Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2018

Γένεση (097)


Γέν.κδ:34-49

Ο υπηρέτης του Αβραάμ φέρνει μια καθαρή και σαφή μαρτυρία, αποκαλύπτοντας τον πατέρα και τον γιο. Μιλά για τον άπειρο πλούτο του πατέρα κι ότι αυτός έδωσε όλα τ’ αγαθά του στο γιο εξαιτίας του ότι είναι μονογενής και το αντικείμενο της αγάπης του πατέρα. Μ’ αυτή τη μαρτυρία ο υπηρέτης ζητά να κερδίσει τη νύμφη για το γιο. Ο Ελιέζερ προσπαθεί να κερδίσει την καρδιά της Ρεβέκκας μιλώντας για τον Ισαάκ. Ο Ιησούς-ο νυμφίος- είναι το μόνο πρόσωπο που πρέπει να στρέφουμε τις ψυχές που μιλάμε.

Μιλά στη Ρεβέκκα για ένα μακρινό πρόσωπο, και της αποκαλύπτει την ευτυχία που θα έχει αν γίνει ένα μ’ αυτό το πρόσωπο που είναι τόσο αγαπητό και τόσο ευνοημένο. Ότι ανήκει στον Ισαάκ, θα ανήκε και στη Ρεβέκκα απ’ τη στιγμή που θα γινόταν ένα μ’ αυτόν. Το ίδιο ισχύει για τον Χριστό: όταν μιλάμε για τον Κύριο, μιλάμε για τη δόξα Του, για την ωραιότητά Του, για την πληρότητα και τη χάρη Του, για τον ανεξιχνίαστο πλούτο Του, για την αξία του προσώπου Του και την τελειότητα του έργου του. Αυτή είναι πάντοτε η μαρτυρία του Πνεύματος. Και είναι μια λυδία λίθος για να δοκιμάζουμε κάθε είδος διδασκαλίας και κηρύγματος. Αν λοιπόν κάποιος υπηρετεί το ευαγγέλιο με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, θα έχει πάντοτε στη διακονία του, περισσότερο τον Κύριο από κάθε τι άλλο. Οι συλλογισμοί της ανθρώπινης λογικής δεν έχουν να κάνουν εδώ, εκτός αν κάποιος θέλει να φανερώνει τον εαυτό του.


Γέν.κδ:50-51 Και αποκριθέντες ο Λάβαν και ο Βαθουήλ, είπον, Παρά Κυρίου εξήλθε το πράγμα· ημείς δεν δυνάμεθα να σοι είπωμεν κακόν ή καλόν· ιδού, η Ρεβέκκα έμπροσθέν σου· λάβε αυτήν και ύπαγε· και ας ήναι γυνή του υιού του κυρίου σου, καθώς ελάλησεν ο Κύριος.

Ο Λάβαν και ο Βαθουήλ-πατέρας της Ρεβέκκας-αναγνωρίζουν ότι ο Θεός είναι μέσα σ’ όλα αυτά και συμφωνούν.

Γέν.κδ:52-57 Και ότε ήκουσεν ο δούλος του Αβραάμ τους λόγους αυτών, προσεκύνησεν έως εδάφους τον Κύριον. Και εκβαλών ο δούλος σκεύη αργυρά και σκεύη χρυσά και ενδύματα, έδωκεν εις την Ρεβέκκαν· έδωκεν έτι δώρα εις τον αδελφόν αυτής και εις την μητέρα αυτής. Και έφαγον και έπιον, αυτός και οι άνθρωποι οι μετ' αυτού, και διενυκτέρευσαν· και αφού εσηκώθησαν το πρωΐ, είπεν, Εξαποστείλατέ με προς τον κύριόν μου. Είπον δε ο αδελφός αυτής και η μήτηρ αυτής, Ας μείνη η κόρη μεθ' ημών ημέρας τινάς, τουλάχιστον δέκα· μετά ταύτα θέλει απέλθει. Και είπε προς αυτούς, Μη με κρατείτε, διότι ο Κύριος κατευώδωσε την οδόν μου· εξαποστείλατέ με να υπάγω προς τον κύριόν μου. Οι δε είπον, Ας καλέσωμεν την κόρην και ας ερωτήσωμεν την γνώμην αυτής.

