Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Ο Χριστός σαν «λόγος» και η προΰπαρξη του στην πρόθεση του Θεού (02)

Η χρήση της λέξης «λόγος» στην Καινή Διαθήκη:

Ματθ.ε:37 - η κοινωνία μας με τους συνανθρώπους
Ματθ.ζ:26 - το λεγόμενο
Ματθ.ιβ:36- απολογία
Mάρκ.α:45- το γεγονός
Μάρκ.ια:29- ερώτηση
Λουκ.ε:15 - φήμη
Πράξ.α:1 - έκθεση
Πράξ.ια:22- τα νέα (οι ειδήσεις)
Πράξ.ιε:27- δια στόματος (προφορικά)
Πράξ.κ:7 - κήρυγμα
Ρωμ.θ:28 - λογαριασμός
Κολ.β:23 - φαινόμενο (σοφίας)


Όλες οι άλλες επαναλήψεις της λέξης «λόγος», συμπίπτουν με τις έννοιες που εκθέσαμε. Βλέπουμε λοιπόν ότι ανάμεσα στα ποικίλα νοήματα της είναι και αυτό της «αιτίας» και του «λεγόμενου».

Όταν λοιπόν ο λόγος του Θεού μας μιλάει για το «λόγο που έγινε σάρξ», η πρώτη σκέψη και το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι αναφέρεται στην ενδιάθετη σκέψη, σκοπό, σχέδιο και βουλή του Θεού. Φυσικά ο λόγος είναι άμεσα συνδεδεμένος και ταυτισμένος με το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Είναι αλήθεια ότι την εποχή που ο Κύριος ενέπνευσε τον Ιωάννη να γράψει το Ευαγγέλιο, ο όρος «λόγος» ήταν ήδη στο προσκήνιο της ειδωλολατρικής φιλοσοφίας. Στον όρο αυτό είχαν αποδώσει μυστικές και απόκρυφες έννοιες, οι οποίες είχαν φυσικά ξεπηδήσει από τις διάνοιες των τότε φιλοσόφων του κόσμου, οι οποίοι δεν είχαν καμιά σχέση με το φρόνημα και το Πνεύμα του Θεού. Οι μεν έβλεπαν σε πολλές διαφορετικές θεότητες, ο δε λόγος του Θεού διακήρυττε μία και μόνη. Ας δούμε τώρα πώς εννοούσαν οι Ιουδαίοι οι προ Χριστού το «λόγο».

Στην ελληνική φιλοσοφία, ο Λόγος κατέληξε να σημαίνει τη λογική ή τη σοφία σαν η αρχή που ελέγχει το σύμπαν. Στην εποχή του Ιωάννη, κάποιοι Έλληνες φιλόσοφοι και Εβραίοι θεολόγοι επηρεασμένοι από την ελληνική σκέψη (και ιδιαίτερα από τον Φίλωνα της Αλεξάνδρειας, ο οποίος ήταν Εβραίος στοχαστής) θεώρησαν το Λόγο σαν μια κατώτερη, δευτερεύουσα θεότητα ή σαν κάτι που απορρέει από το Θεό σε μια δεδομένη στιγμή.

Κάποιες χριστιανικές αιρέσεις, συμπεριλαμβανομένης και μιας μορφής του γνωστικισμού που έκανε την εμφάνισή της, ενσωμάτωσαν αυτές τις θεωρίες στα δόγματά τους και έτσι υποβίβασαν τον Ιησού σε μια κατώτερη θέση. Ο Ιωάννης σκόπιμα χρησιμοποίησε την ορολογία τους για να αντικρούσει αυτές τις διδασκαλίες και να κηρύξει την αλήθεια. Ο Λόγος δεν ήταν κατώτερος από το Θεό, ήταν ο Θεός (Ιωάν.α:1). Ο Λόγος δεν προήλθε από το Θεό μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ήταν με το Θεό από την αρχή (Ιωάν.α:1-2). Ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού, δεν ήταν άλλος από το Λόγο ή το Θεό, ο οποίος φανερώθηκε εν σαρκί.

Απόσπασμα από το έργο του BARCLEY, WILLIAM, NEW TESTAMENT WORDS, PHILADELPHIA, WESTMISTER PRESS, 1974, που πραγματικά φανερώνει το πνεύμα του λαού και την πίστη του σχετικά με το «Λόγο».

«Στην Καινή Διαθήκη υπάρχει μια τεχνική χρήση της λέξης λόγος. Την συναντούμε στον πρόλογο του τέταρτου Ευαγγελίου, και αποκορυφώνεται στη μεγάλη φράση, «Και ο λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν..» (Ιωάν.α:14). Αυτή είναι μια από τις πιο μεγαλειώδεις φράσεις της Καινής Διαθήκης και θα πρέπει να σκάψουμε βαθιά, αν θέλουμε να συλλάβουμε κάτι από το νόημά της.

Πρέπει ν’ αρχίσουμε με το να θυμηθούμε ότι στα Ελληνικά η λέξη λόγος έχει δυο έννοιες, α) Σημαίνει λόγος, και β) σημαίνει σκέψη, και αυτές οι δυο έννοιες είναι πάντοτε αλληλένδετες.

