Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011

ΑΓΙΑΣΜΟΣ 11 - Εξουσία και οργάνωση μέσα στην εκκλησία (1)

<Και άλλους μεν έθεσε ο Θεός εν τη εκκλησία.....κυβερνήσεις> (Α΄Κορ.ιβ:28).

Η μελέτη μας περί αγιασμού μας φέρνει σ’ επαφή με το θέμα της εξουσίας και της οργάνωσης μέσα στην εκκλησία με διάφορους τρόπους.

Θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε διάφορες ερωτήσεις όπως:

• Ποιο είναι το μέγεθος της εξουσίας της εκκλησίας;

• Η εκκλησία έχει την εξουσία να θεσπίζει πρότυπα αγιασμού;

• Η εκκλησία έχει την εξουσία να αποκόπτει άτομα που παραβιάζουν βασικές αρχές αγιασμού;

• Μέχρι ποιο σημείο είναι κανείς υποχρεωμένος ν’ ακολουθεί τις αποφάσεις της εκκλησίας;

• Έχει ο καθένας εξουσία ανθρώπινη πάνω σ’ αυτούς που ασχολούνται με τα πνευματικά;

• Τί διδάσκει ο αγιασμός για τις σχέσεις μεταξύ των πιστών;

Η κυβέρνηση της εκκλησίας έχει θεσπιστεί απ’ το Θεό. Θα ξεκινήσουμε αυτή τη μελέτη αποδεικνύοντας ότι στην πραγματικότητα ο Θεός είναι Αυτός που έχει θεσπίσει την εξουσία και την οργάνωση μέσα στην εκκλησία Του.

Από την αρχή θέλουμε να δώσουμε έμφαση στο ότι εκκλησία είναι το σώμα των πιστών που έχουν την εμπειρία του πλήρους σχεδίου της σωτηρίας και που ζουν άγια και αποχωρισμένοι από το φρόνημα του κόσμου. Αυτό δεν είναι συνώνυμο με κανένα ανθρώπινο οργανισμό, αλλά και ούτε περιορίζεται σε κάτι τέτοιο.

Η συμμετοχή σ’ ένα ιδιαίτερο δόγμα δεν είναι κάτι που προαπαιτείται για τη σωτηρία. Επίσης, ο καθένας είναι προσωπικά υπεύθυνος για τη σωτηρία του. Δεν μπορούμε ν’ ακολουθούμε κάποιους που μας οδηγούν να ενεργούμε αντίθετα με το λόγο του Θεού ή διδάσκουν λάθος δόγματα.

Ωστόσο, η ανθρώπινη προσπάθεια οργάνωσης έχει ευλογηθεί και αναγνωριστεί από το Θεό και έχει προσφέρει πολλά στο να απλωθεί το ευαγγέλιο. Όταν μιλάμε για εξουσία και οργάνωση μέσα στην εκκλησία, μιλάμε για τις σχέσεις που ο Θεός έχει θεσπίσει ανάμεσα στους πιστούς. Αυτό περιλαμβάνει την κοινωνία ανάμεσα στο λαό του Θεού και τη δουλειά μέσα σ’ ένα οργανωμένο σκελετό από το λαό του Θεού.
 
Από το ξεκίνημα της εκκλησίας ο Θεός οργάνωσε την εκκλησία Του. Ο Ιησούς προσωπικά διάλεξε και εκπαίδευσε τους δώδεκα αποστόλους για να είναι ηγέτες της εκκλησίας, και διόρισε τον Ιούδα να είναι ο πρώτος ταμίας αυτής της ομάδας (Ιωάν.ιγ:29). Καθώς διαβάζουμε το βιβλίο των Πράξεων, την ιστορία της εκκλησίας, βρίσκουμε πολλά παραδείγματα οργανωμένων προσπαθειών, αναγνώρισης της εξουσίας, λήψης αποφάσεων με πνεύμα ενότητας, και αμοιβαίας κοινωνίας.
 
Η οργάνωση στην πρώτη εκκλησία. Στις Πράξ.α:15-26 οι 120 πιστοί που υπήρξαν το θεμέλιο της εκκλησίας που δημιουργήθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής, συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί για να εκλέξουν το διάδοχο του Ιούδα.

