Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Η αξία μιας ψυχής



Ιακώβου ε:19 - 20

Ο Ιάκωβος στρέφει την προσοχή της Εκκλησίας σ’ αυτούς τους ανθρώπους που μπορεί να λένε πως έχουν πίστη, αλλά η πίστη αυτή είναι νεκρή. Ο Ιάκωβος, όπως και ο Ιωάννης στην πρώτη του επιστολή έγραψε καλώντας αυτούς που λένε ότι είναι πιστοί να εξετάσουν την πίστη τους και να βεβαιωθούν πως είναι γνήσια. Είχε ένα βαθύ ενδιαφέρον ώστε κανείς άνθρωπος να μην αυταπατάται για τη σωτηρία του.

Αυτό το ενδιαφέρον, βέβαια έχει την απαρχή του στα λόγια του Χριστού στην επί του όρους ομιλία: «Δεν θέλει εισέλθει εις την βασιλείαν των ουρανών πας ο λέγων προς εμέ, Κύριε, Κύριε, αλλ' ο πράττων το θέλημα του Πατρός μου του εν τοις ουρανοίς. Πολλοί θέλουσιν ειπεί προς εμέ εν εκείνη τη ημέρα, Κύριε, Κύριε, δεν προεφητεύσαμεν εν τω ονόματί σου, και εν τω ονόματί σου εξεβάλομεν δαιμόνια, και εν τω ονόματί σου εκάμομεν θαύματα πολλά; Και τότε θέλω ομολογήσει προς αυτούς ότι ποτέ δεν σας εγνώρισα· φεύγετε απ' εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν» Ματθ.ζ:21-23.
Μ’ αυτή την προειδοποίηση του Χριστού σαν ηχώ ο λόγος του Θεού, στην επιστολή Ιακώβου μας καλεί σε αληθινή, γνήσια, σώζουσα πίστη.
Είναι πραγματικά τρομακτικό πως σε όλη την ιστορία της εκκλησίας πάντα υπήρχαν ζιζάνια ανάμεσα στο στάρι, πάντα υπήρχε το βραχώδες έδαφος που δεν παράγει καρπό. Πάντα υπήρχαν αυτοί που πλησιάζουν το Θεό με τα χείλη τους, αλλά οι καρδιές τους είναι μακριά (Ης.κθ:13).
Υπάρχουν αυτοί που είναι ακροατές του λόγου, αλλά όχι εκτελεστές.
Και το τραγικό είναι πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι απατούν τον εαυτό τους. Ζουν σε ένα κόσμο που διαλέγουν να πιστεύουν πως το να έχουν αποδεχτεί «διανοητικά» αλήθειες για το Θεό, είναι αρκετό.
Διαλέγουν να πιστεύουν πως η τήρηση θρησκευτικών τύπων φτάνει. Το διαλέγουν, ενώ ξέρουν πως ο Θεός ενδιαφέρεται για την καρδιά.
Αυτή η τραγική αυταπάτη ήταν μία από τις συχνά επαναλαμβανόμενες επωδούς της επιστολής. Μη πλανιέστε αδελφοί μου αγαπητοί (α:16) και πιστεύετε πως όταν πειράζεστε φταίει ο Θεός. Πειράζεται καθένας από τη δική του επιθυμία. Πιο κάτω είπε, Γίνεστε εκτελεστές του λόγου και όχι ακροατές εξαπατώντας τον εαυτό σας (α:22). Και πιο μετά, όλα στο ίδιο κεφάλαιο, Αν κάποιος ανάμεσά σας νομίζει ότι είναι θρήσκος, και δεν χαλινώνει τη γλώσσα του, αλλά εξαπατάει την καρδιά του, η θρησκεία του είναι μάταιη (α:26).
Γι’ αυτό και σε όλη την επιστολή μαθαίνουμε για διάφορους τρόπους, με τους οποίους μπορούμε να ελέγχουμε τη γνησιότητα της πίστης μας. Η γνήσια πίστη φανερώνεται από το πώς αντιδράμε στις δοκιμασίες, στους πειρασμούς, από το πώς φερόμαστε σε ανθρώπους που μπαίνουν στην εκκλησία και είναι φτωχοί, από το αν η πίστη μας έχει έργα ή όχι, από το πώς μιλάμε (τέσσερις φορές αναφέρθηκε σε αυτό), από το πώς αντιμετωπίζουμε το μέλλον, υπολογίζοντας αν κάτι είναι θέλημα Θεού ή όχι, από τη στάση μας απέναντι στο χρήμα και τα υλικά αγαθά.
