Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ:




ΜΙΑ ΑΕΝΑΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ


Το χειμώνα του 2000 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δίαυλος το νέο (και ογκώδες, έκτασης 740 σελίδων) βιβλίο των Σ. Θεοδοσίου και Μ. Δανέζη, καθηγητών αστροφυσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με τίτλο "Στα ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. - Αστρονομία-Ιστορία-Φιλοσοφία". Όπως είναι φανερό ήδη από το αρκτικόλεξο στον τίτλο, οι δύο επιστήμονες καταπιάνονται για πρώτη φορά κυρίως με το ζήτημα της ιστορικότητας του Ιησού.

Η σχετική, ελληνική και διεθνής, βιβλιογραφία κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι (έχουν γραφτεί πολλές εκατοντάδες βιβλίων σε πολλές γλώσσες), ενώ οι εκάστοτε προσεγγίσεις σε αυτό το, για πολλούς ακανθώδες, θέμα ποικίλουν από εντελώς αντιρρητικές έως την απόλυτη συμφωνία.


Ωστόσο, αυτή τη φορά έχουμε στα χέρια μας ένα ιδιαίτερο πόνημα. Καταρχάς, οι συγγραφείς δεν προέρχονται από το χώρο της θεολογίας. Αρχική τους πρόθεση υπήρξε η εξέταση του άστρου της Βηθλεέμ από αστρονομική άποψη. Μάλιστα, όπως αναφέρουν στον πρόλογο του βιβλίου, είχαν ήδη έτοιμο έναν πιθανό τίτλο: "Αναζητώντας το άστρο της Βηθλεέμ". Όμως, στην πορεία της συγκέντρωσης και μελέτης του απαραίτητου υλικού (η οποία διήρκεσε συνολικά έξι (!) χρόνια), στους δύο αστροφυσικούς, γνωστούς στην ελληνική επιστημονική κοινότητα για τον πάντοτε ενδελεχή και αυστηρό τρόπο έρευνάς τους, γεννήθηκε μια πληθώρα ερωτημάτων που τους οδήγησαν, μεταξύ άλλων, στη διερεύνηση του κοινωνικού και πολιτικού υποβάθρου της προ- και μεταχριστιανικής εποχής, του πολιτικού και ιστορικού παρασκηνίου της εκκλησιαστικής ιστορίας των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων, και των φιλοσοφικών ρευμάτων που επηρέασαν, θετικά ή αρνητικά, τη συγκρότηση και διαμόρφωση της Χριστιανικής θρησκείας.

Τα ερωτήματα αυτά ενσωματώνουν, για παράδειγμα, απορίες σχετικά με τη γνησιότητα των ευαγγελικών κειμένων, την εγκυρότητα της άποψης των εκκλησιαστικών συγγραφέων, και την πιθανή κοινωνική ή πολιτική σκοπιμότητα παραποίησης της αλήθειας. Προκειμένου να απαντήσουν σε τέτοιου είδους ερωτήματα, οι συγγραφείς διερεύνησαν την κοινωνική και πολιτική κατάσταση εκείνης της εποχής, τη συγκρότηση της προ- και μεταχριστιανικής κοινωνίας, πολλά ιστορικά πρόσωπα που σχετίζονται με τον Ιησού, τις έκδηλες αλλά και αθέατες πτυχές της εκκλησιαστικής αλλά και γενικότερης ιστορίας, καθώς και τα φιλοσοφικά ρεύματα και τις αλληλοσυγκρουόμενες τάσεις στο εσωτερικό των πρωτοχριστιανικών κοινοτήτων.

Τελικά, με την ολοκλήρωση αυτού του οδοιπορικού έρευνας, οι δύο συγγραφείς κατόρθωσαν να δώσουν όχι μόνο μια ολοκληρωμένη (την πιο πλήρη σε σύγκριση με όσες έχουν παρουσιαστεί ως σήμερα) άποψη σχετικά με το άστρο της Βηθλεέμ, αλλά και να μελετήσουν με την προσήκουσα νηφαλιότητα το ζήτημα της ιστορικότητας του Ιησού και τις απόψεις γύρω από τη θεϊκή φύση Του.