Στην Ιουδαϊκή σκέψη, μια λέξη ήταν κάτι παραπάνω από ένα ήχο που έκφραζε ένα νόημα. Ο λόγος, στην ουσία έκανε πράγματα. Ο λόγος του Θεού δεν είναι απλά ένας ήχος, είναι η ενεργός αιτία. Στην ιστορία της δημιουργίας, ο λόγος του Θεού δημιουργεί. Ο Θεός είπε: «Γεννηθήτω φως», και έγινε φως (Γέν.α:3)!

Ψαλμ.λγ:6 Με τον λόγον του Κυρίου έγειναν οι ουρανοί, και διά της πνοής του στόματος αυτού πάσα η στρατιά αυτών.

Ψαλμ.λγ:9 Διότι αυτός είπε, και έγεινεν· αυτός προσέταξε, και εστερεώθη.

Ψαλμ.ρζ:20 αποστέλλει τον λόγον αυτού και ιατρεύει αυτούς και ελευθερόνει από της φθοράς αυτών.

Ης.νε:11 ούτω θέλει είσθαι ο λόγος μου ο εξερχόμενος εκ του στόματός μου· δεν θέλει επιστρέψει εις εμέ κενός, αλλά θέλει εκτελέσει το θέλημά μου και θέλει ευοδωθή εις ό,τι αυτόν αποστέλλω.

Πρέπει να θυμόμαστε ότι στην Ιουδαϊκή σκέψη, ο λόγος του Θεού δεν έλεγε μόνο πράγματα, αλλά και έκανε.

Ήρθε κάποια εποχή που οι Ιουδαίοι ξέχασαν την Εβραϊκή γλώσσα και γλώσσα τους έγινε η Αραμαϊκή. Αναγκαστικά οι Γραφές τους μεταφράστηκαν στα Αραμαϊκά. Αυτές οι μεταφράσεις ονομάζονται «Τάργκουμς».

Μέσα στην απλότητα της Παλαιάς Διαθήκης, ανθρώπινα συναισθήματα, ενέργειες, αντιδράσεις και σκέψεις αποδίδονται στο Θεό (ανθρωπομορφισμοί).

Αυτοί που έκαναν τα «Τάργκουμς, σκέφτηκαν ότι αυτό ήταν πάρα πολύ ανθρώπινο και γι’ αυτό σε τέτοιες περιπτώσεις χρησιμοποίησαν μια περίφραση του ονόματος του Θεού. Δεν μιλούσαν πια για το Θεό, αλλά για τον «λόγο», τον «Μέμρα» του Θεού.

Στην Έξ.ιθ:17 τα Τάργκουμς γράφουν ότι ο Μωυσής έφερε το λαό έξω από το στρατόπεδο για να συναντήσουν τον Μέμρα, το λόγο του Θεού, αντί να πουν απλά «το Θεό».

Στο Δευτ.θ:3, είναι ο λόγος του Θεού, ο Μέμρα, που είναι «πυρ καταναλίσκον».

Στον Ης.μη:13 διαβάζουμε: «Και η χειρ μου εθεμελίωσε την γην και η δεξιά μου εμέτρησε με σπιθαμήν τους ουρανούς· όταν καλώ αυτούς, παρίστανται ομού». Στα Τάργκουμς αυτό γίνεται: «δια του λόγου μου, δια του Μέμρα μου, εθεμελίωσα την γην…».

Το αποτέλεσμα ήταν οι Ιουδαϊκές Γραφές στη λαϊκή μορφή τους να γεμίσουν με τη φράση «Ο Μέμρα του Θεού» δηλαδή ο λόγος του Θεού.

Ας μην ξεχνάμε ακόμα ότι ο λόγος και η σκέψη είναι αλληλένδετα.

Στην Ιουδαϊκή σκέψη υπάρχει μια άλλη έννοια, αυτή ης Σοφίας κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα στις Παροιμίες.

Παρ.γ:13-20 «….Διά της σοφίας εθεμελίωσεν ο Κύριος, εστερέωσε τους ουρανούς εν συνέσει…..»

Παρ.η:1-9 Εδώ βλέπουμε ότι η σοφία είναι απ’ αιώνος, πριν ακόμα υπάρξει η γη, ήταν με το Θεό την ημέρα της δημιουργίας.

Στον Εκκλ.α:1-10 υπάρχει μια εικόνα της σοφίας που δημιουργήθηκε πριν απ’ οτιδήποτε άλλο και η οποία είναι αλληλένδετη με τη δημιουργία.

Έτσι, μέσα στην Ιουδαϊκή σκέψη, έχουμε δύο μεγάλες έννοιες πίσω από την ιδέα του Ιησού σαν λόγου του Θεού:

α) ο λόγος του Θεού δεν είναι μόνο ομιλία αλλά και δύναμη.

β) είναι αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς τις έννοιες του λόγου και της σοφίας.

Τώρα μπορούμε να καταλάβουμε τι έκανε ο Ιωάννης όταν διακήρυξε τη μεγαλειώδη φράση: «και ο λόγος σαρξ εγένετο».

Έδινε μια νέα χριστολογία. Με το να ονομάσει τον Ιησού λόγο, ο Ιωάννης είπε δύο πράγματα:

α) ότι ο Ιησούς είναι η δημιουργός δύναμη του Θεού που δεν είχε σκοπό να μας πει μόνο πράγματα αλλά και να κάνει.

β) ο Ιησούς είναι ο ενσαρκωθείς νους του Θεού.

Θα μπορούσαμε να παραφράσουμε τα λόγια του Ιωάννη έτσι: «Και ο νους του Θεού έγινε άνθρωπος».