Ο Πέτρος ήταν επικεφαλής αυτής της συνάντησης. Αφού τέθηκαν τα απαραίτητα προσόντα γι’ αυτή τη θέση, δυο άνδρες ήταν υποψήφιοι, και τελικά εκλέχθηκε ο Ματθίας. Μετά την έκχυση του Αγίου Πνεύματος, οι πιστοί <ενέμενον εν τη διδαχή των αποστόλων, και εν τη κοινωνία> (Πράξ.β:42).

Μ’ άλλα λόγια, αναγνώρισαν την εξουσία των 12 (συμπεριλαμβανομένου και του Ματθία που εκλέχθηκε από ανθρώπους) σε θέματα δογματικής διδασκαλίας και σε τρόπους κοινωνίας. Επιπλέον, αναγνώρισαν την αποστολική εξουσία για τη συγκέντρωση και διανομή των εσόδων της εκκλησίας (δ:35).

Στις Πράξ.ς οι 12 συγκάλεσαν πάλι σύνοδο όλων των πιστών, αυτή τη φορά για να εγκαινιάσουν ένα σύστημα για τη φροντίδα των εσωτερικών πρακτικών θεμάτων της εκκλησίας. Η σύνοδος των πιστών εξέλεξε 7 άνδρες για να διαχειρίζονται αυτές τις υποθέσεις κάτω από την εξουσία των αποστόλων, ώστε οι τελευταίοι να μπορούν να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στην προσευχή και στο κήρυγμα. Πρώτα οι απόστολοι συμφώνησαν αυτοί οι άνδρες να είναι πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας. Μετά οι πιστοί εξέλεξαν τους 7 και οι απόστολοι προσευχήθηκαν και “επέθεσαν χείρας”. Η επίθεση των χειρών είναι μια από τις βασικές διδασκαλίες της εκκλησίας (Εβρ.ς:2), και εφαρμόζεται με σκοπό να ζητηθεί η ευλογία του Θεού, θεραπεία, ή να ξεχωριστεί κάποιος για ένα ιδιαίτερο σκοπό.

Σ’ αυτή την περίπτωση, φάνηκε ότι ο Θεός έχοντας εξουσιοδοτήσει την ηγεσία της εκκλησίας, επιδοκίμασε την εκλογή αυτών των ανδρών. Ο Φίλιππος, ένας από τους επτά, αργότερα έφερε το ευαγγέλιο στη Σαμάρεια. Όταν ξεκίνησε η αναζωπύρωση σ’ αυτό το μέρος, οι απόστολοι έστειλαν τον Πέτρο και τον Ιωάννη να ερευνήσουν, να επιβλέψουν και να βοηθήσουν. Ήταν τότε που οι Σαμαρείτες άρχισαν να βαπτίζονται με Πνεύμα Άγιο (Πράξ.η:14-17).
 
Στις Πράξ.ια διαβάζουμε ότι οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι (η εξουσία και το πρεσβυτέριο) της Ιουδαίας κάλεσαν τον Πέτρο για να τους δώσει μια πλήρη αναφορά των δραστηριοτήτων του σχετικά με τον Κορνήλιο, ένα εθνικό, που ο Πέτρος μόλις του είχε κηρύξει το ευαγγέλιο και ο Θεός τον είχε βαπτίσει με το Πνεύμα Του. Ήθελαν να μάθουν αν οι πράξεις του ήταν έγκυρες ή όχι. Παρ’ όλο που ο Πέτρος ήταν ο πιο ξεχωριστός ηγέτης μέχρι αυτό το σημείο, είχε λάβει τα κλειδιά της Βασιλείας από τον Ιησού και απ’ ευθείας οδηγίες απ’ τον Κύριο να κηρύξει στον Κορνήλιο, ωστόσο υποτάχθηκε στην εξουσία της εκκλησίας. Εξετάστηκε, δέχτηκε κριτική από κάποιους σ’ αυτή τη συνάντηση, κι έπρεπε να απαντήσει σ’ αυτούς που ήταν σε θέση εξουσίας. Στο ίδιο κεφάλαιο, η εκκλησία της Ιερουσαλήμ έστειλε το Βαρνάβα στην Αντιόχεια να ερευνήσει για κάποια εκκλησία που είχαν ακούσει, αλλά δεν είχαν οι ίδιοι θεμελιώσει (ια:22-30). Η διακονία του ήταν να μάθει τί ακριβώς συμβαίνει, να τους δώσει διδασκαλία και να τοποθετήσει επισκόπους.