Στο κέντρο ακριβώς της επιστολής απευθύνει την εξής ευαγγελιστική έκκληση σε ανθρώπους που τα τεστ αυτά τους έδειξαν πως η πίστη τους είναι λόγια και δεν είναι αληθινή: «Υποτάχθητε λοιπόν εις τον Θεόν. Αντιστάθητε εις τον διάβολον, και θέλει φύγει από σάς· πλησιάσατε εις τον Θεόν, και θέλει πλησιάσει εις εσάς. Καθαρίσατε τας χείρας σας, αμαρτωλοί, και αγνίσατε τας καρδίας, δίγνωμοι. Κακοπαθήσατε και πενθήσατε και κλαύσατε· ο γέλως σας ας μεταστραφή εις πένθος και η χαρά εις κατήφειαν. Ταπεινώθητε ενώπιον του Κυρίου, και θέλει σας υψώσει» Ιάκ.δ:7-10.
Σε ποιους το λέει: στο ίδιο ακροατήριο, στις δώδεκα φυλές τις διεσπαρμένες. Σε ανθρώπους που είναι μέσα στην Εκκλησία, και νομίζουν ότι έχουν το Χριστό αλλά δεν Τον έχουν. Και αυτό φαίνεται από τη ζωή τους.
Ο ευαγγελισμός ξεκινά μέσα από την Εκκλησία. Ο πιο δύσκολος ευαγγελιστικός αγρός είναι ο εκκλησιαστικός, δηλαδή οι άνθρωποι που ζουν μέσα στην Εκκλησία και συνηθίζουν ν’ ακούν τα πράγματα αυτά, οι άνθρωποι που κοινωνικά είναι εντάξει, που δεν είναι κλέφτες, δεν είναι φονιάδες, που έχουν μια αξιοπρεπή ζωή. Λοιπόν κι αυτοί έχουν ανάγκη μετάνοιας. Εμείς. Τα παιδιά μας. Είναι πολύ εύκολο να νομίσει κάποιος πως είναι χριστιανός χωρίς να έχει μετανοήσει προσωπικά ο ίδιος ποτέ.
 
Πως φαίνεται αυτό; Όταν αρχίσει να μετρά τη ζωή του με το μέτρο που διδάσκει η Αγία Γραφή, όχι με βάση το πως ζουν οι άλλοι. Σε όλη την επιστολή, αλλά και σε όλη την Καινή Διαθήκη, η σιωπηλή παραδοχή είναι πως θα υπάρχουν άνθρωποι που θα βρίσκονται μέσα στην Εκκλησία, που θα ταυτίζονται με την Εκκλησία, που θα τους αρέσει, αλλά δε θα έχουν την πίστη που σώζει. Άνθρωποι που δεν θα έχουν συνειδητοποιήσει την ανάγκη για προσωπική μετάνοια και μεταστροφή. Που ζουν με την αυταπάτη πως αφού είμαι μέσα εδώ και κάνω ό,τι κάνουν αυτοί, είμαι «εντάξει».
Σ’ αυτή την ανάγκη λοιπόν, ο λόγος του Θεού καλεί όλους μας σε εγρήγορση: Ιάκ.ε:19-20.
Σ’ αυτή την περίπτωση δεν σου λέει όπως πριν, αν κάποιος είναι άρρωστος ας καλέσει τους πρεσβύτερους να προσευχηθούν για αυτόν, αλλά τι λέει; Πως εμείς θα δούμε ποιος είναι άρρωστος και θα τρέξουμε να βοηθήσουμε. Είναι δουλειά όλων μας. Γιατί όλοι μας είμαστε υπεύθυνοι ο ένας για τον άλλον.
-Αυτό δε σε αφορά. Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου. Η υπόθεση αυτή είναι μεταξύ εμένα και του Κυρίου.