Οι συγγενείς της Ρεβέκκας προσπαθούν να την κρατήσουν πίσω έστω και για 10 μέρες. Το ίδιο ο κόσμος σήμερα προσπαθεί να καθυστερήσει την εκκλησία να πάρει τη θέση που της ανήκει. Ο αριθμός 10 συμβολίζει τον κόσμο και τη θλίψη του κόσμου (Αποκ.β:10).

Αν η Ρεβέκκα είναι τύπος της νύμφης, της εκκλησίας της Αρπαγής, ο Λάβαν συμβολίζει τους αγίους της θλίψης, τους χλιαρούς γιατί όπως θα δούμε λάτρευε τον αληθινό Θεό, αλλά είχε και θεραφίμ. Ο Λάβαν λοιπόν και οι λοιποί χλιαροί θα προσπαθήσουν να κρατήσουν πίσω την εκκλησία.

Στο εδ.56 βλέπουμε την επιθυμία του Ελιέζερ να κάνει ακριβώς το θέλημα του Θεού. Οι εργάτες του Θεού δεν πρέπει ν’ αφήνουν τον κόσμο ή τη “θρησκεία” να γίνεται εμπόδιο ή να αλλοιώνει το κάλεσμα της νύμφης.

Γέν.κδ:58 Και εκάλεσαν την Ρεβέκκαν και είπον προς αυτήν, Υπάγεις μετά του ανθρώπου τούτου; Η δε είπεν, Υπάγω.

Εδώ θα δούμε το αποτέλεσμα της μαρτυρίας. Η αλήθεια και η πρακτική εφαρμογή της αλήθειας, είναι δύο πράγματα τελείως διαφορετικά. Όσο αφορά τη Ρεβέκκα, το αποτέλεσμα της μαρτυρίας που έδωσε ο Ελιέζερ είναι αποφασιστικό και πολύ θετικό. Άκουσε με τ’ αυτιά της, πίστεψε με την καρδιά της και αποσπάται από κάθε τι που την περιβάλει. Είναι έτοιμη ν’ αφήσει τα πάντα για να ακολουθήσει το σκοπό για τον οποίο καλέστηκε (Φιλιπ.γ:12-13).

Ήταν αδύνατον να πιστεύει ότι αυτή ήταν το αντικείμενο ενός τόσο ένδοξου προορισμού, και να εξακολουθεί να μένει εκεί όπου βρισκόταν πριν. Αν η μαρτυρία για το μέλλον της ήταν αληθινή, το να μένει συνδεμένη με το παρόν θα ήταν καθαρή τρέλα. Αν η ελπίδα να γίνει γυναίκα του Ισαάκ και συγκληρονόμος της περιουσίας του ήταν πραγματικότητα, το να εξακολουθεί να βόσκει τα πρόβατα του Λάβαν θα ήταν απ’ το μέρος της περιφρόνηση όλων αυτών που ο Θεός μέσα στη χάρη Του είχε στρώσει μπροστά της.

Όμως όχι, η ελπίδα που έχει μπροστά της είναι πάρα πολύ ένδοξη ώστε η Ρεβέκκα να μην την αφήσει τόσο επιπόλαια. Παίρνει λοιπόν μόνη της την απόφαση, χωρίς να την πιέσει κανείς και λέγει: “Υπάγω”!