Ο Βαρνάβας έμεινε στην Αντιόχεια και αργότερα έφερε και τον Παύλο σαν βοηθό του. Ακόμα, προφήτες ήρθαν από την Ιερουσαλήμ να βοηθήσουν. Μετά από λίγο καιρό, η εκκλησία της Αντιόχειας συγκέντρωσε μια προσφορά για τους φτωχούς στην εκκλησία της Ιερουσαλήμ και την έστειλε στους πρεσβυτέρους στην Ιερουσαλήμ με το Βαρνάβα και τον Παύλο.
 
Η εκκλησία της Αντιόχειας αυξήθηκε και ανέδειξε η ίδια προφήτες και δασκάλους. Ο Θεός κάλεσε το Βαρνάβα και τον Παύλο στο έργο της διακονίας, και αποκάλυψε αυτή την κλήση όχι μόνο σ’ αυτούς τους ίδιους, αλλά και στην ηγεσία της εκκλησίας στην Αντιόχεια. Το πρεσβυτέριο της εκκλησίας της Αντιόχειας προσευχήθηκε γι’ αυτούς, επέθεσαν χέρια πάνω τους, και τους έχρισαν για το έργο που ο Κύριος τους είχε καλέσει (ιγ:1-4). Έφυγαν, ιδρύοντας εκκλησίες και τοποθετώντας πρεσβυτέρους που θα ήταν υπεύθυνοι γι’ αυτές (ιδ:23).
 
Η επόμενη μεγάλη σύνοδος της εκκλησίας αναφέρεται στις Πράξ.ιε. Αυτή την περίοδο η εκκλησία έχει αυξηθεί τρομακτικά. Δεν ήταν πια μια τοπική συνάθροιση στην Ιερουσαλήμ αλλά είχε εξαπλωθεί σε όλη την Ιουδαία, τη Σαμάρεια και τα έθνη. Σ’ αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε “πρώτο γενικό συνέδριο” της εκκλησίας, ηγέτες και εργάτες από διάφορες εκκλησίες μαζεύτηκαν μαζί στην Ιερουσαλήμ για να συζητήσουν ένα φλέγον και αμφιλεγόμενο θέμα. Το ερώτημα ήταν αν οι Χριστιανοί που προερχόταν από τα έθνη έπρεπε να περιτέμνονται και να τηρούν το νόμο του Μωυσή.

Είχε δημιουργηθεί μεγάλη διαμάχη γύρω απ’ αυτό, με τον Παύλο, το Βαρνάβα και τον Πέτρο να είναι της γνώμης ότι οι εθνικοί δεν ήταν υποχρεωμένοι να τηρούν αυτά τα πράγματα. Κάποιοι συγκεκριμένοι πιστοί από την τάξη των Φαρισαίων υποστήριζαν την αντίθετη άποψη. Ο Ιάκωβος, ο αδελφός του Κυρίου, ήταν ο επικεφαλής της συνόδου και αυτός πήρε την τελική απόφαση με την υποστήριξη της πλειοψηφίας του συνεδρίου. Μετά τη λήψη της απόφασης, όλη η εκκλησία ενωμένη δέχτηκε αυτό το αποτέλεσμα και εξέλεξε αντιπροσώπους για να κοινοποιήσουν τη θεμελίωση της διδασκαλίας στις τοπικές εκκλησίες.

Ξεκάθαρα η εκκλησία εξάσκησε την εξουσία της ν’ αποφασίζει τί θα ήταν δεμένο για τους εθνικούς σε σχέση με το νόμο του Μωυσή. Ειδικότερα, αποφάσισαν για 4 θέματα που οι εθνικοί έπρεπε να φυλάσσουν, γιατί σύμφωνα με τα λόγια τους <εφάνη εύλογον εις το Άγιο Πνεύμα και εις ημάς> (ιε:28-29).
 
