Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Δικαιοσύνη - Μια θεϊκή αρετή


Λέγοντας «δικαιοσύνη» δεν αναφερόμαστε βέβαια στη “δικαιοσύνη” των δικηγόρων και ποικίλων “δικολάβων”, σύμφωνα με τους οποίους πάντα το δίκιο είναι με το μέρος του “πελάτη” τους. Αν τούτη μπορεί να λέγεται “δικαιοσύνη” ή όχι είναι μια άλλη ιστορία, που δεν μας αφορά. Εδώ ενδιαφερόμαστε για τη ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ όπως αυτή αποκαλύπτεται στις σελίδες των Αγίων Γραφών.

Θεμελιώδης ιδιότητα του Θεού της Αγίας Γραφής είναι η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Αν και στο βιβλικό κείμενο ο πρώτος που παρουσιάζεται να ομολογεί τούτη την αλήθεια είναι ο Φαραώ, που παραδέχτηκε ότι «ο Κύριος είναι δίκαιος» (Έξοδ.θ:27), στην πραγματικότητα η αντίληψη αυτή υπάρχει βαθιά στην καρδιά των πιστών του Θεού από την αρχή, αφού ήδη ο Νώε επαινείται από το Θεό διότι ήταν «άνθρωπος δίκαιος, τέλειος μεταξύ των συγχρόνων αυτού» (Γεν.ς:9) και ο Αβραάμ θεωρεί δεδομένο ότι «ο κρίνων πάσαν την γην [εννοείται δικαίως] δεν θέλει κάμει κρίσιν;» (Γεν.ιη:25). Αλλά και ο Μωυσής στο Δευτερονόμιο ψάλλει: «Απόδοτε μεγαλωσύνην εις τον Θεόν ημών. Αυτός είναι ο Βράχος, τα έργα αυτού είναι τέλεια· διότι πάσαι αι οδοί αυτού είναι κρίσις· Θεός πιστός, και δεν υπάρχει αδικία εν αυτώ· δίκαιος και ευθύς είναι αυτός» (Ψαλμ.λβ:3-4).


Αλλά ο Θεός δεν αρκείται μόνο στο να είναι Εκείνος δίκαιος. Θέλει το ίδιο να συμβαίνει και με τους λατρευτές Του, το λαό Του. Έτσι βλέπουμε το Θεό να εμπιστεύεται τον Αβραάμ, επειδή «θέλει διατάξει προς τους υιούς αυτού, και προς τον οίκον αυτού, μεθ' εαυτόν και θέλουσιν φυλάξει την οδόν του Κυρίου, διά να πράττωσι δικαιοσύνην και κρίσιν», γεγονός που θα επέτρεπε στον Θεό «να επιφέρη επί τον Αβραάμ τα όσα ελάλησε προς αυτόν» (Γεν.ιη:19).

Η αρετή που κάνει ένα πρόσωπο να είναι δίκαιο είναι η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, δηλαδή η έμπρακτη προσαρμογή του ανθρώπου στο δίκαιο χαρακτήρα του Θεού. Από τα παλιά χρόνια ο Δαβίδ αναγνωρίζει και θεωρεί την δικαιοσύνη αναγκαίο στοιχείο του πιστού, γι’ αυτό και γράφει: «Κύριε, τις θέλει κατοικήσει εν τη σκηνή σου; τις θέλει κατοικήσει εν τω όρει τω αγίω σου; Ο περιπατών εν ακεραιότητι, και εργαζόμενος ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΝ, και λαλών αλήθειαν εν τη καρδία αυτού» (Ψαλμ.α:1-2). Και στον Ψαλμό 106 διαβάζουμε: «Μακάριοι οι φυλάττοντες κρίσιν, οι πράττοντες δικαιοσύνην εν παντί καιρώ» (εδ. 3). Και τούτη την αλήθεια θα τη βρούμε ξανά στο κλείσιμο της Καινής Διαθήκης, όπου ο απόστολος Πέτρος διαβεβαιώνει πως οι αληθινοί χριστιανοί πρόκειται «κατά την υπόσχεσιν αυτού» να κληρονομήσουν νέους ουρανούς και νέα γη, «εν οις δικαιοσύνη κατοικεί» (Β’ Πέτρ.γ:13).

