Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ



«Ο Θεός είναι πνεύμα και οι προσκυνούντες αυτόν, εν πνεύματι και αληθεία πρέπει να προσκυνώσι» (Ιωάν.δ:24)

Για να συνεχίσουμε τη μελέτη μας για τον Ένα Θεό, είναι απαραίτητο να μάθουμε περισσότερα σχετικά με τη φύση του Θεού. Φυσικά ο πεπερασμένος νους μας δεν είναι σε θέση ν’ ανακαλύψει ή να κατανοήσει όλα όσα αφορούν στο Θεό, αλλά η Γραφή περιγράφει πολλά βασικά χαρακτηριστικά και ιδιότητες που κατέχει ο Θεός. Σ’ αυτό το κεφάλαιο θα εξετάσουμε μερικές από τις ιδιότητες του Θεού που Τον κάνουν αυτό που είναι - αυτές που αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της φύσης Του. Θα μελετήσουμε επίσης κάποιους από τους τρόπους με τους οποίους ο Θεός αποκάλυψε τη φύση Του στο ανθρώπινο γένος και ειδικότερα μέσω ορατών φανερώσεων.


Ο Θεός είναι Πνεύμα.

Ο Ιησούς διακήρυξε αυτή την αλήθεια στο Ιωάν.δ:24, την οποία η Γραφή φανερώνει με συνέπεια, από τη Γένεση α:2 («Και Πνεύμα Θεού εφέρετο επί της επιφανείας των υδάτων») μέχρι την Αποκάλυψη κβ:17 («Και το Πνεύμα και η νύμφη λέγουσιν Ελθέ»). Στο Εβρ.ιβ:9 ο Θεός ονομάζεται Πατέρας των πνευμάτων.

Τι είναι Πνεύμα; Είναι «ένα υπερφυσικό, άυλο, λογικό όν, αόρατο από τις ανθρώπινες υπάρξεις, το οποίο όμως έχει τη δυνατότητα να γίνεται ορατό, κατά τη θέλησή του...όν που έχει ασώματη ή άυλη φύση.» Η Εβραϊκή λέξη που μεταφράζεται πνεύμα είναι ρουάχ και έχει τη σημασία άνεμος, ανάσα, ζωή, θυμός, μη συμπαγές (στέρεο), μέρος του ουρανού, ή πνεύμα ενός λογικού όντος. Η ελληνική λέξη πνεύμα σημαίνει ρεύμα αέρος, ανάσα, δυνατή πνοή, ελαφρύ αεράκι, πνεύμα, ψυχή, βασική αρχή, υπέρτατη εξουσία, άγγελος, δαίμονας ή θεός. Οι τρεις αυτοί ορισμοί υπογραμμίζουν ότι ένα πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά (Λουκ.κδ:39.) Παράλληλα και ο Ιησούς τόνισε ότι το Πνεύμα του Θεού δεν έχει σάρκα και αίμα (Ματθ.ις:17). Έτσι, όταν η Γραφή λέει ότι ο Θεός είναι Πνεύμα, αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να Τον δουν ή να Τον αγγίξουν φυσικά. Σαν πνεύμα, είναι ένα νοήμον, υπερφυσικό όν που δεν έχει φυσικό σώμα.

Ο Θεός είναι αόρατος.

Αφού ο Θεός είναι Πνεύμα, είναι αόρατος εκτός αν διαλέξει να φανερώσει τον εαυτό Του με κάποια μορφή ορατή στον άνθρωπο. Ο Θεός είπε στο Μωυσή «Δεν δύνασαι να ιδείς το πρόσωπόν Μου, διότι άνθρωπος δεν θέλει με ιδεί και ζήσει» (Εξ.λγ:20). «Ουδείς είδε ποτέ τον Θεόν» (Ιωάν.α:18, Α’ Ιωάν.δ:12). Κανείς άνθρωπος δεν έχει δει ποτέ το Θεό, αλλά και κανείς δεν μπορεί να Τον δει (Α’ Τιμ.ς:16). Αρκετές φορές η Βίβλος περιγράφει το Θεό σαν αόρατο (Κολοσ.α:15, Α’ Τιμ.α:17, Εβρ.ια:27). Παρόλο που ο άνθρωπος μπορεί να δει το Θεό όταν Αυτός παρουσιάζεται με διάφορες μορφές, κανείς δεν μπορεί να δει απευθείας το αόρατο πνεύμα του Θεού.

Ο Θεός είναι πανταχού παρών.

Επειδή ο Θεός είναι Πνεύμα, μπορεί να βρίσκεται παντού την ίδια στιγμή. Είναι το μόνο Πνεύμα που είναι πραγματικά πανταχού παρόν, γιατί όλα τα άλλα πνευματικά όντα όπως τα δαιμόνια, οι άγγελοι και ο ίδιος ο Σατανάς περιορίζονται να βρίσκονται σε συγκεκριμένα μέρη κάθε στιγμή (Μαρκ.ε:10, Ιουδ.ς, Αποκ.κ:1-3).

Παρόλο που ο Θεός είναι πανταχού παρών, δεν μπορεί να ταυτιστεί με τη φύση, την ύλη ή τις κοσμικές δυνάμεις (πράγμα το οποίο θα ήταν πανθεϊσμός), επειδή Αυτός είναι ξεχωριστή προσωπικότητα με νοημοσύνη.