Μετά απ’ αυτή τη σύνοδο, ο Παύλος αναδείχτηκε σαν η μεγαλύτερη φυσιογνωμία στο βιβλίο των Πράξεων. Παρ’ όλο που η θέση του είχε πλήρως δικαιωθεί, ο Παύλος ήρθε στην Ιερουσαλήμ μετά το τρίτο ιεραποστολικό του ταξίδι, για να δώσει μια πλήρη αναφορά στον Ιάκωβο και στους άλλους ηγέτες εκεί. Χάρηκαν όταν άκουσαν αυτά που είχε να τους πει, αλλά μετά τον συμβούλεψαν να ορκιστεί με κάποιους συγκεκριμένους Εβραϊκούς όρκους για να ικανοποιήσει την κοινότητα των Εβραίων Χριστιανών. Ακολούθησε τη συμβουλή τους για να καλλιεργηθεί η ενότητα, αλλά και για να υποταχθεί στην εξουσία τους (Πράξ.κα:18-26).
 
Στις επιστολές βρίσκουμε περισσότερα στοιχεία για ένα υγιή, σφιχτοδεμένο οργανισμό με σκοπό την αμοιβαία κοινωνία, τον καθορισμό κριτηρίων για τη διακονία και τη συγκέντρωση προσφορών. Ο Ιάκωβος, ο Πέτρος και ο Ιωάννης ήταν στύλοι, οι γενικοί επικεφαλής της εκκλησίας (Γαλ.β:9). Αυτό το γεγονός δεν εμπόδισε τον Παύλο να επιπλήξει τον Πέτρο και άλλους για υποκρισία και ψευδοδιδασκαλία (Γαλ.β:11-14).

Το λάθος του Πέτρου ήταν ότι απομακρύνθηκε από την απόφαση της εκκλησίας στις Πράξ.ιε και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μην βαδίζει <προς την αλήθεια του ευαγγελίου>. Ο Παύλος ήταν υπεύθυνος για κάποιες εκκλησίες που είχε ιδρύσει στα ιεραποστολικά του ταξίδια και στις οποίες έγραφε επιστολές με οδηγίες, προτροπές και προειδοποιήσεις. Όρισε υπεύθυνους και εργάτες να εργάζονται κάτω απ’ αυτόν όπως τον Τιμόθεο και τον Τίτο. Ο Τίτος ορίστηκε υπεύθυνος στην Κρήτη και του δόθηκε η εξουσία να χειροτονήσει πρεσβυτέρους σ’ αυτή την περιοχή (Τίτ.α:5).
 
Για να βοηθήσει αυτούς τους δυο εργάτες να οργανώσουν τις περιοχές που τους δόθηκαν, ο Παύλος τους έδωσε ένα κατάλογο με τα προσόντα που πρέπει να έχει ένας επίσκοπος (Α΄Τιμ.γ:1-7  Τίτ.α:5-16). Ο Παύλος χρησιμοποιεί τους όρους επίσκοπος και πρεσβύτερος εναλλάξ σ’ αυτά τα εδάφια και εννοεί εργάτης ή ποιμένας. Έδωσε ακόμα τα προσόντα του διακόνου (Α΄Τιμ.γ:8-13). Βλέπουμε ακόμα ότι ο Παύλος έγραψε μια συστατική επιστολή για τον Τίτο και κάποιο άλλο αδελφό και τους έστειλε σε διάφορες εκκλησίες για να λάβουν προσφορές για την εκκλησία της Ιερουσαλήμ (Β’ΚΟΡ.η:16-24). Ο Παύλος καθιέρωσε ένα σύστημα προσφορών κάθε Κυριακή και σε κάποια περίπτωση ζήτησε από την εκκλησία της Κορίνθου να συστήσει με γράμμα κάποιον που θα έφερνε την προσφορά στην Ιερουσαλήμ (Α΄Κορ.ις:1-3).
 