Όταν για πρώτη φορά διαβάσαμε το Ευαγγέλιο, βρήκαμε εκεί το Χριστό να διακηρύττει: «Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην· διότι αυτοί θέλουσι χορτασθή» (Ματθ.ε:6). Ακόμη μάθαμε ότι «η βασιλεία του Θεού δεν είναι βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω· επειδή ο δουλεύων εν τούτοις τον Χριστόν, ευαρεστεί εις τον Θεόν, και ευδοκιμεί παρά τοις ανθρώποις» (Ρωμ.ιδ:17,19). Και διδαχθήκαμε το «Μη ομοζυγείτε με τους απίστους διότι τίνα μετοχήν έχει η δικαιοσύνη με την ανομίαν; τίνα δε κοινωνίαν το φως προς το σκότος;» (Β’ Κορ.ς:14).

Η δικαιοσύνη παντού προβάλλεται ως απαραίτητη αρετή που πρέπει να χαρακτηρίζει τους πιστούς. Ο Παύλος όταν περιγράφει την πανοπλία τού πιστού, μαζί με την περικεφαλαία της σωτηρίας ή την ασπίδα της πίστεως, προτρέπει: «σταθήτε λοιπόν περιεζωσμένοι την οσφύν σας με αλήθειαν, και ενδεδυμένοι τον θώρακα της δικαιοσύνης» (Εφεσ.ς:14).

Μάλιστα ο Πέτρος, εξηγώντας το λόγο για τον οποίο θυσιάστηκε ο Χριστός, βεβαιώνει ότι Εκείνος «τας αμαρτίας ημών αυτός εβάστασεν εν τω σώματι αυτού επί του ξύλου, διά να ζήσωμεν εν τη δικαιοσύνη αποθανόντες κατά τας αμαρτίας» (Α’ Πέτρ.β:24). Με άλλα λόγια η ζωή του χριστιανού ξεκινάει από μια δίψα για δικαιοσύνη, συνεχίζει με μια πορεία ζωής εν δικαιοσύνη, και καταλήγει σε νέα κατάσταση πραγμάτων όπου βασιλεύει η δικαιοσύνη.

Έτσι πιστέψαμε πως μέσα στην ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, οι πιστοί θα πρέπει να διακρίνονται από την θεία αρετή της δικαιοσύνης. Επιτέλους, ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς δήλωσε στους μαθητές Του – και δι’ αυτών σ’ εμάς – ότι «εάν μη περισσεύση η δικαιοσύνη σας πλειότερον της των γραμματέων και Φαρισαίων, δεν θέλετε εισέλθει εις την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ.ε:20).

Είναι απορίας άξιο, λοιπόν, πώς άνθρωποι που μελετούν τις Άγιες Γραφές δεν έχουν καταλάβει τούτη τη μεγάλη αλήθεια και σχεδόν καθόλου δεν ενδιαφέρονται να ζουν με τρόπο δίκαιο στις σχέσεις τους.

Υπάρχει βέβαια μια “θεολογική” δικαιολογία αυτής της πλάνης, επειδή πολλοί υπερτονίζουν το γεγονός ότι ο πιστός δικαιώνεται χάρη στο Χριστό, όμως αυτό σε τίποτα δεν αλλάζει την υποχρέωσή μας να ζούμε σαν τέκνα Θεού! Δεν είναι αλήθεια πως η σωτήρια χάρη του Θεού, που φανερώθηκε σε όλους τους ανθρώπους, μας διδάσκει «να αρνηθώμεν την ασέβειαν και τας κοσμικάς επιθυμίας, και να ζήσωμεν σωφρόνως και δικαίως και ευσεβώς εν τω παρόντι αιώνι, προσμένοντες την μακαρίαν ελπίδα, και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» (Τίτ.β:11-13);

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η ανθρώπινη ατέλεια ποτέ δε θα μας συστήσει ενώπιον του Θεού «εξ έργων δικαιοσύνης, τα οποία επράξαμεν ημείς», ωστόσο η πρόσκληση και εντολή για τη ζωή μας είναι: «Παραστήσατε εαυτούς εις τον Θεόν ως ζώντας εκ νεκρών,και τα μέλη σας όπλα δικαιοσύνης εις τον Θεόν» (Ρωμ.ς:13).