Ο Σολομών αναγνώρισε την πανταχού παρουσία του Θεού στην προσευχή για την αφιέρωση του ναού, λέγοντας «Ιδού, ο ουρανός και ο ουρανός των ουρανών δεν είναι ικανοί να σε χωρέσωσι» (Α’ Βασ.η:27, δες Β’ Χρον.β:6, ς:18). Ο Θεός διακήρυξε την πανταχού παρουσία Του με τα λόγια: «Ο ουρανός είναι θρόνος μου και η γη υποπόδιον των ποδών μου « (Ησ.ξς:1, δες επίσης Πρ.ζ:49). Ο Παύλος κήρυξε ότι ο Κύριος «δεν είναι μακράν από ενός εκάστου ημών, διότι εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και υπάρχωμεν» (Πρ.ιζ:27-28). Η πιο θαυμάσια, ίσως, περιγραφή της πανταχού παρουσίας του Θεού βρίσκεται στους Ψαλμούς ρλθ:7-13: «Που να υπάγω από του πνεύματός Σου; και από του προσώπου Σου που να φύγω; Εάν αναβώ εις τον ουρανόν, είσαι εκεί. Εάν πλαγιάσω εις τον άδην, ιδού συ. Εάν λάβω τάς πτέρυγας της αυγής και κατοικήσω εις τα έσχατα της θαλάσσης, και εκεί θέλει με οδηγήσει η χειρ σου, και η δεξιά σου θέλει με κρατεί. Εάν είπω, αλλά το σκότος θέλει με σκεπάσει, και η νύξ θέλει είσθαι φως περί εμέ και αυτό το σκότος δεν σκεπάζει ουδέν από σου και η νύξ λάμπει ως η ημέρα, εις σε το σκότος είναι ως το φως. Διότι συ εμόρφωσας τους νεφρούς μου, με περιετύλιξας εν τη κοιλία της μητρός μου».

Εφόσον ο Θεός είναι πανταχού παρών, γιατί η Βίβλος μας λέει ότι βρίσκεται στον ουρανό; Υπάρχουν αρκετοί λόγοι.

1.   Αυτό μας διδάσκει ότι ο Θεός είναι υπερβατικός. Με άλλα λόγια, είναι πέρα από την ανθρώπινη διάνοια και δεν περιορίζεται στη γη.
2.   Αναφέρεται στο κέντρο των αποφάσεων και των ενεργειών του Θεού - στο «στρατηγείο» του, θα μπορούσαμε να πούμε.
3.   Αναφέρεται, επίσης, στην άμεση παρουσία του Θεού, δηλ. στην πληρότητα της δόξας και της εξουσίας Του, την οποία κανείς θνητός άνθρωπος δεν μπορεί να δει και να παραμείνει ζωντανός (Εξ.λγ:20).
4.   Ακόμα, μπορεί να αναφέρεται στην ορατή, από τους αγγέλους στον ουρανό, φανέρωση του Θεού. Δεν σημαίνει ότι ο Θεός δεν είναι πανταχού παρών, ότι περιορίζεται σ’ ένα μέρος ή μέσα σ’ ένα σώμα.

Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν η Βίβλος λέει ότι ο Θεός ήρθε στη γη ή φανερώθηκε σ’ ένα άνθρωπο, αυτό δεν αναιρεί την πανταχού παρουσία Του. Απλά σημαίνει ότι το κέντρο των ενεργειών Του έχει μετατοπιστεί στη γη τουλάχιστον όσο αφορά σ’ ένα συγκεκριμένο άτομο ή κατάσταση. Όταν ο Θεός ήρθε στη γη, ο ουρανός δεν έμεινε άδειος. Βρίσκεται στον ουρανό το ίδιο όπως και στη γη, συνέχεια. Μπορεί να ενεργήσει ταυτόχρονα στον ουρανό και στη γη, ή σε διαφορετικά μέρη πάνω στη γη. Είναι πολύ σημαντικό το ν’ αναγνωρίζουμε το μεγαλείο της πανταχού παρουσίας του Θεού και να μην το περιορίζουμε εξαιτίας της δικής μας ανθρώπινης εμπειρίας.

Έχει σώμα ο Θεός;

Εφόσον ο Θεός είναι αόρατο Πνεύμα και είναι πανταχού παρών δεν έχει, φυσικά, σώμα όπως εμείς ξέρουμε. Έλαβε διάφορες μορφές και προσωρινές φανερώσεις στην Π. Διαθήκη για να γίνει ορατός στον άνθρωπο. (Δες το υποκεφάλαιο για τις φανερώσεις του Θεού, παρακάτω στο ίδιο κεφάλαιο). Ωστόσο η Γραφή δεν αναφέρει καμία μόνιμη σωματική φανέρωση του Θεού μέχρι τη γέννηση του Ιησού Χριστού. Φυσικά, στο Χριστό, ο Θεός βρήκε ένα ανθρώπινο σώμα και τώρα έχει ένα δοξασμένο, άφθαρτο ανθρώπινο σώμα.

Πέρα από τις προσωρινές φανερώσεις του Θεού και την αποκάλυψη του Θεού εν Χριστώ στη Καινή Διαθήκη, πιστεύουμε ότι οι Βιβλικές αναφορές στα μάτια, χέρια, βραχίονες, πόδια, καρδιά, και άλλα μέρη του σώματος του Θεού αποτελούν παραδείγματα μεταφορικού λόγου ή ανθρωπομορφισμών (απόδοση του μη ανθρώπινου με ανθρώπινους όρους ώστε ο άνθρωπος να μπορέσει να εννοήσει).