Ο απόστολος Ιωάννης έστειλε επίσης μια συστατική επιστολή για ένα ευαγγελιστή ονομαζόμενο Δημήτριο. Με την ίδια επιστολή προειδοποίησε την εκκλησία να μην δέχεται το Διοτρεφή σαν εργάτη του Ευαγγελίου (Γ΄ Ιωάν.9-12).

Ο Ιησούς και ο Παύλος σκιαγράφησαν τις διαδικασίες για την τακτοποίηση διαφωνιών στην εκκλησία, για την κρίση των όσων αμαρτάνουν μέσα στην εκκλησία, και για την αποκοπή (μη συναναστροφή) μελών αν είναι αναγκαίο (Ματθ.ιη:15-18  Α΄Κορ.ε:1-13).

Ο Παύλος προειδοποίησε τους πρεσβυτέρους στην Έφεσο σχετικά με ψευδοπροφήτες (Πράξ.κ:28-30) και ότι η εκκλησία έχει λάβει την εξουσία από τον Κύριο να διακρίνει και να δοκιμάζει τους ψευδοπροφήτες (Αποκ.β:2).
 
Όλα αυτά τα εδάφια μας δείχνουν ότι υπήρχε μια στενή σχέση μεταξύ των εκκλησιών και βρισκόταν τρόποι χειρισμού των προβλημάτων. Πέρα απ’ αυτό υπήρχε μια σαφής ιεραρχία στις εξουσίες μέσα στην εκκλησία. Κατ’ αρχήν υπήρχαν πρεσβύτεροι, (τοπικοί ποιμένες και βοηθοί) υπεύθυνοι για τις τοπικές εκκλησίες, μαζί με διακόνους που βοηθούσαν στα τοπικά εκκλησιαστικά θέματα. Μετά υπήρχαν επιβλέποντες (υπεύθυνοι) για περιοχές ή ομάδες εκκλησιών όπως ο Τίτος στην Κρήτη. Αντίστοιχα ο Παύλος ήταν πάνω από τον Τίτο και επέβλεπε πολλές εκκλησίες που ο ίδιος είχε ιδρύσει. Η ιδιαίτερη διακονία του ήταν να κατευθύνει το ιεραποστολικό έργο ανάμεσα στους εθνικούς, όπως ο Πέτρος κατεύθυνε το έργο ανάμεσα στους Ιουδαίους (Γαλ.β:7-8).

Ο Πέτρος φαίνεται να υπήρξε ένας εξέχων κήρυκας και εκπρόσωπος της πρώτης εκκλησίας ενώ ο Ιάκωβος φαίνεται ότι ήταν ο κύριος υπεύθυνος στην Ιερουσαλήμ.
 
Έτσι, κάθε εκκλησία και κάθε εργάτης βρισκόταν κάτω από τη φροντίδα κάποιου ανώτερου στην ιεραρχία. Ακόμα και οι υψηλότερα ιστάμενοι ηγέτες όπως ο Πέτρος και ο Παύλος προέτρεπαν ο ένας τον άλλο και ήταν υποκείμενοι στην εκκλησία σαν σύνολο. Και οι δύο αυτοί ηγέτες έδωσαν αναφορές και δέχτηκαν συμβουλές από τη σύνοδο εργατών στην Ιερουσαλήμ. Αυτό δείχνει ότι η κυβέρνηση της εκκλησίας υπερβαίνει τη θέση κάποιου ατόμου ακόμα κι αν αυτή έχει δοθεί απ’ το Θεό.
 
Η εξουσία της ηγεσίας. Η Βίβλος έχει πολλά να πει για τις αρμοδιότητες των ηγετών μέσα στην εκκλησία (Εβρ.ιγ:17 & Α’Θεσ.ε:12-13). Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτά τα εδάφια ισχύουν τόσο για τις εξουσίες μεταξύ διαφορετικών εκκλησιών όσο και για τις επιτόπιες εκκλησίες. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι πρέπει να υπάρχουν τρόποι να ξέρουμε το χαρακτήρα των ηγετών, και να εκτιμούμε αυτούς που είναι σε θέση εξουσίας για χάρη του έργου το οποίο κάνουν. Δεν εκτιμούμε ούτε σεβόμαστε έναν άνθρωπο αλλά εκτιμούμε και σεβόμαστε τη θέση του. Κάποιος που είναι σε μια θέση εξουσίας, δεν είναι θεός αλλά έχει λάβει την εξουσία απ’ το Θεό και τον εκτιμούμε γι’ αυτό το λόγο (Ρωμ.ιγ:1, δες επίσης στο ίδιο κεφάλαιο 2-7).