Είμαι σίγουρος πως όλοι, κάποια στιγμή έχουμε ακούσει, έχουμε σκεφτεί εμείς οι ίδιοι για τον εαυτό μας, ή το έχουμε πει. Γιατί; Πιθανώς γιατί δεν μας αρέσει ο έλεγχος. Μας ενοχλεί όταν μας δείχνουν το λάθος μας. Ή μπορεί να το είπαμε γιατί ντρεπόμαστε για τη συμπεριφορά μας ειλικρινά και δεν θέλουμε να το συζητήσουμε με κανένα. Ή ακόμη επειδή φοβόμαστε να ανοιχτούμε σε οποιονδήποτε, ακόμη και σε ανθρώπους στη διακονία, γιατί στο παρελθόν πληγωθήκαμε, επειδή είπαμε κάτι και βγήκε παραέξω, ή επειδή μας παρεξήγησαν, είτε ακόμη επειδή δεν ακούσαμε αυτά που θα θέλαμε να ακούσουμε.
Πολλές φορές, τις περισσότερες, δεν προχωράμε σαν χριστιανοί, δεν αυξάνουμε όσο θα θέλαμε, αντιμετωπίζουμε τη ζωή και τις προκλήσεις της μόνοι μας, περνάμε τις φουρτούνες που έρχονται, δεν ελευθερωνόμαστε από τις αμαρτίες στις οποίες πέφτουμε πάλι και πάλι, γιατί ζούμε μόνοι μας. Ζούμε το χριστιανισμό μας μόνοι μας. Ζούμε σαν νησιά στη μέση της θάλασσας. Ζούμε σαν κομμάτια αποκομμένα από το σύνολο.
Πρέπει κατεπειγόντως, να σκύψουμε στο λόγο του Θεού και να δούμε τι πραγματικά λέει για το Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία και να κοιτάξουμε, ή πιο σωστά να ελέγξουμε αυτά που πιστεύουμε, και αυτά που ζούμε, σαν άτομα.
Ξεκινά το εδάφιο με το: Αν λοιπόν κάποιος από ανάμεσά σας αποπλανηθεί από την αλήθεια. Υπάρχει μια προϋπόθεση στη σκέψη του αποστόλου εδώ. Ποια είναι; Πως υπάρχει αντικειμενική αλήθεια για το Θεό και αυτή η αλήθεια έχει αποκαλυφθεί στο πρόσωπο και το έργο του Χριστού και είναι καταγεγραμμένη στα ευαγγέλια και στην Καινή Διαθήκη και σε όλη την Αγία Γραφή η οποία μας περιγράφει τα έργα του Θεού.
Υπάρχει μία αλήθεια για τη σωτηρία, για τον αγιασμό, για τις βασικές διδασκαλίες του λόγου του Θεού.
Η Αγία Γραφή ξεκάθαρα αναφέρει τη λέξη «πλάνη» για να περιγράψει τον άνθρωπο μακριά από το Θεό (Ματθ.κβ:29   Τίτος γ:3   Α’ Πέτρ.β:25).
Ποια ήταν η πλάνη μας; Πως δεν γνωρίζαμε την αλήθεια για το ποιος είναι ο Χριστός πραγματικά, τι ζητάει και ποιοι είμαστε εμείς.
Ποιος είναι ο ψεύτης, παρά αυτός που αρνείται ότι ο Ιησούς δεν είναι ο Χριστός; Αυτός είναι ο αντίχριστος, αυτός που αρνείται τον Πατέρα και τον Υιό. (Α’ Ιωάν.β:22). Όποιος δεν πιστεύει πως ο Ιησούς ήταν ο Θεός εν σαρκί, πιστεύει ένα άλλο Χριστό.
Υπάρχει λοιπόν αλήθεια και υπάρχει και πλάνη. Ανάλογα με το τι διαλέγει κάποιος, ζει την αντίστοιχη ζωή, τραβάει ένα δρόμο. Γράφει το εδάφιο μας, Αδελφοί, αν κάποιος ανάμεσά σας αποπλανηθεί από την αλήθεια, και κάποιος άλλος τον φέρει πίσω, ας ξέρει ότι, αυτός που έφερε πίσω έναν αμαρτωλό από την πλάνη τού δρόμου του  θα σώσει μια ψυχή από τον θάνατο, και θα σκεπάσει πλήθος αμαρτιών (Ιάκ.ε:19-20).