Οι υπηρέτες του Θεού πρέπει να φέρουν τη νύμφη σ’ αυτό το σημείο της απόφασης: Θέλεις ή όχι ν’ ακολουθήσεις τον Ιησού; Θέλεις τον Χριστό ή τον κόσμο; Τον αγιασμό ή την αμαρτία; Τον Χριστό ή τον Αντίχριστο;

Η Ρεβέκκα ήθελε να κατακτηθεί και να γίνει γυναίκα του Ισαάκ πριν τον γνωρίσει. Μπορεί να μην είχε δει τον Ισαάκ, είχε δει όμως τον υπηρέτη του. Είδε την αφοσίωσή του, τα δώρα που της πρόσφερε και θα σκέφτηκε, αν ο υπηρέτης είναι έτσι, πώς θα είναι ο Κύριος! Ο κόσμος δεν μπορεί να δει το Θεό, βλέπει όμως εμάς. Ήθελε να πάρει τ’ όνομά του, να παραδώσει τον εαυτό της, τα σχέδιά της, τη ζωή της, το μέλλον της σ’ αυτόν. Να μοιραστεί τα πάντα μ’ εκείνον.

Δεν έχει δει τον Ισαάκ, ούτε την κληρονομιά. Το μόνο που έχει είναι η μαρτυρία του υπηρέτη και τα δώρα του αρραβώνα. Όμως, αυτά είναι αρκετά για την καρδιά της. Είναι έτοιμη να μπει σ’ ένα άγνωστο δρόμο συνοδευόμενη από εκείνον που της αποκάλυψε όλα αυτά τα θαυμάσια. Ξεχνάει κάθε τι παλιό κι επεκτείνεται στα έμπροσθεν (Φιλιπ.γ:13-14). Κι εμείς δεν ξέρουμε τι είναι εκεί που περιμένουμε να πάμε, όμως ο Θεός λέγει ότι «οφθαλμός δεν είδε, και ωτίον δεν ήκουσε, και εις καρδίαν ανθρώπου δεν ανέβησαν τα οποία ο Θεός ητοίμασεν εις τους αγαπώντας αυτόν».

Γέν.κδ:59,60 Και εξαπέστειλαν την Ρεβέκκαν την αδελφήν αυτών και την τροφόν αυτής, και τον δούλον του Αβραάμ και τους ανθρώπους αυτού. Και ευλόγησαν την Ρεβέκκαν και είπον προς αυτήν, Αδελφή ημών είσαι, είθε να γείνης εις χιλιάδας μυριάδων, και το σπέρμα σου να εξουσιάση τας πύλας των εχθρών αυτού

Η ευλογία που έδωσαν στην Ρεβέκκα ήταν μια προφητεία όμοια με την υπόσχεση που ο Θεός είχε δώσει για το σπέρμα του Αβραάμ. Σήμερα, ο διάβολος δεν έχει εξουσία πάνω μας γιατί μας καλύπτει το αίμα του Ιησού Χριστού. Καμιά φορά μπορεί να μας ξεγελάει και να μας ρίχνει, αλλά δεν μπορεί να ξεγελάσει το Θεό που μας βλέπει πάντα δια Ιησού Χριστού.

Γέν.κδ:61-63 Και εσηκώθη η Ρεβέκκα και αι θεράπαιναι αυτής, και εκάθισαν επί τας καμήλους, και υπήγον κατόπιν του ανθρώπου· και έλαβεν ο δούλος την Ρεβέκκαν και ανεχώρησεν. Ο δε Ισαάκ επέστρεφεν από του φρέατος Λαχαΐ-ροΐ· διότι κατώκει εν τη γη της μεσημβρίας. Και εξήλθεν ο Ισαάκ να προσευχηθή εν τη πεδιάδι περί το εσπέρας· και υψώσας τους οφθαλμούς αυτού, είδε, και ιδού, ήρχοντο κάμηλοι.

Η νύμφη ακολούθησε τον υπηρέτη για να τη φέρει στο νυμφίο. Το ταξίδι με τις καμήλες συμβολίζει τον καιρό της παροικίας μας εδώ.

Φρέαρ Λαχαϊ-Ροϊ, φρέαρ του ζώντος και βλέποντος (ις:14).