Με άλλα λόγια, η Βίβλος περιγράφει τον άπειρο Θεό με πεπερασμένους, ανθρώπινους όρους για να μπορέσουμε εμείς να Τον κατανοήσουμε καλύτερα. Για παράδειγμα, η καρδιά του Θεού δηλώνει τη διάνοια και τα συναισθήματά Του και όχι το όργανο που στέλνει το αίμα σ’ ολόκληρο το σώμα (Γεν.ς:6, η:21). Όταν ο Θεός λέει ότι ο ουρανός είναι ο θρόνος Του και η γη υποπόδιο Του, αναφέρεται στην πανταχού παρουσία Του κι όχι κυριολεκτικά σ’ ένα ζευγάρι πόδια που ακουμπούν πάνω στη γη (Ησ.ξς:1). Όταν ο Θεός λέει ότι η δεξιά Του στερέωσε τους ουρανούς, μιλάει για τη μεγάλη Του δύναμη κι όχι για ένα τεράστιο χέρι που απλώνεται μέσα απ’ την ατμόσφαιρα (Ησ.μη:13). «Οι οφθαλμοί του Κυρίου είναι εν παντί τόπω», αυτό δεν σημαίνει ότι ο Θεός έχει φυσικά μάτια που βλέπουν παντού αλλά δηλώνει ότι Αυτός είναι πανταχού παρών και γνωρίζει τα πάντα (Παροιμ.ιε:3). Όταν ο Ιησούς εξέβαλε δαιμόνια με το δάκτυλο του Θεού, δεν κατέβασε ένα γιγάντιο δάκτυλο από τον ουρανό, αλλά εξάσκησε τη δύναμη του Θεού (Λουκ. ια:20). Η πνοή των μυκτήρων του Θεού δεν είναι στην κυριολεξία μόρια σκόνης που εξέρχονται από τεράστιους θεϊκούς μυκτήρες, αλλά ο δυνατός ανατολικός άνεμος που στάλθηκε από το Θεό για να χωρίσει στα δύο την Ερυθρά θάλασσα (Εξ.ιε:8, ιδ:21). Στην πραγματικότητα, η κατά γράμμα ερμηνεία όλων των εικόνων και των φυσικών περιγραφών του Θεού θα οδηγούσε στην πίστη ότι ο Θεός έχει φτερά (Ψαλ.91:4).

Ανακεφαλαιώνοντας, πιστεύουμε ότι ο Θεός σαν Πνεύμα δεν έχει σώμα, εκτός αν διαλέγει να αποκαλυφθεί με σωματική μορφή, το οποίο συνέβη στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. (Δες κεφ.5).

Μερικοί ισχυρίζονται ότι ο Θεός στην Π. Διαθήκη είχε ένα πνευματικό σώμα ορατό από άλλα πνευματικά όντα, όπως ήταν οι άγγελοι. Αυτό το υποθέτουν επειδή το ανθρώπινο πνεύμα φαίνεται να έχει μια μορφή που μπορεί ν’ αναγνωριστεί, ορατή από άλλα πνεύματα (Λουκ.ις:22-31) και επειδή μερικά εδάφια υπονοούν ότι οι άγγελοι κι ο Σατανάς μπορούσαν να δουν κάποια ορατή φανέρωση του Θεού στην Π. Διαθήκη (Α’Βασ.κβ:19-22, Ιώβ α:6). Ωστόσο, ο Θεός δεν είχε ανάγκη ένα πνευματικό σώμα για να επιτύχει αυτό, επειδή μπορούσε να αποκαλύψει τον εαυτό Του σε διάφορες περιπτώσεις και καιρούς και σε άλλα πνεύματα, όπως ακριβώς έκανε στον άνθρωπο. Ένα εδάφιο-κλειδί της Γραφής το οποίο υποδηλώνει ότι ο Θεός ΔΕΝ είναι ορατός ακόμα και σε πνευματικά όντα, εκτός κι αν Αυτός θελήσει να φανερώσει τον εαυτό Του με κάποιο τρόπο: «Ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί... εφάνη εις αγγέλους» (Α’ Τιμ.γ:16). Τουλάχιστον, αν πραγματικά ο Θεός έχει κάποιου είδους πνευματικό σώμα, δεν μπορεί, φυσικά, να περιοριστεί σ’ αυτό, όπως άλλα πνευματικά δημιουργήματα είναι περιορισμένα στα σώματά τους, γιατί τότε δεν είναι αληθινά πανταχού παρών. Για παράδειγμα, η πανταχού παρουσία του Θεού σημαίνει ότι μπορεί να εμφανιστεί ταυτόχρονα στους ανθρώπους στη γη και στους αγγέλους στον ουρανό. Ακόμα, πρέπει να κατανοήσουμε ότι στην Κ. Διαθήκη διάλεξε να φανερώσει πλήρως τον εαυτό Του μέσω του Ιησού Χριστού (Κολ.β:9). Δεν μπορούμε, σε καμιά περίπτωση, να ξεχωρίσουμε το Θεό από τον Ιησού και δεν μπορούμε να δούμε το Θεό πουθενά αλλού εκτός «εν Ιησού Χριστώ».

Ο Θεός είναι Παντογνώστης.

Ο Ψαλμός ρλθ:1-6 μας διδάσκει ότι ο Θεός γνωρίζει τα πάντα, ακόμα και τις κινήσεις μας, τις σκέψεις, τις οδούς, τους τρόπους και τα λόγια μας. Ο Ιώβ ομολόγησε, «Εξεύρω ότι δύνασαι τα πάντα και ουδείς στοχασμός σου δύναται να εμποδισθή» (Ιώβ μβ:2). Ο Θεός έχει τέλεια γνώση των πάντων και προγνωρίζει το μέλλον (Πρ.β:23). Η παντογνωσία, όπως η πανταχού παρουσία, είναι μια ιδιότητα που ανήκει αποκλειστικά στο Θεό. Αυτός είναι «ο μόνος σοφός Θεός» (Α’ Τιμ.α:17). Η Γραφή δεν αναγνωρίζει κανένα άλλο όν (συμπεριλαμβανομένου και του Σατανά), το οποίο να μπορεί να διαβάζει όλες τις σκέψεις του ανθρώπου, να προβλέπει το μέλλον με ακρίβεια, ή να γνωρίζει τα πάντα.

Ο Θεός είναι Παντοδύναμος.