Όταν συνεχίζω αυτό το δρόμο, ζω στην πλάνη για το Θεό, στην πλάνη σχετικά με την ανάγκη μου για προσωπική μετάνοια και σωτηρία, πάνω μου κρέμεται μια απειλή. Η απειλή αυτή είναι ο θάνατος. Η ψυχή, δηλαδή ο άνθρωπος που δεν έχει γνωρίσει το Χριστό μπροστά του έχει να περιμένει θάνατο, δηλαδή, την αιώνια κόλαση, δηλαδή αυτό που στο βιβλίο της Αποκάλυψης ονομάζεται δεύτερος θάνατος (Αποκ.κ:11-15, κα:8), το τελικό στάδιο του αμετανόητου αμαρτωλού. Ο πρώτος θάνατος είναι κάτι που όλοι το περνάμε. Κάποια στιγμή το σώμα μας θα πάψει να λειτουργεί, είτε είμαστε του Χριστού είτε δεν είμαστε (εκτός αν μέχρι να φύγουμε γίνει η Αρπαγή). Μετά απ’ αυτό το θάνατο όμως, έρχεται η κρίση. Και καθώς είναι αποφασισμένο στους ανθρώπους μια φορά να πεθάνουν, ύστερα δε από τούτο είναι κρίση (Εβρ.θ:27).
Αν ο άνθρωπος όσο ζει δεν μετανοήσει, μετά δεν υπάρχει άλλη ευκαιρία. Ο Θεός είπε μέσω του προφήτη Ιεζεκιήλ: η ψυχή που αμάρτησε, αυτή θα πεθάνει (Ιεζ.ιη:4). Ο μισθός, το αποτέλεσμα της αμαρτίας, είναι θάνατος, η αμαρτία όταν εκτελεστεί διαβάσαμε στον Ιάκωβο γεννά το θάνατο.
Μια αλήθεια που την προσπερνάμε, αν και δεν πρέπει, είναι ότι ο Χριστός μίλησε περισσότερο για την κόλαση παρά για τον παράδεισο. Στο Ματθαίο μόνο μίλησε στα κεφάλαια ε:22, 29-30 στο ζ:19,  η:12,  ι:28,  ιγ:40-42,  ιη:8-9, κβ:13,  κγ:33,  κε:41, 46. Εντυπωσιακό δεν είναι; Γιατί άραγε; Επειδή αγαπάει τον άνθρωπο αληθινά. Και επειδή τον αγαπάει του μιλά και για πράγματα που μπορεί να μην είναι ευχάριστα, αλλά είναι αναγκαία.
Η ζωή δεν τελειώνει εδώ, συνεχίζει αιώνια. Η ερώτηση είναι που θα την περάσει ο άνθρωπος; Με το Θεό ή μακριά από το Θεό στην αιώνια κόλαση. Όταν αγαπάς πραγματικά κάποιον, και βλέπεις κάποιο κίνδυνο να πλησιάζει από μακριά, δε σε νοιάζει ούτε τι θα σκεφτεί ο άλλος, ούτε πως θα το διατυπώσεις, πας και του φωνάζεις «φύγε από εκεί».
Οι άνθρωποι που δεν είναι τακτοποιημένοι με το Θεό, πρέπει να προσέξουν την προειδοποίηση: Υπάρχει ένας δρόμος που φαίνεται στον άνθρωπο σωστός, αλλά τα τέλη του οδηγούν στο θάνατο (Παρ.ιδ:12). Και όσοι είναι του Χριστού πρέπει να δουν, να νοιώσουν την αγάπη του Χριστού, τα σπλάχνα του Χριστού για τον αμαρτωλό που τραβάει το δρόμο του και να προσπαθήσουν να τον βοηθήσουν.
Ο λόγος του Θεού λέει, αν δεις κάποιον να πλανιέται και τον φέρεις πίσω, ξέρεις τι έχεις κάνει; Σώζεις μια ψυχή από το θάνατο. Καλύπτεις με αυτό τον τρόπο, το πλήθος από τις αμαρτίες του. Όχι τις δικές σου, τις δικές του. Για τις  αμαρτίες του πλανεμένου μιλάει.