Ο Ισαάκ εξήλθε να προσευχηθεί. Όπως ο Κύριός μας, το βράδυ, μετά απ’ όλα τα γεγονότα της κάθε ημέρας ήθελε να βρίσκεται μόνος με τον Πατέρα. Ο Ισαάκ ήταν άνθρωπος που αγαπούσε και ζητούσε τον Κύριο. Είχε απαλή, ειρηνική καρδιά και ταπεινή φύση όπως ο Χριστός. Λίγο πριν έρθει το σκοτάδι, θα φανούν οι καμήλες με τη “Ρεβέκκα” και τον “Ελιέζερ”.

Γέν.κδ:64-66 και υψώσασα η Ρεβέκκα τους οφθαλμούς αυτής είδε τον Ισαάκ και κατεπήδησεν από της καμήλου. Διότι είχεν ειπεί προς τον δούλον, Τις είναι ο άνθρωπος εκείνος, ο ερχόμενος διά της πεδιάδος εις συνάντησιν ημών; Ο δε δούλος είχεν ειπεί, Είναι ο κύριός μου. Και αυτή λαβούσα την καλύπτραν, εσκεπάσθη. Και διηγήθη ο δούλος προς τον Ισαάκ πάντα όσα είχε πράξει.

Ύψωσε τους οφθαλμούς αυτής: Λουκ.κα:28

κατεπήδησεν από της καμήλου: είναι πάνω στην καμήλα, που σημαίνει ότι δεν πατάει στη γη. Είναι πάνω σε όντα που τη μεταφέρουν σε μια άλλη γη και μόλις βλέπει τον Ισαάκ, πηδάει από την καμήλα και πατάει στη γη του Ισαάκ, τη γη της επαγγελίας. Ο τελευταίος δεσμός της Ρεβέκκας με τον κόσμο ήταν αυτή η καμήλα. Όταν όμως πήδηξε απ’ αυτήν, βρέθηκε σε μια καινούρια γη, χαράς και ευφροσύνης. Το ίδιο θα γίνει την ώρα της Αρπαγής.

τίς άνθρωπος είναι εκείνος; Φαίνεται ότι γοητεύτηκε όπως εκείνοι οι δούλοι που είχαν σταλεί να κατασκοπεύσουν τον Κύριο, κι όταν γύρισαν είπαν ότι δεν έχουν ακούσει άλλο άνθρωπο να μιλάει όπως Αυτός.

εσκεπάσθη με την καλύπτρα: καλύπτρα ήταν το φαρδύ ρούχο που φορούσαν τότε, και ήταν σύμβολο κοσμιότητας για εκείνη την εποχή να είναι η γυναίκα σκεπασμένη μ’ αυτό. Η Ρεβέκκα λοιπόν δεν αναπαύτηκε στην ομορφιά της, ούτε βιάστηκε να τρέξει να τον δει ξεσκέπαστη, ξεδιάντροπα, αλλά με σεβασμό.

Η Ρεβέκκα γίνεται νύμφη του Ισαάκ κι αυτός την αγάπησε (Αποκ.α:5 & Ιωαν.ιγ:1-3).

σκηνή της μητρός του: η Ρεβέκκα πήρε τη θέση της Σάρρας. Αν δούμε τη Σάρρα σαν τύπο της πρώτης εκκλησίας και τη Ρεβέκκα της εκκλησίας των τελευταίων ημερών, η Ρεβέκκα παίρνει τη θέση της Σάρρας μέσα στις σκηνές του Ισαάκ.

Στην Αποκ.ιβ μας μιλάει ο λόγος του Θεού για την ορατή εκκλησία (Σάρρα) που γεννά τον Υιό Αρσεν (Ισαάκ) και μετά πεθαίνει. Τώρα ο τύπος του Υιού άρσεν μεταφέρεται απ’ τον Ισαάκ στη Ρεβέκκα κι ο Ισαάκ είναι τύπος του Χριστού που παρηγορείται για τη γυναίκα που χάθηκε επειδή έχει τη Ρεβέκκα.