Αυτό ισχύει για τους εργάτες και για τους αγίους, για την εκκλησία και για τα κοσμικά ζητήματα. Φυσικά, υπάρχουν νόμιμοι τρόποι για να μετακινηθεί κάποιος από τη θέση στην οποία βρίσκεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, και θα εξετάσουμε μερικές από αυτές τις περιπτώσεις παρακάτω: Υπάρχει ένα ακόμη εδάφιο όπου τονίζεται πόσο αναγκαία είναι η εκτίμηση αυτών που είναι σε θέση εξουσίας. “Οι καλώς προϊστάμενοι...και διδασκαλίαν” (Α’Τιμ.ε:17).

Ο σκοπός της εξουσίας στην εκκλησία είναι “για την τελειοποίησην των αγίων, δια το έργο της διακονίας, δια την οικοδομήν του σώματος του Χριστού” (Εφεσ.δ:11-12). Η δουλειά ενός ποιμένα είναι να “επιμένει, επιπλήττει, προτρέπει μετά πάσης μακροθυμίας και διδαχής” (Β’Τιμ.δ:2). Ένας άγιος ή ακόμα ένας εργάτης που δεν λαμβάνει υπόψη του τη φωνή της εξουσίας βρίσκεται σε επικίνδυνο χώρο. Αυτοί που “την δε εξουσίαν καταφρονούσι και τα αξιώματα βλασφημούσιν” είναι οι αποστάτες για τους οποίους ο Ιούδας μιλάει στο εδάφιο 8.

Ο Πέτρος επίσης διδάσκει ενάντια αυτών που “καταφρονούσιν τις εξουσίες. Τολμηταί, είναι αυθάδεις, δεν τρέμουσι βλασφημούντες τα αξιώματα και θέλουσι καταφθαρή εν τη ιδία αυτών διαφθορά, και θέλουσι λάβει τον μισθόν της αδικίας αυτών” (Α’Πέτρ.β:10-13). Ένα σημείο των εσχάτων καιρών είναι μια επανάσταση και πρόκληση στην εξουσία την δοσμένη από το Θεό, στα σπίτια, στην κοινωνία και στην εκκλησία.(Α’Τιμ.γ:2,8).
 
Συμπέρασμα. Τι μπορούμε να συμπεράνουμε από όλα αυτά; Ξέρουμε ότι ο Θεός έχει θέση εξουσία στην εκκλησία (Α’Κορ.ιβ:28). Έχει δώσει τα 5 χαρίσματα της διακονίας (Εφεσ.δ:11). Είναι διαφορετικές θέσεις το καθένα και αποτελούνται από αυτούς που προφητεύουν, που ποιμαίνουν, αυτούς που προτρέπουν και αυτούς που “κυβερνούν” (Ρωμ.ιβ:4-8). Αυτή η εξουσία υπάρχει στην τοπική εκκλησία και επίσης επεκτείνεται πιο πέρα. Έχουμε δει ότι η εκκλησία της Καινής Διαθήκης οργανώθηκε για να επιτύχει πολλούς σκοπούς.

Η εκκλησία έστελνε εργάτες να ερευνήσουν για τοπικές συναθροίσεις, έστελνε ιεραποστόλους να ιδρύσουν νέες εκκλησίες, έστελνε εργάτες να διδάξουν τοπικές συναθροίσεις, έπαιρνε αποφάσεις για δογματικές τοποθετήσεις (φιλονικίες), οργάνωνε συλλογή χρηματικών προσφορών, έστελνε συστατικές επιστολές για ευαγγελιστές, απομάκρυνε πιστούς που είχαν αμαρτήσει, προειδοποιούσε τοπικές εκκλησίες σχετικά με ψευδοπροφήτες και έκρινε τους ψευδοπροφήτες.
 