Μπορούμε εμείς να σώσουμε κάποια ψυχή; Όχι δεν μπορούμε. Τότε γιατί λέει: «Αδελφοί, εάν τις μεταξύ σας αποπλανηθή από της αληθείας, και επιστρέψη τις αυτόν, ας εξεύρη ότι ο επιστρέψας αμαρτωλόν από της πλάνης της οδού αυτού θέλει σώσει ψυχήν εκ θανάτου και θέλει καλύψει πλήθος αμαρτιών» Ιάκ.ε:19-20.
Ξέρετε τι λέει; Πως ο κυρίαρχος Θεός, αυτός που μόνος έχει την εξουσία να αλλάζει καρδιές, να οδηγεί τους ανθρώπους σε μετάνοια και συντριβή, τα κάνει όλα αυτά, χρησιμοποιώντας εμάς.
Σ’ εμάς είπε, «Πορευθέντες μαθητεύσατε». Πηγαίνετε σε όλο τον κόσμο και κηρύξτε το ευαγγέλιο σε όλη την κτίση. Εμείς είμαστε αυτοί που ακολουθώντας το παράδειγμα του Χριστού έχουμε τα μάτια και τις καρδιές μας ανοιχτές κάνοντας το δικό μας μέρος.
Σίγουρα ο Θεός είναι κυρίαρχος. Αυτός έχει την εξουσία και ξέρει σε τελευταία ανάλυση και ποιοι θα σωθούν. Η δική μας δουλειά είναι να αγαπάμε τους ανθρώπους, να τους σπλαχνιζόμαστε ώστε να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να τους φέρουμε κοντά στο Θεό.
Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το ζητήσουμε από το Θεό. Να μας βοηθήσει να πλατύνει την καρδιά μας, ώστε να χωρέσει κι άλλους ανθρώπους εκτός της οικογένειάς μας. Οι καρδιές μας είναι κλειστές. Έχουμε τα δικά μας προβλήματα, τα δικά μας άγχη, ή μπορεί να είμαστε απλά αδιάφοροι. Ό, τι και να είναι, η Εκκλησία του Χριστού, εμείς, παραμένουμε εδώ για να συνεχίσουμε το έργο του Χριστού, που ζητάει και σώζει το απολωλός.
Είναι τόσο σημαντικό να μη χαθεί μια ψυχή, που ο Χριστός πέθανε για τον καθένα ξεχωριστά. Και μας λέει «σώσε μια ψυχή από το θάνατο». Τρέξε, προσευχήσου, υπηρέτησε, μίλησε, ζήσε τη ζωή του Χριστού. Πρέπει να αποκτήσουμε πάλι πάθος και βάρος για ψυχές. Μόνο τότε θα αποκτήσουμε πραγματική εικόνα και διάσταση του γιατί μας αφήνει ο Θεός εδώ να ζούμε.
Η κυριαρχία του Θεού και η δική μας ευθύνη πάνε χέρι-χέρι: «ο δε δούλος του Κυρίου δεν πρέπει να μάχηται, αλλά να ήναι πράος προς πάντας, διδακτικός, ανεξίκακος, διδάσκων μετά πραότητος τους αντιφρονούντας, μήποτε δώση εις αυτούς ο Θεός μετάνοιαν, ώστε να γνωρίσωσι την αλήθειαν, και να ανανήψωσιν από της παγίδος του διαβόλου, υπό του οποίου είναι πεπαγιδευμένοι εις το θέλημα εκείνου»  Β’ Τιμ.β:24-26.
Σ’ αυτούς που αντιφρονούν, ο  Θεός πρέπει να δώσει μετάνοια για να ξεφύγουν από την παγίδα που έχουν πέσει. Πως το κάνει όμως; Στέλνοντας ανθρώπους που τους μιλάνε με πραότητα, χωρίς να τους πολεμάνε.
Και δεν χρειάζεται να πάμε μακριά. Στις οικογένειες μας να κοιτάξουμε, στις συγγένειες μας, στη δουλειά μας, στη γειτονιά στην πολυκατοικία μας, στην Εκκλησία μέσα.