Ο Θεός ονομάζει τον εαυτό Του Παντοδύναμο (Παντοκράτορα) πολλές φορές μέσα στη Βίβλο (Γεν.ιζ:1,  λε:11, κ.λ.π). Αυτός κατέχει όλη τη δύναμη που υπάρχει και κανένα πλάσμα δεν μπορεί να ασκήσει καμία εξουσία αν δεν το επιτρέψει ο Θεός (Ρωμ. ιγ:1). Πάλι, μόνο ο Θεός είναι Παντοδύναμος, γιατί ένα και μοναδικό όν μπορεί να κατέχει αποκλειστικά κάθε εξουσία. Στην Α’ Τιμ. ς:15 ο Θεός χαρακτηρίζεται ως «ο μακάριος και μόνος Δεσπότης, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων.» Οι άγιοι του Θεού στον ουρανό θα αλαλάζουν: «Αλληλούια, διότι εβασίλευσε Κύριος ο Θεός ο Παντοκράτωρ» (Αποκ. ιθ:6). Ο Θεός περιγράφει θαυμαστά το μεγαλείο της παντοδυναμίας Του στον Ιώβ, κεφάλαια 38-41.

Οι μόνοι περιορισμοί που ισχύουν για το Θεό είναι αυτοί που ο ίδιος θέτει με τη θέλησή Του ή όσοι απορρέουν από το χαρακτήρα Του. Εφόσον είναι άγιος και αποχωρισμένος από την αμαρτία, σέβεται τους ηθικούς περιορισμούς που ο ίδιος έχει θεσπίσει. Επομένως, είναι αδύνατο για το Θεό να ψευστεί ή να αντιφάσκει με τον ίδιο Του το λόγο (Τίτ.α:2, Εβρ.ς:18).

Ο Θεός είναι αιώνιος.

Ο Θεός είναι αιώνιος, αθάνατος και άφθαρτος (Δευτ.λγ:27  Ησ.θ:6  Α’ Τιμ. α:17). Είναι ο πρώτος και ο έσχατος (Ησ.μδ:6). Δεν είχε αρχή και δεν θα έχει τέλος. Όλα τα άλλα πνευματικά όντα, όπως κι ο άνθρωπος, είναι αθάνατα όσον αφορά το μέλλον, αλλά μόνο ο Θεός είναι αιώνιος στο παρελθόν και στο μέλλον.

Ο Θεός είναι αναλλοίωτος (αμετάβλητος).

Ο χαρακτήρας του Θεού και οι ιδιότητές Του δεν μεταβάλλονται ποτέ: «Εγώ είμαι ο Κύριος, δεν αλλοιούμαι» (Μαλ.γ:6). Είναι αλήθεια ότι ο Θεός μεταμελείται μερικές φορές (αλλάζει τα σχέδιά Του για τον άνθρωπο), αλλά αυτό συμβαίνει μόνο και μόνο επειδή ο ίδιος ο άνθρωπος αλλάζει τις αποφάσεις του. Η φύση του Θεού παραμένει η ίδια και μόνο τα μελλοντικά Του σχέδια μεταβάλλονται ανάλογα με τις αλλαγές που γίνονται από τη μεριά του ανθρώπου. Για παράδειγμα, η μετάνοια των κατοίκων της Νινευή έκανε το Θεό ν’ αλλάξει το σχέδιο Του για καταστροφή της πόλης (Ιωνάς γ:10). Επίσης, η Γραφή αναφέρει κάποιες φορές ότι ο Θεός μεταμελήθηκε με την έννοια ότι λυπήθηκε ή στεναχωρήθηκε κυρίως κι όχι με την έννοια ότι άλλαξε τις αποφάσεις Του (Γεν.ς:6).

Ο Θεός είναι μια ξεχωριστή, λογική προσωπικότητα.

Ο Θεός είναι ένα σοφό Ον με ατομική θέληση (Ρωμ.θ:19) και λογική ικανότητα (Ησ.α:18). Έχει σοφό νου (Ρωμ.ια:33-34). Το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι ένα συναισθηματικό πλάσμα φανερώνει ότι και ο Θεός έχει συναισθήματα, γιατί ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο κατά την εικόνα Του (Γεν.α:27). Το βασικό συναισθηματικό στοιχείο της φύσης του Θεού είναι η αγάπη, ωστόσο έχει και άλλα πολλά συναισθήματα όπως ικανοποίηση, οίκτος ή ευσπλαχνία, μίσος για την αμαρτία και ζήλο για τη δικαιοσύνη (Ψαλμ.ιη:19, Ψαλμ.ργ:13, Παρ.ς:16, Εξ.κ:5). Είναι αργός στο να θυμώνει, αλλά μπορεί να εξοργιστεί (Ψαλμ.ργ:8, Δευτ.δ:25). Ο Θεός μπορεί να λυπηθεί (Γεν.ς:6) και να ευλογηθεί (Ψαλμ.ργ:1). Φυσικά, τα συναισθήματά Του υπερβαίνουν τα δικά μας, αλλά για να Τον περιγράψουμε πρέπει να χρησιμοποιήσουμε όρους που να εκφράζουν τα ανθρώπινα συναισθήματα. (Για περισσότερες αποδείξεις ότι ο Θεός είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα με λογική, δες τα όσα αναφέρονται σ’ αυτό το κεφάλαιο για την παντογνωσία του Θεού και τις ηθικές Του ιδιότητες.)

Οι ηθικές ιδιότητες του Θεού.

«Ο Θεός είναι αγάπη» (Α’ Ιωάν.δ:8, 16). Η αγάπη είναι η ουσία του Θεού, είναι η ίδια Του η φύση. Έχει και άλλες αρετές και ιδιότητες, πολλές από τις οποίες απορρέουν από την αγάπη Του.