Καθώς έχουμε δει, η εκκλησία έχει την εξουσία να πάρει απόφαση πάνω σε νέα θέματα που αντιμετωπίζει από καιρό σε καιρό. Η εκκλησία της Κ. Διαθήκης διόρισε κριτήρια αγιότητας για τους πιστούς από τα έθνη στις Πραξ.ιε μέσω ενός γενικού συνεδρίου. Επίσης θέτει προδιαγραφές για τους αποστόλους, ιεραποστόλους, εργάτες και διακόνους και επιλέγει ικανούς άνδρες για να πληρούν αυτές τις θέσεις. Σημειώστε ότι ο Ιησούς δεν αναφέρθηκε επακριβώς σε πολλά απ’ αυτά τα θέματα, αλλά η εκκλησία σαν σύνολο δημιούργησε και εξέδωσε τέτοιες αποφάσεις.

Στη σημερινή εποχή, η εκκλησία έχει ακόμα εξουσία να λύνει ζητήματα αγιασμού ή να ορίζει την άγια ζωή πιο ειδικά σε σχέση με τις μοντέρνες συνθήκες. Για παράδειγμα, η εκκλησία έχει εξασκήσει με ισχύ την παρρησία της παίρνοντας θέση ενάντια στο κάπνισμα.
 
Κρίση στην Εκκλησία. Σε ορισμένες καταστάσεις, δίνεται στην εκκλησία η εξουσία να κρίνει μεμονωμένα άτομα. Γενικά, οι Χριστιανοί δεν είναι να κρίνουν κανέναν άνθρωπο, ή τις ενέργειές του, ή τις πεποιθήσεις του (Ματθ.ζ:1, Ρωμ.ιδ:10, Ιάκ.δ:12). Όμως, υπάρχει ευθύνη να κριθεί μια προφητεία και να διακρίνονται τα πνεύματα αν είναι από το Θεό (Α’Κορ.ιδ:29, Α’Ιωάν.δ:1).

Όσο αφορά στην εκκλησία σαν σύνολο, και ο Ιησούς αλλά και ο Παύλος πρόβλεπαν την κρίση σε περίπτωση φιλονικίας μεταξύ των αγίων. Το αποτέλεσμα είναι ότι ένα άτομο απαγορεύεται να κρίνει σε προσωπική βάση, αλλά στην εκκλησία έχει δοθεί εξουσία να κρίνει μεταξύ των αγίων και να ελέγχει την αμετανόητη αμαρτία μέσα στην εκκλησία. Ο τρόπος και η μέθοδος κρίσης δόθηκε απ’ τον Ιησού σε γενικές γραμμές στο Ματθ.ιη:15-18.
1) Αν δύο άγιοι έχουν κάποιο πρόβλημα μεταξύ τους το θιγόμενο μέλος μπορεί να πάει στο άλλο ιδιαιτέρως και να προσπαθήσει να επιλύσει την κατάσταση. Φυσικά, αν ένας άγιος ξέρει ότι κάποιος αδελφός έχει κάτι εναντίον του πρέπει να αφήσει τα πάντα, να πάει να τον βρει και να συμφιλιωθούν. Αφού γίνει αυτό, μπορεί να έρθει στο θυσιαστήριο και να προσφέρει τα δώρα του στο Θεό (Ματθ.ε:23-24).
2) Αν η προσπάθεια για επίλυση του προβλήματος δεν φέρει αποτέλεσμα, τότε το πρόσωπο που έχει θιχτεί πρέπει να πάρει δύο-τρεις μάρτυρες μαζί του και να προσπαθήσει να ταχτοποιήσει το πρόβλημα με τον άλλον.
3) Αν αυτός που έχει αμαρτήσει και πάλι δεν αντιμετωπίζει σωστά το πρόβλημα, τότε πρέπει να τον φέρουν μπροστά στην εκκλησία. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εξεταστεί και να αντιμετωπιστεί από την εξουσία της εκκλησίας δηλ. από τον ποιμένα και το πρεσβυτέριο. Η ηγεσία σ’ αυτή την περίπτωση έχει να κρίνει το θέμα.
4) Αν ο παραβάτης δεν υπακούσει στην απόφαση της εκκλησίας, πρέπει να αποκοπεί από την εκκλησία και να θεωρηθεί σαν εθνικός. Σύμφωνα με το εδάφιο 18 ο Θεός θα τιμήσει την απόφαση της εκκλησίας και των ηγετών της. Αν ήταν καθαροί και δίκαιοι ο Θεός θα θεωρήσει σαν δική Του την απόφαση τους και θα την επικυρώσει. Αυτό σημαίνει ότι οι πιστοί της εκκλησίας πρέπει να τηρήσουν την απόφαση που πάρθηκε από την εκκλησία. Αν κάποιος δεν το κάνει, μπορεί να θεωρηθεί εθνικός.

