν αυτά που ζητάω είναι για τις ηδονές μου ή όχι. Η δόξα του Θεού. Όταν ζητάω πράγματα, επειδή μοναδικός μου σκοπός είναι να δοξαστεί ο Θεός και να πραγματοποιηθούν οι σκοποί Του, οι βουλές Του στη ζωή μου και στη γενιά μου.

Μπορεί να συνεχίζω τα ίδια πράγματα, ο λόγος όμως, για τον οποίο γίνονται αλλάζει. Πάλι πάω στη δουλειά μου, πάλι μεγαλώνω τα παιδιά μου, σπουδάζω, αθλούμαι, προσπαθώ να είμαι σωστός, συνεπής, εργατικός. Ζω όμως, για το Θεό και τη βασιλεία Του. Μεγαλώνω παιδιά για να αγαπήσουν το Θεό. Ξοδεύω το εισόδημά μου, με τέτοιο τρόπο ώστε να τιμά το Θεό. Ζω με λιγότερα για να μπορώ να προσφέρω. Όλα μπορεί να μένουν ίδια στην επιφάνεια, όμως, όλα έχουν αλλάξει.

Και αυτό που τώρα έχει συνεπάρει την καρδιά μου, το μυαλό μου είναι ο Χριστός και η δόξα Του. Όταν προσεύχομαι για τη δουλειά μου, ρωτάω: «Κύριε τι είναι αυτό που σε δοξάζει;» Το παιδί μου Κύριε, οδήγησέ το εσύ στις Πανελλήνιες, να βάλει τις σχολές εκείνες και να περάσει όπου θα είναι πιο χρήσιμο για Σένα, όσο θα ζει εδώ στη γη. Στην Εκκλησία, Κύριε, δε θέλουμε απλά να γεμίσουμε για να λέμε ότι γεμίσαμε. Μας νοιάζει η δόξα Σου και η σωτηρία ψυχών. Μάθε μας πραγματικά να νοιαζόμαστε για ψυχές.

Αν το κίνητρο δεν είναι καθαρό, δηλαδή, αν δεν είναι η δόξα του Θεού και η πραγματοποίηση του θελήματός Του, μπορεί ο ουρανός να μείνει κλειστός, μέχρι το κίνητρο να αγιαστεί. Και μέχρι τότε, θα πολεμάμε και δε θα παίρνουμε. Θα τσακωνόμαστε με τον άντρα μας, με τη γυναίκα μας, για τα χρήματα, για τα παιδιά. Με τα παιδιά για το σχολείο. Με τους συναδέλφους για το ποιος θα φανεί περισσότερο. Στην Εκκλησία για παρόμοιους λόγους. Γιατί θα ζητάμε για τις ηδονές μας, και δε θα μπορούμε καν να το συνειδητοποιήσουμε ότι το κάνουμε.

Θυμάστε πως τελείωσε το προηγούμενο κεφάλαιο; «Τις είναι μεταξύ σας σοφός και επιστήμων; ας δείξη εκ της καλής διαγωγής τα έργα εαυτού εν πραότητι σοφίας. Εάν όμως έχητε εν τη καρδία υμών φθόνον πικρόν και φιλονεικίαν, μη κατακαυχάσθε και ψεύδεσθε κατά της αληθείας» (Ιάκ.γ:13-14). Και μετά έλεγε, γιατί όπου υπάρχει φθόνος και φιλονικία, εκεί υπάρχει ακαταστασία και καθετί αχρείο, που ντροπιάζει.

Μας αναγκάζει λοιπόν, μια φορά ακόμη η επιστολή Ιακώβου να κοιτάξουμε μέσα μας. Να σταματήσουμε να κοιτάμε γύρω μας, στους άλλους ή στις περιστάσεις και να κοιτάξουμε καλά μέσα μας. Και για τους πειρασμούς, και για τους τσακωμούς μέρος του προβλήματος (αλλά και της λύσης) είμαστε κι εμείς.

Γιατί τσακωνόμαστε; Γιατί παιδιά του Θεού να μάχονται; Το πρόβλημα είναι οι επιθυμίες μας. Επιθυμίες ανεξέλεγκτες, και παλεύουμε για αυτές. Κι αν οι επιθυμίες μείνουν ανεκπλήρωτες, τότε παίρνουμε δραστικά μέτρα. Φθονούμε, παλεύουμε, αγωνιζόμαστε, σκοτωνόμαστε μεταξύ μας. Και όταν κι εκεί δεν γίνει τίποτα, προσπαθούμε να πάρουμε το Θεό με το μέρος μας. Του ζητάμε, όμως οι επιθυμίες μας παραμένουν εγωιστικές. Χτυπάμε την πόρτα του Θεού κι αυτή παραμένει κλειστή. Το πρόβλημα είναι μέσα μας.

Κι αυτό λέει στην επιστολή Ιακώβου είναι φιλία με τον κόσμο. Όταν έτσι ενεργούμε γινόμαστε μοιχοί και μοιχαλίδες που αγαπάμε τον τρόπο και τη νοοτροπία του κόσμου και όχι το Θεό. Και τότε πρέπει να ταπεινωθούμε γιατί ο Θεός στους περήφανους αντιστέκεται, χάρη δίνει μόνο στους ταπεινούς. Πρέπει να ταπεινωθούμε να σταματήσουμε να πολεμάμε να γίνει το δικό μας. Να πλησιάσουμε το Θεό, να καθαρίσουμε την καρδιά μας, τα κίνητρά μας, και τότε ο Θεός θα μας υψώσει. 

«Πόθεν προέρχονται πόλεμοι και μάχαι μεταξύ σας; ουχί εντεύθεν, εκ των ηδονών σας, αίτινες στρατεύονται εντός των μελών σας; Επιθυμείτε και δεν έχετε φονεύετε και φθονείτε, και δεν δύνασθε να επιτύχητε μάχεσθε και πολεμείτε αλλά δεν έχετε, επειδή δεν ζητείτε ζητείτε και δεν λαμβάνετε, διότι κακώς ζητείτε, διά να δαπανήσητε εις τας ηδονάς σας» (Ιάκ.δ:1-3). Τι μπορώ να κάνω;

Αυτοεξέταση. Ν' αποφασίσω να είμαι ειλικρινής και αληθινός με τον εαυτό μου και με το Θεό. Να προσευχηθώ. Να μια κατάλληλη προσευχή από τους Ψαλμούς, Θεέ, δοκίμασέ με, και γνώρισε την καρδιά μου εξέτασέ με, και μάθε τους στοχασμούς μου και δες, μήπως υπάρχει μέσα μου κάποιος δρόμος ανομίας και οδήγησέ με στον δρόμο τον αιώνιο (Ψαλμ.ρλθ:23-24).

'Αλλος δρόμος για την αύξηση δεν υπάρχει. Μεγαλώνουμε μόνο καθώς παραδεχόμαστε λάθη κι αλλάζουμε. Αυτοί που δεν αλλάζουν, είναι αυτοί που ποτέ δεν παραδέχονται τίποτα. Ποια ήταν άραγε η τελευταία φορά που είπαμε στο Θεό συγνώμη για τα κίνητρά μας; Που μετανοήσαμε ειλικρινά. Η αύξηση, το μεγάλωμα το πνευματικό, περνάει μέσα από την αυτοεξέταση.