Ο ηθικός χαρακτήρας του Θεού

Αγάπη 
Α’ Ιωάν.δ:8
Χρηστότητα 
Ρωμ.β:4
Φως 
Α’ Ιωάν.α:5
Τελειότητα 
Ματθ.ε:48
Αγιότητα
Α’ Πέτρ.α:16
Ευθύτητα
Ησ.με:21
Έλεος
Ψαλμ.ργ:8
Αλήθεια
Ιωαν.ιζ:17
Αγαθότητα
Ψαλμ.ιη:35
Χάρη
Ψαλμ.ργ:8
Δικαιοσύνη
Ψαλμ.ρκθ:4
Πιστότητα
Α’ Κορ.ι:13

Αυτές οι ιδιότητες του Θεού δεν αναιρούν η μία την άλλη αλλά εκδηλώνονται αρμονικά. Για παράδειγμα, η αγιότητα του Θεού απαίτησε τον άμεσο αποχωρισμό του ανθρώπου από το Θεό όταν αυτός αμάρτησε. Μετά, η ευθύτητα και η δικαιοσύνη του Θεού απαίτησαν το θάνατο σαν μισθό της αμαρτίας, αλλά η αγάπη και το έλεος του Θεού ζήτησαν τη συγχώρεση. Ο Θεός ικανοποίησε τη δικαιοσύνη και το έλεός Του, συγχρόνως, με το θάνατο του Χριστού στο Γολγοθά και το σχέδιο της σωτηρίας, το οποίο ακολούθησε.

Απολαμβάνουμε τα οφέλη του ελέους του Θεού όταν δεχόμαστε το εξιλεωτικό έργο του Χριστού στη ζωή μας «δια πίστεως». Όταν δεχόμαστε και υπακούμε με πίστη στο σχέδιο της σωτηρίας, ο Θεός αποδίδει σε μας τη δικαιοσύνη του Χριστού (Ρωμ.γ:21, ε:21). Έτσι, ο Θεός μπορεί, δίκαια, να συγχωρεί τις αμαρτίες μας και να αποκαθιστά την κοινωνία μας μαζί Του χωρίς να παραβιάζει την αγιότητά Του.

Ο θάνατος του αθώου, αναμάρτητου Χριστού και η φανέρωση της δικαιοσύνης του Χριστού σε μας, ικανοποιεί τη δικαιοσύνη και την αγιότητα του Θεού. Αν, ωστόσο, αρνηθούμε την εξιλέωση του Χριστού, μένουμε ν’ αντιμετωπίσουμε μόνοι μας την κρίση του Θεού. Σ’ αυτή την περίπτωση η αγιότητά Του απαιτεί τον ξεχωρισμό από τον αμαρτωλό άνθρωπο και η δικαιοσύνη Του απαιτεί το θάνατο του αμαρτωλού. Έτσι, η δικαιοσύνη και το έλεος του Θεού συμπληρώνουν το ένα το άλλο και δεν αλληλοαναιρούνται. Είναι δύο πλευρές του χαρακτήρα του Θεού που εκδηλώνονται αρμονικά, όπως η αγιότητα και η αγάπη Του. Εάν αποδεχθούμε την αγάπη και το έλεος του Θεού, Αυτός θα μας βοηθήσει να ικανοποιήσουμε τη δικαιοσύνη και την αγιότητά Του. Εάν, όμως, αρνηθούμε την αγάπη και το έλεος του Θεού θα πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε τη δικαιοσύνη και την αγιότητά Του μόνοι μας (Ρωμ.ια:22).

Φυσικά, οι αρετές του Θεού δεν εξαντλούνται με τον παραπάνω κατάλογο. Ο Θεός είναι υπερβατικός και κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να τον κατανοήσει τέλεια.

«Διότι αι βουλαί μου δεν είναι βουλαί υμών, ουδέ οδοί υμών αι οδοί μου, λέγει ΚΥΡΙΟΣ. Άλλ’ όσον είναι υψηλοί οι ουρανοί από της γης, ούτως αι οδοί μου είναι υψηλότεροι των οδών υμών, και αι βουλαί μου των βουλών υμών» (Ησ.με:8-9).

«Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! Πόσον ανεξερεύνητοι είναι αι κρίσεις αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού! Διότι «τις εγνώρισεν τον νουν του Κυρίου; ή τις έγεινεν σύμβουλος αυτού;» (Ρωμ.ια:33-34).

Φανερώσεις του θεού.

Ένας τρόπος με τον οποίο ο Θεός αποκάλυψε τον εαυτό Του στην Π. Διαθήκη και ασχολήθηκε με τον άνθρωπο, κατεβαίνοντας στο επίπεδο του ανθρώπου, ήταν μέσω των φανερώσεών Του. Μια φανέρωση του Θεού είναι μία ορατή φανέρωσή Του και συνήθως είναι προσωρινή, ως προς τη φύση της. Όπως είδαμε, ο Θεός είναι αόρατος στον άνθρωπο. Για να γίνει ορατός, παρουσιάζεται με μια φυσική μορφή. Παρόλο που κανείς δεν μπορεί να δει το Πνεύμα του Θεού, μπορούμε να δούμε μια έκφραση του Θεού. Παρακάτω, θα δούμε μερικούς τρόπους με τους οποίους ο Θεός διάλεξε να φανερώσει τον εαυτό Του στην Π. Δ.

Ο Θεός εμφανίστηκε στον Αβραάμ σε ένα όραμα, σαν «κάμινος καπνίζουσα και λαμπάς πυρός» και σαν ένας άνδρας (Γεν.ιε:1, ιε:17, ιη:1-33). Σ’ αυτή την τελευταία περίσταση, ο Θεός και δύο άγγελοι παρουσιάστηκαν με τη μορφή τριών ανδρών (ιη:2) και έφαγαν την τροφή που τους πρόσφερε ο Αβραάμ. Οι δύο άγγελοι έφυγαν για τα Σόδομα ενώ ο Θεός παρέμεινε να μιλήσει με τον Αβραάμ (Γεν.ιη:22, ιθ:1).

Ο Θεός παρουσιάστηκε στον Ιακώβ σ’ ένα όνειρο, σαν ένας άνδρας (Γεν.κη:12-16, λβ:24-32). Σε μια μεταγενέστερη περίσταση ο Ιακώβ πάλεψε με τον άνδρα και ομολόγησε «Είδον τον Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον». Η Βίβλος επίσης περιγράφει αυτή τη φανέρωση σαν «ο άγγελος» (Ωσηέ ιβ:4).