Μάλιστα, είναι αξιοσημείωτη η δήλωση των συγγραφέων ήδη στον πρόλογο (ο οποίος φέρει τον τίτλο "εκ βαθέων") ότι αυτό που ευθύς εξ αρχής τους ενδιέφερε δεν ήταν η συγγραφή ενός βιβλίου "προπαγάνδας" αλλά μια αντικειμενική και καλόπιστη επιστημονική προσπάθεια συγγραφής μιας τεκμηριωμένης έκθεσης χωρίς δογματικές εμμονές, κι ακόμη ότι τελικά "αυτό που τιμά και καταξιώνει έναν χριστιανό δεν είναι η άγνοια των αντιθέτων απόψεων, αλλά η βαθιά πίστη του στον Ιησού, εν γνώσει των αντιθέτων προς την πίστη του απόψεων", ενώ λίγο παρακάτω στην ίδια σελίδα γράφουν ότι "ο Χριστιανισμός δεν έχει ανάγκη από πιστούς που στηρίζουν την πίστη τους στην άγνοια της αλήθειας".

Αρκετοί ίσως αναρωτηθούν τι λόγο μπορεί να έχει ένας αστρονόμος σε μια έρευνα σχετικά με την ιστορικότητα του Ιησού, πολύ δε περισσότερο όταν υπάρχει μια πληθώρα σχετικών βιβλίων γραμμένων από ειδικούς μελετητές, δηλαδή θεολόγους και ιστορικούς. Η απάντηση σε αυτή την ένσταση είναι απλή.

Καταρχάς, όπως αναφέρουν οι Θεοδοσίου και Δανέζης, η αλήθεια της γνώσης του Θεού, εφόσον από θεολογική άποψη είναι ζήτημα πνευματικής και ψυχικής ανάτασης, δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο μόνο της θεολογικής έρευνας. Εξίσου σημαντικό λόγο έχει ο επιστήμονας και ιδιαίτερα ο αστρονόμος, ο οποίος από τη φύση του γνωστικού του αντικειμένου αποσκοπεί στην εξερεύνηση του πρωταρχικού έργου του Θεού, της δημιουργίας και εξέλιξης του σύμπαντος και της απεραντοσύνης του.

Δεύτερο, έχει σημασία ο κόσμος να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο ένας θετικός επιστήμονας προσεγγίζει και αναλύει φλέγοντα θέματα θεολογικής και ιστορικής σημασίας. Η πρακτική των δύο συγγραφέων δεν ήταν να διαμορφώσουν στο νου τους δογματικά μια διαισθητική αλήθεια η οποία να τους καλύπτει ψυχικά, κοινωνικά, και πολιτικά και κατόπιν να αναζητήσουν στοιχεία και τρόπους προκειμένου να την αποδείξουν. Και οι δύο είναι καταξιωμένοι ερευνητές σε έναν από τα επιστημονικά αυστηρότερα πεδία των θετικών επιστημών και η αυστηρότητα αυτή είναι ευθέως ανάλογη προς την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων κατά την αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας. Η τήρηση της επιστημονικής δεοντολογίας στην παράθεση γεγονότων αλλά και απόψεων είναι όρος εξ ων ουκ άνευ στις θετικές επιστήμες και σε αυτό το πλαίσιο λειτούργησαν οι Θεοδοσίου και Δανέζης προσπαθώντας να τεκμηριώσουν το όλο θέμα αστρονομικά, ιστορικά, και φιλοσοφικά, παραθέτοντας όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία, τα οποία θα βοηθήσουν τον καλοπροαίρετο αναγνώστη να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Έτσι έλεγξαν και διασταύρωσαν πολλαπλώς και διεξοδικά κάθε βιβλιογραφική αναφορά, ελληνική και διεθνή, που χρησιμοποίησαν. Εδώ επισημαίνουμε το γεγονός ότι ανέτρεξαν οι ίδιοι στις πρωτογενείς πηγές και δεν παρέθεσαν βιβλιογραφικές παραπομπές άλλων συγγραφέων, όπως δυστυχώς συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις.