Και αν, βέβαια, τα παραπάνω ισχύουν για τους απλούς πιστούς, πόσο περισσότερο θα πρέπει να ισχύουν για εκείνους που θέλουν να λέγονται “πνευματικοί ηγέτες”, ώστε να είναι ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΤΕΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ!

Στην Επιστολή του Παύλου προς τον Τίτο διαβάζουμε: «Πρέπει ο επίσκοπος να ήναι ανέγκλητος, ως οικονόμος Θεού· μη αυθάδης, μη οργίλος, μη μέθυσος, μη πλήκτης, μη αισχροκερδής· αλλά φιλόξενος, φιλάγαθος, σώφρων, δίκαιος, όσιος, εγκρατής· προσκεκολλημένος εις τον πιστόν λόγον της διδασκαλίας, διά να ήναι δυνατός και να προτρέπη διά της υγιαινούσης διδασκαλίας, και να εξελέγχη τους αντιλέγοντας» (Τιτ.α:7-9).

Δυστυχώς δεν είναι ο τόπος ή το καθεστώς αλλά η καρδιά του καθενός ανθρώπου όπου εκδηλώνονται οι θείες αρετές. Κλασικό παράδειγμα από την βιβλική ιστορία προβάλλει η Ιερουσαλήμ, η πόλη που θα έπρεπε να είναι η δόξα και φήμη του Θεού, και η οποία έγινε ντροπή και καταισχύνη. Έτσι ο προφήτης Σοφονίας όχι μόνο παραδέχεται το κατάντημα της θρησκευτικής εκπροσώπησης της εποχής του, επίσης ομολογεί ότι η διαφθορά της ήταν τόση ώστε πλέον «ο διεφθαρμένος δεν γνωρίζει αισχύνην». Αντίθετα όμως από το ανθρώπινο κατάντημα, «ο Κύριος είναι δίκαιος εν μέσω αυτής· δεν θέλει κάμει αδικίαν· κατά πάσαν πρωΐαν φέρει την κρίσιν αυτού εις φως» (Σοφ.γ:5).

Τούτη η άσχημη κατάσταση, δυστυχώς, δεν έπαψε να υπάρχει ανά τους αιώνες ούτε στο χριστιανικό κατεστημένο, με όποια μορφή κι αν αυτό διαμορφώθηκε (είτε ως κλήρος είτε ως διοικήσεις σωμάτων λαϊκών).

Δυστυχώς, εκείνα από τα έργα της σαρκός που είναι “πανταχού παρόντα” ανάμεσα στους εκκλησιαστικούς κύκλους, δεν είναι «μοιχεία, πορνεία, ακαθαρσία, ασέλγεια, ειδωλολατρεία, φαρμακεία», αλλά «έχθραι, έριδες, ζηλοτυπίαι, θυμοί, μάχαι, διχοστασίαι, αιρέσεις, φθόνοι» (Γαλ.ε:19-21). Από τούτα τα τελευταία μεγάλη υπάρχει παραγωγή, με αποτέλεσμα ο λαός του Θεού να πάσχει όχι τόσο από εξωτερικούς κινδύνους αλλά από ανθρώπους «επισκοπούντες αναγκαστικώς, αισχροκερδώς, κατακυριεύοντες την κληρονομίαν του Θεού» (Α΄ Πέτρ.ε:2-3). Και είναι άξιο μεγάλης περιέργειας, πώς οι άνθρωποι αυτοί παραβλέπουν την προειδοποίηση της Αγίας Γραφής, «ότι οι τα τοιαύτα πράττοντες βασιλείαν Θεού δεν θέλουσι κληρονομήσει» (Γαλ.ε:21).

Και όλα αυτά αντίθετα από όσα προστάζει γι’ αυτούς ο Θεός, ότι δηλαδή ανάμεσα στις άλλες αρετές του ο επίσκοπος πρέπει «να ήναι άμεμπτος (...) ουχί αισχροκερδής· αλλ’ επιεικής, άμαχος, αφιλάργυρος» (Α’ Τιμ.γ:1-7).