Ο Θεός εμφανίστηκε στο Μωυσή μέσα από τη νεφέλη δόξας και φωτιάς στο όρος Σινά, μίλησε μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο στη σκηνή του Μαρτυρίου και του αποκάλυψε «τα οπίσω Του» (μέρος της δόξας Του), αλλά όχι το πρόσωπό Του (όλη τη δόξα Του) (Εξ.κδ:12-18, λγ:9-11, λγ:18-23). Αυτές οι αναφορές στο πρόσωπο και τη δόξα του Θεού είναι, πιθανά, μεταφορικές εκφράσεις για την παρουσία του Θεού και μπορεί να ισχύουν για πολλούς διαφορετικούς τρόπους φανέρωσης του Θεού.

Ο Θεός αποκάλυψε τον εαυτό Του μπροστά σ’ όλο το λαό Ισραήλ με κεραυνό, αστραπές, μία νεφέλη, μια φωνή από σάλπιγγα, καπνό, φωτιά και σεισμούς (Εξ.ιθ:11-19, Δευτ.ε:4-5, 22-27). Έδειξε επίσης τη δόξα Του και έστειλε φωτιά από την παρουσία Του μπροστά στα μάτια όλου του Ισραήλ (Λευιτ.θ:23-24, ι:1-2).

Ο Ιώβ είδε το Θεό σ’ ένα ανεμοστρόβιλο (Ιώβ λη:1, μβ:5).

Αρκετοί προφήτες είδαν σε οράσεις το Θεό (Ησ.ς, Ιεζ.α:26-28, η:1-4, Δαν.ζ:2, 9, Αμώς θ:1). Στον Ιεζεκιήλ παρουσιάστηκε με τη μορφή ενός άνδρα που τον περιέβαλε φωτιά. Στον Δανιήλ παρουσιάστηκε σε μια νυχτερινή όραση σαν ο Παλαιός των Ημερών. Πολλά άλλα εδάφια της Γραφής μας λένε ότι ο Θεός φανερώθηκε σε κάποιον αλλά δεν μας περιγράφουν και τον τρόπο με τον οποίο έγινε αυτό. Για παράδειγμα ο Θεός εμφανίστηκε στον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ και τον Σαμουήλ ( Γεν.ιβ:7, ιζ:1, κς:2, κδ, λε:9-15, Α’ Σαμ.γ:21). Με τον ίδιο τρόπο, ο Θεός κατέβηκε στο όρος Σινά και στάθηκε με το Μωυσή, αποκάλυψε τον εαυτό Του στους 74 ηγέτες του Ισραήλ, κατέβηκε σε μια νεφέλη και στάθηκε μπροστά στο Μωυσή, τον Ααρών και τη Μαριάμ, ήρθε τη νύχτα στο Βαλαάμ και συνάντησε το Βαλαάμ σε δύο ακόμα περιπτώσεις (Εξ. λδ:5, κδ:9-11, Αριθμ.ιβ:4-9, κγ:3-10, 16-24).

Εκτός από αυτές τις φανερώσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, η Γραφή αναφέρει κι άλλες και πολλοί πιστεύουν ότι ήταν ο ίδιος ο Θεός. Στον Ιησού του Ναυή ε:13-15, ένας άνδρας με ρομφαία παρουσιάστηκε στον Ιησού και δήλωσε ότι είναι «αρχιστράτηγος της δυνάμεως του ΚΥΡΙΟΥ». Αυτός ο τίτλος και το γεγονός ότι δεν επιτίμησε τον Ιησού για τη λατρεία που του απέδωσε (αντίθετα με την Αποκάλυψη ιθ:9-10, κβ:8-10) υποδηλώνουν ότι ήταν αληθινά μια φανέρωση του Θεού. Από την άλλη πλευρά, οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται σ’ αυτό το απόσπασμα αφήνουν ανοικτή την πιθανότητα να μην προσκύνησε τον άγγελο, αλλά το Θεό για την εμφάνιση αυτού του αγγέλου.

Ο άγγελος του Κυρίου (Γιάχβε).

Μερικές από τις εμφανίσεις «του αγγέλου του ΚΥΡΙΟΥ» που αναφέρονται, πιθανότατα ήταν φανερώσεις του Θεού. Ο άγγελος του ΚΥΡΙΟΥ παρουσιάστηκε στην Άγαρ, της μίλησε σαν να ήταν ο Θεός και η Άγαρ τον αποκάλεσε Θεό (Γεν.ις:7-13). Η Βίβλος αναφέρει ότι ο άγγελος του ΚΥΡΙΟΥ εμφανίστηκε στο Μωυσή στη φλεγόμενη βάτο, αλλά μετά διαβάζουμε ότι ήταν ο Θεός που μίλησε στο Μωυσή, σ’ αυτή την περίπτωση (Εξ.γ, Πρ.ζ:30-38). Στην Έξοδο ιγ:21 διαβάζουμε ότι ο ΚΥΡΙΟΣ προπορευόταν του Ισραήλ σαν νεφέλη, ενώ στην Εξ.ιδ:19 αναφέρεται ότι ο άγγελος του Θεού ήταν μαζί με τη νεφέλη. Ο άγγελος του ΚΥΡΙΟΥ παρουσιάστηκε στον Ισραήλ στους Κριτές β:1-5 και μίλησε σαν ο Θεός. Στους Κριτές ς:11-24 περιγράφεται η εμφάνιση του αγγέλου του ΚΥΡΙΟΥ στο Γεδεών και μετά διαβάζουμε ότι ο ΚΥΡΙΟΣ επέβλεψε στο Γεδεών. Επίσης, ο άγγελος του ΚΥΡΙΟΥ παρουσιάστηκε στο Μανωέ και τη γυναίκα του κι αυτοί πίστεψαν ότι είδαν το Θεό (Κρ.ιγ:2-23).