Μήνυση. Η παραπάνω διαδικασία είναι ο σωστός τρόπος για να αντιμετωπιστούν όλες οι διαμάχες μέσα στην εκκλησία. Ένας άγιος δεν μπορεί να μηνύσει έναν άλλο άγιο με τους νόμους που ισχύουν στο κράτος (Α’Κορ.ς:1-8). Ο λόγος είναι ότι οι άγιοι προετοιμάζονται να κρίνουν αγγέλους και τη γη στη χιλιετή βασιλεία. Αν δεν μπορούμε να τακτοποιήσουμε τις διαφορές μας τώρα, πώς θα μπορέσουμε να κρίνουμε αγγέλους και τον κόσμο αργότερα. Επιπλέον αυτό είναι κακό παράδειγμα για τους απίστους. Είναι καλύτερα ν’ αφήσουμε να μας εξαπατήσουν παρά να παρουσιαστεί στα μάτια του κόσμου μια εικόνα της εκκλησίας με διαμάχες μεταξύ των μελών της. Αυτό το εδάφιο δεν διδάσκει ότι δεν μπορούμε να μηνύσουμε κάποιον από τον κόσμο που μας έχει βλάψει, γιατί οι παραπάνω λόγοι δεν ισχύουν σ’ αυτή την περίπτωση. Έχουμε τη διδασκαλία του Χριστού να είμαστε γενναιόδωροι και να μην εκδικούμαστε (Ματθ.ε:38-42). Είναι σωστό, για παράδειγμα να μηνύσει κανείς έναν άπιστο για ζημιές που προκλήθηκαν από αυτοκινητιστικό ατύχημα ή να πάει στο δικαστήριο για να υπερασπίσει συνταγματικά δικαιώματα όπως η ανεξιθρησκία.
 
Τι συμβαίνει αν κάποιος δεν μετανοεί και δεν υποτάσσεται στην κρίση της εκκλησίας; Όπως είπαμε παραπάνω αποκόπτεται και θεωρείται σαν εθνικός. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν είναι ένας άγιος μέσα στην εκκλησία, αλλά ένας αμαρτωλός και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται να καταφύγει κανείς στα δικαστήρια και να ζητήσει αποκατάσταση.

Για παράδειγμα, τι γίνεται αν κάποιος σε θέση εξουσίας θέλει να σφετεριστεί περιουσία της εκκλησίας; Δύο ή τρεις εκπρόσωποι της εκκλησίας πρέπει να πάνε και να τον αντιμετωπίσουν. Αν αρνείται ν’ αλλάξει τα χαρτιά ο ποιμένας και το πρεσβυτέριο πρέπει να κρίνουν αυτό το θέμα. Αν και πάλι αρνείται πρέπει επίσημα να πάψει να θεωρείται μέλος της εκκλησίας. Ο σκοπός που γίνεται αυτό είναι για να τονιστεί σ’ αυτόν τον ίδιο η σοβαρότητα της αμαρτίας του, να καθαριστεί η εκκλησία από την αμαρτία και να ξεχωριστεί απ’ αυτό τον άνθρωπο στα μάτια του κόσμου. Μετά απ’ αυτό, η εκκλησία μπορεί να τον μεταχειριστεί σαν εθνικό και να τον πάει σε δικαστήριο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