Ο Ιωάννης γράφει στην πρώτη επιστολή του: «Εξ ημών εξήλθον, αλλά δεν ήσαν εξ ημών· διότι εάν ήσαν εξ ημών, ήθελον μένει μεθ' υμών· αλλά εξήλθον διά να φανερωθώσιν ότι δεν είναι πάντες εξ ημών» Α’  Ιωάν.β:19.
Μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι που ίσως κάποτε έκαναν και κάποια ομολογία, αλλά ήταν από ενθουσιασμό. Η γνησιότητα της πίστης τελικά στη ζωή αυτή φαίνεται από τη σταθερότητα, από τη συνέπεια, την πιστότητα στη μετέπειτα ζωή, από την επιμονή στην πίστη.
Πως μας πονάει όταν κάποιος δικός μας άνθρωπος δεν έχει ακολουθήσει το Χριστό; Έτσι πρέπει να πονάμε και για τους άλλους. Ώστε να παλέψουμε πνευματικά. Να προσευχηθούμε, να νηστέψουμε, να ζητήσουμε από το Θεό να βάλει βάρος στην καρδιά μας για ψυχές. Μια ψυχή αξίζει όσο όλος ο κόσμος. Και πρέπει να μετανοήσουμε γιατί η Εκκλησία του Χριστού είναι απορροφημένη από τις δικές της ανάγκες και προβλήματα και ξεχνάει το βασικό της σκοπό. Να συνεχίσει το έργο του Χριστού.
Περιγράφοντας τη διακονία του ο Παύλος έγραψε: «Διότι ελεύθερος ων πάντων εις πάντας εδούλωσα εμαυτόν, διά να κερδήσω τους πλειοτέρους· και έγεινα εις τους Ιουδαίους ως Ιουδαίος, διά να κερδήσω τους Ιουδαίους· εις τους υπό νόμον ως υπό νόμον, διά να κερδήσω τους υπό νόμον· εις τους ανόμους ως άνομος, μη ων άνομος εις τον Θεόν, αλλ' έννομος εις τον Χριστόν, διά να κερδήσω ανόμους· έγεινα εις τους ασθενείς ως ασθενής, διά να κερδήσω τους ασθενείς· εις πάντας έγεινα τα πάντα, διά να σώσω παντί τρόπω τινάς» Α’ Κορ. θ:19-22. Δεν τους σώζει ο Παύλος, ο Θεός σώζει. Χρησιμοποιεί εμάς όμως. Γι’ αυτό κάνει ότι περνάει από το χέρι του, σαν να εξαρτάται από τον ίδιο, ενώ τίποτα δεν εξαρτάται από τον άνθρωπο, ο Θεός πρέπει να χαρίσει μετάνοια.
Ο Θεός να κάνει έλεος στη ζωή μας, και να μας δώσει τα μάτια να δούμε την ανάγκη, την αξία και το μεγαλείο του να γλιτώνει μια ψυχή τον αιώνιο θάνατο. Να κάνει έλεος και να μας βάλει βάρος για τους ανθρώπους γύρω μας. Και να αλλάξουμε τη ζωή μας όσο χρειάζεται προκειμένου να ζήσουμε τα χρόνια μας εδώ στη γη, εκπληρώνοντας το βασικό σκοπό του Θεού για μας. Να τον γνωρίζουμε και να Τον κάνουμε γνωστό. Να μεγαλώνουμε πνευματικά, να γινόμαστε σαν το Χριστό και να μαρτυρούμε Χριστό. Να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας, για τη σωτηρία μιας ψυχής. Ξεκινώντας που αλλού; Από την Εκκλησία μέσα.
Γράφει στις Παρ.ια:30β: Όποιος κερδίζει ψυχές, είναι σοφός. Ελάτε να ζητήσουμε από το Θεό να μας κάνει σοφούς. Να αλλάξουμε τη ζωή μας όπου χρειαστεί. Αν θέλουμε να δούμε καρπό στην Εκκλησία, προσευχόμαστε για τα παιδιά του Κυριακού, για τα δικά μας παιδιά. Αν θέλουμε να δούμε καρπό, αν θέλουμε να δούμε καινούργιες γέννες, πρέπει πνευματικά να πονέσουμε για τους ανθρώπους. Δεν πονάμε. Δεν σπλαχνιζόμαστε. Νομίζουμε πως τα πράγματα θα γίνουν αυτόματα. Δεν γίνεται έτσι.