Άλλες επισκέψεις του αγγέλου του ΚΥΡΙΟΥ δεν φανερώνουν εάν ήταν αποκαλύψεις του ίδιου του Θεού ή όχι, παρόλο που συχνά οι άνθρωποι υπέθεταν ότι ήταν. Τέτοια παραδείγματα ήταν οι εμφανίσεις στον Αβραάμ στο όρος Μοριά και στον Βαλαάμ (Γεν.κβ:11-18, Αριθμ.κβ:22-35). Μερικές φορές είναι φανερό ότι ο άγγελος του ΚΥΡΙΟΥ δεν είναι φανέρωση του Θεού, αλλά ένας άγγελος που είναι ξεχωριστό όν από το Θεό. Παραδείγματα έχουμε τις εμφανίσεις στο Δαβίδ και στο Ζαχαρία (Β’ Σαμ.κδ:16, Α’ Χρ.κα:15-30, Ζαχ.α:8-19). (Δες κεφ.7 για παραπάνω ανάλυση). Ο άγγελος του Κυρίου στην Καινή Διαθήκη είναι φανερό ότι είναι απλά ένας άγγελος και φυσικά δεν είναι ο Ιησούς Χριστός (Ματθ.α:20, β:13, κη:2, Πραξ.η:26).

Αναλύοντας όλα αυτά τα εδάφια της Γραφής, μερικοί ισχυρίζονται ότι ο άγγελος του ΚΥΡΙΟΥ είναι πάντα μία άμεση αποκάλυψη του Θεού. Ωστόσο, μερικά από τα παραδείγματα που αναφέρθηκαν παραπάνω δεν συνηγορούν υπέρ αυτής της άποψης και στην πραγματικότητα, δύο από αυτά έρχονται σε αντίθεση με αυτήν. Κάποιοι άλλοι λένε ότι ο άγγελος του ΚΥΡΙΟΥ είναι η φανέρωση του Θεού, σε μερικές περιπτώσεις και σε κάποιες άλλες όχι. Αυτή η δεύτερη άποψη είναι σύμφωνη με τη Γραφή.

Υπάρχει και μια τρίτη άποψη, ότι ο άγγελος του ΚΥΡΙΟΥ δεν είναι ποτέ ο ΚΥΡΙΟΣ αλλά πάντα ένας άγγελος, στην κυριολεξία. Για να υποστηρίξει κανείς αυτή την τελευταία άποψη, θα μπορούσε να τονίσει ότι οι άγγελοι είναι φερέφωνα, αγγελιοφόροι και αντιπρόσωποι του Θεού. Με άλλα λόγια, ισχυρίζονται ότι είναι σωστό να λέγεται «ο ΚΥΡΙΟΣ είπε» ή «ο ΚΥΡΙΟΣ έκανε» ακόμα κι όταν αυτά έχουν γίνει με τη μεσολάβηση ενός αγγέλου. Σύμφωνα με αυτό, η περιγραφή μιας ενέργειας του Θεού μέσω μιας αγγελικής εμφάνισης είναι απλά ένα σύντομος τρόπος για να ειπωθεί ότι ο Θεός έδρασε μέσα από ένα άγγελο. Εφόσον οι συγγραφείς της Βίβλου καθιστούν σαφές από την αρχή των αφηγήσεών τους ότι ένας άγγελος ήταν ο απευθείας αντιπρόσωπος, ουσιαστικά δεν υφίσταται καμία ασάφεια ή ασυμφωνία. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι άνθρωποι οι οποίοι αναγνώρισαν ότι ήταν ο Θεός που τους επισκέφθηκε είτε έκαναν λάθος πιστεύοντας ότι είχαν δει τον ίδιο το Θεό ή πιθανότερα, κατάλαβαν ότι ο Θεός χρησιμοποιούσε έναν άγγελο για να τους μιλήσει και έτσι μιλούσαν στο Θεό μέσω του αγγέλου. Δεν υπάρχει κανείς άλλος τρόπος να στηρίξουμε αυτή την τρίτη άποψη με εδάφια της Γραφής παρά μόνο ταυτίζοντας τον άγγελο του ΚΥΡΙΟΥ με τον ΚΥΡΙΟ τον ίδιο: ο άγγελος έκανε ορατές εμφανίσεις, αλλά ο ΚΥΡΙΟΣ ήταν επίσης αόρατα παρών. Ωστόσο, αναφορές στον ΚΥΡΙΟ που δρα ή μιλά μπορεί στην κυριολεξία να εννοούν τον ΚΥΡΙΟ και όχι τον άγγελο.

Συνοψίζοντας, βλέπουμε καθαρά ότι ο άγγελος του ΚΥΡΙΟΥ στην Π. Διαθήκη δεν ήταν πάντα ο ίδιος ο Θεός. Κάποιος μπορεί εύλογα να διαφωνήσει λέγοντας ότι ο άγγελος του ΚΥΡΙΟΥ δεν ήταν ποτέ μια πραγματική φανέρωση του Θεού, αλλά, από την άλλη, δεν μπορεί να ισχυριστεί με σιγουριά ότι ο άγγελος του ΚΥΡΙΟΥ ήταν, σε όλες τις περιπτώσεις, φανέρωση του Θεού. Η απλούστερη εξήγηση είναι ότι η φράση «Ο άγγελος του ΚΥΡΙΟΥ», μερικές φορές αναφέρεται σε μια αποκάλυψη του Θεού αλλά, σε κάποιες άλλες περιπτώσεις δηλώνει απλά την παρουσία κάποιου αγγέλου.