Το βιβλίο περιλαμβάνει συνολικά δώδεκα κεφάλαια.

Στο 1ο κεφάλαιο αποσαφηνίζονται οι έννοιες του επιστημονικού φαινομένου και της επιστημονικής πρόβλεψης και οριοθετούνται από την προφητεία και τη δοξασία. Επίσης αναλύονται με απλό τρόπο βασικές έννοιες της σύγχρονης φυσικής και η σχέση τους με τη θεολογία.

Το 2ο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στις πηγές που έχουν χρησιμοποιήσει οι σημαντικότεροι ιστορικοί συγγραφείς.

Στο 3ο κεφάλαιο έχουμε μια περιγραφή των κοινωνικών συνθηκών που επικρατούσαν στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία έως και την καθιέρωση του Χριστιανισμού.

Τα κεφάλαια 4 και 5 αναφέρονται στην ιστορία του Ισραήλ και στο κοινωνικό και θρησκευτικό οικοδόμημα στην ευρύτερη περιοχή της Παλαιστίνης.

Στο κεφάλαιο 6 περιγράφεται γενικώς το φαινόμενο του μεσσιανισμού στις διάφορες προφητείες όχι μόνο των Εβραίων αλλά και διαφόρων άλλων λαών.

Στο κεφάλαιο 7 ξεκινά η έρευνα σχετικά με την ιστορικότητα του Ιησού. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ η παράθεση των ορθολογικών απόψεων που έχουν εκφραστεί από διάφορους θεολόγους, ιστορικούς, και φιλοσόφους κατά τον 20ό αιώνα.

Ολόκληρο το 8ο κεφάλαιο πραγματεύεται το άστρο της Βηθλεέμ. Από μόνο του θα μπορούσε να αποτελέσει μια μονογραφία για το θέμα αυτό, ενώ το ίδιο μπορούμε να πούμε ανεπιφύλακτα και για το κεφάλαιο 7.

Τα κεφάλαια 9, 10, 11 και 12 έχουν ως θέμα τη γέννηση, τη σταύρωση, και την ανάσταση του Ιησού, καθώς και την ακριβή χρονολόγηση των γεγονότων αυτών με βάση επιστημονικά και ιστορικά δεδομένα.

Τέλος, η εκτενέστατη βιβλιογραφία καλύπτει 35 (!) σελίδες και αποτελεί από μόνη της βιβλιογραφικό θησαυρό για κάθε σοβαρό μελετητή των θεμάτων αυτών.

Δεν είναι απαραίτητο ο αναγνώστης να συμφωνήσει με τα συμπεράσματα και τις διαπιστώσεις των συγγραφέων, ούτε βεβαίως αυτό ανήκει στις προθέσεις τους. Δεν μπορεί όμως παρά να συγκατανεύσει ότι πρόκειται για ένα εμπεριστατωμένο και παράλληλα καλογραμμένο και κατανοητό βιβλίο αναφοράς με παράθεση πληροφοριών χωρίς προκαταλήψεις, ενδελεχή μελέτη των σχετικών πηγών, και μη τετριμμένη ανάλυση των συμβάντων. Άλλωστε αυτό ακριβώς, έστω και αν δεν συμβαίνει πάντοτε στην πράξη, περιμένει κάποιος από την αμερόληπτη εφαρμογή της ερευνητικής μεθοδολογίας των θετικών επιστημών στο πεδίο της ιστορίας. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. I

 του δρος Θεοφάνη Γραμμένου