Ένας τριαδικός μελετητής συνοψίζει την επικρατέστερη άποψη ως εξής:

«Στην Π. Διαθήκη ο άγγελος του ΚΥΡΙΟΥ μπορεί να είναι μόνο ένας αγγελιοφόρος του Θεού (η Εβραϊκή λέξη σημαίνει αγγελιοφόρος), ξεχωριστός από τον ίδιο το Θεό (Β’Σαμ.κδ:16), ή μπορεί να ταυτιστεί με τον ίδιο τον ΚΥΡΙΟ, ο οποίος μιλάει σε πρώτο πρόσωπο...Είναι κοινό για τις φανερώσεις του Θεού στην Π. Διαθήκη ότι ο Θεός δεν μπορεί να διακριθεί ξεκάθαρα...Ο Θεός είναι ελεύθερος να κάνει την παρουσία Του γνωστή, ακόμα κι όταν οι άνθρωποι πρέπει να προστατευτούν από την αμεσότητα της παρουσίας Του.»

Μελχισεδέκ.

Πολλοί θεωρούν τον Μελχισεδέκ σαν μια φανέρωση του Θεού (Γεν.ιδ:18). Στους Εβρ.ζ:3 αναφέρεται ότι ήταν «απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος». Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ήταν ο Θεός με σωματική μορφή, ή απλά ότι δεν ήταν γνωστό το γενεαλογικό του δένδρο. Στους Εβρ.ζ:4 βλέπουμε ότι αποκαλείται άνθρωπος. Ανεξάρτητα από το αν θεωρείται ένας κανονικός άνδρας ή μια φανέρωση του Θεού με σωματική μορφή, ήταν ένας τύπος ή σκιά του Χριστού (Εβρ.ζ:1-17).

Ο τέταρτος άνδρας στην κάμινο.

Κάποιοι υποθέτουν ότι ήταν φανέρωση του Θεού ο τέταρτος άνδρας, ο οποίος εμφανίστηκε μέσα στη φωτιά όταν ο Σεδράχ, ο Μισάχ και ο Αβδέ-Νεγώ ρίχτηκαν στην κάμινο (Δαν.γ:24-25). Ο ειδωλολάτρης βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ είπε: «Ιδού, εγώ βλέπω τέσσαρας άνδρας λελυμένους...και η όψις του τετάρτου είναι ομοία με υιόν Θεού» (Δαν.γ:25). Ο βασιλιάς χρησιμοποίησε την ορολογία των ειδωλολατρών και δεν γνώριζε τίποτα για τη μελλοντική εμφάνιση του μονογενούς Υιού του Θεού. Είναι πιθανότερο ο βασιλιάς να είδε έναν άγγελο, γιατί περιγράφει αυτή τη φανέρωση σαν άγγελο (Δαν.γ:28). Φαίνεται ότι η φράση «υιοί Θεού» μπορεί ν’ αναφέρεται σε αγγελικά όντα (Ιώβ λη:7). Στην καλύτερη περίπτωση αυτό που είδε ο Ναβουχοδονόσορ ήταν μια προσωρινή φανέρωση του Θεού. Φυσικά, δεν ήταν η εικόνα του Υιού του Θεού που περιγράφεται στην Κ. Διαθήκη, γιατί ο Υιός δεν είχε γεννηθεί και η σχέση Πατέρα με Γιο δεν είχε αρχίσει. (Δες κεφ.5).

Υπάρχουν φανερώσεις του Θεού στην Καινή Διαθήκη;

Στην Κ. Διαθήκη δεν καταγράφεται καμία άλλη φανέρωση του Θεού με σωματική μορφή εκτός από τον Ιησού Χριστό. Φυσικά, ο Χριστός ήταν ανώτερος από μια φανέρωση του Θεού, γιατί δεν ήταν απλά ο Θεός που εμφανίστηκε με τη μορφή ενός ανθρώπου αλλά ήταν ο Θεός που ενδύθηκε ένα πραγματικό ανθρώπινο σώμα και την ανθρώπινη φύση. Ο άγγελος του Κυρίου στον Ματθ.α:20, β:13, κη:2 και Πράξ.η:26 φαίνεται ότι ήταν ένας άγγελος και τίποτα περισσότερο, αφού δεν έχουμε κανένα στοιχείο για το αντίθετο. Είναι σαφές σ’ αυτά τα εδάφια ότι ο άγγελος δεν είναι ο Ιησούς Χριστός. Αυτό έρχεται σε αρμονία με το συμπέρασμα ότι ο άγγελος του ΚΥΡΙΟΥ στην Π. Διαθήκη δεν ήταν πάντοτε ο ίδιος ο ΚΥΡΙΟΣ. Η μόνη πιθανή φανέρωση του Θεού στην Κ. Διαθήκη είναι η περιστερά στη βάπτιση του Χριστού. (Δες κεφ.8 για λεπτομερειακή ανάλυση σχετικά με την περιστερά και τον ιδιαίτερο λόγο της εμφάνισής της).

Γιατί υπάρχει αυτή η έλλειψη φανερώσεων του Θεού στην Κ. Διαθήκη; Ο λόγος είναι ότι δεν χρειάζονταν. Ο Θεός φανερώθηκε πλήρως με τον Ιησού Χριστό. Ο Ιησούς κηρύττει τέλεια και αποκαλύπτει τον Πατέρα (Ιωάν.α:18). Ο Ιησούς είναι η ορατή εικόνα του αόρατου Θεού, το απαύγασμα της δόξας Του και η ορατή εικόνα του προσώπου Του (Κολ.α:15,  Εβρ.α:3).

Συμπέρασμα.

Στην Π. Διαθήκη ο Θεός διάλεξε ν’ αποκαλύψει πλευρές του χαρακτήρα Του στον άνθρωπο μέσω διαφόρων φανερώσεων. Στην περίοδο της Κ. Διαθήκης, η προοδευτική αποκάλυψη του Θεού μέσω φανερώσεών Του αποκορυφώθηκε και εκπληρώθηκε τέλεια με τον Ιησού Χριστό. Αυτό μας οδηγεί στα κεφ.3 και 4 και στην θαυμαστή αλήθεια ότι ο Ιησούς είναι ο ένας Θεός της Π. Διαθήκης.