Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ



Ότι ο άνθρωπος από τη φύση του, οδηγείται προς την θρησκεία, και ότι κάτω από την σκιά της καταφεύγει στις πιο σοβαρές και στις πιο σπουδαίες στιγμές της ζωής του, είναι αναντίρρητο. 
Όλα τα αρχαία έθνη, όσα ακόμα και μόνο κάποια ίχνη της υπάρξεώς και της δράσεώς τους άφησαν, την πρώτη θέση έδωσαν, και στον κοινό και στον ιδιωτικό βίο, στην θρησκεία. 

Νεότεροι περιηγητές, μέχρι σήμερα ομόφωνα μαρτύρησαν, ότι παντού βρήκαν τον άνθρωπο να θρησκεύεται, χωρίς να εξαιρούνται ακόμα και εκείνοι που βρίσκονταν στην πιο πρωτόγονη κατάσταση. Από την «χώρα του ανατέλλοντος ηλίου» μέχρι την γη των εσπερίδων και από εκεί μέχρι τις εσχατιές της αμερικανικής ηπείρου, και από την «γη του πυρός» μέχρι τους Εσκιμώους, σε κάθε ήπειρο και νησί και οροπέδιο και ακτή, ο άνθρωπος λατρεύει κάτι, που θεωρεί ανώτερο από αυτόν, σε αυτό προσεύχεται, σε αυτό αποβλέπει με ελπίδα στις δύσκολες περιστάσεις του, σε αυτό καταφεύγει στον κίνδυνο, την οργή του φοβάται και με κάθε τρόπο προσπαθεί να εξευμενίσει.  
Αν και υπάρχουν αρκετοί περιηγητές που διατείνονταν ότι βρήκαν κάπου ανθρώπους στερημένους από κάθε θρησκεία, αυτό μπορεί αν εξηγηθεί με δύο τρόπους: ή ότι οι άνθρωποι που συνάντησαν να μην έχουν κάποια αφορμή για να επιδείξουν τις θρησκευτικές τους ιδέες και πράξεις, ή ότι οι περιηγητές στην έρευνά τους επηρεάστηκαν από την προσχηματισμένη τους αντιθρησκευτική πεποίθηση. Ακόμα και οι επί πολλούς αιώνες απομονωμένοι ερυθρόδερμοι Ινδιάνοι της Αμερικής, οι πρωτόγονοι ιθαγενείς της Κεντρικής Αφρικής και οι ανθρωποφάγοι των νησιών του Ειρηνικού βρέθηκαν να σέβονται το Μέγα Πνεύμα, κάποιον θεό ή θεούς, ή χοντροκομμένα ξόανα, ή κορμούς δένδρων πελεκημένων σε σχήμα ανθρώπινων προσώπων.
Την παγκοσμιότητα της θρησκείας την εξήγησαν κάποιοι σαν απόρροια του φόβου, που εμπνέει στον άνθρωπο η άγρια ορμή της θύελλας, της βροντής ο πάταγος, η αστραπιαία καταστροφή του κεραυνού, ο απαίσιος σάλος του σεισμού και άλλα τέτοια καταπληκτικά φαινόμενα της φύσεως. Ότι ο φόβος αυτός και η κατάπληξη οδηγεί πολλές φορές σε θρησκευτικές σκέψεις, είναι αληθέστατο, γιατί και δηλωμένο άπιστο είδαν άνθρωποι να σταυροκοπιέται σε ώρα σεισμού, και γνωστά είναι αυτά που λέγονται για εκείνους που βρίσκονται σε τρικυμία στην θάλασσα, πώς και πόσα τάματα κάνουν εάν διασωθούν στο λιμάνι. Αλλά ο φόβος παρέρχεται βαθμηδόν με την συνήθεια, ακόμα όμως πιο βέβαιο με την ανάπτυξη του νου και της επιστημονικής γνώσεως των φυσικών φαινομένων. Και αν δεν ήταν η θρησκεία φύσει αναγκαία στον άνθρωπο, θα είχε προ πολλού εντελώς εξατμισθεί.
Ναι, υπάρχει κάποια βαθύτερη αιτία, που δικαιολογεί την ύπαρξη της θρησκείας μεταξύ των ανθρώπων και είναι αυτή η ανάγκη που φωνάζει από το βάθος της ανθρώπινης υπόστασης. 
Εκτός από την έκτακτη κατάπληξη και τον παροδικό φόβο και ακόμα ισχυρότερα και αποτελεσματικότερα από αυτά, ενεργεί πάνω στην ψυχή άλλοτε αόριστη και επιπόλαιη άλλοτε σοβαρή και αδυσώπητη, η εσωτερική συναίσθηση της ατομικής ευθύνης. Από εκεί, από το άδυτο της ανθρώπινης φύσεως, ακούγεται η φωνή της συνειδήσεως, άλλοτε να ψιθυρίζει σιγά, άλλοτε επιτακτικά, φωνάζοντας ότι υπάρχει Ον ανώτερο, στο οποίο εμείς οφείλουμε την ύπαρξη, από το οποίο όντως εξαρτιόμαστε, από το οποίο παίρνουμε ό,τι καλό, στο οποίο χρωστάμε κάθε αγάπη και υπακοή και σέβας, και μπροστά στο οποίο τελικά θα παραστούμε για να δώσουμε λόγο των πεπραγμένων.
Η φωνή αυτή, πολλές φορές φαίνεται να ηχεί μάταια. Πάρα την ένταση του χαλιναριού το αφηνιασμένο άλογο των παθών έρχεται με ορμή στον κατηφορικό δρόμο, και ο άνθρωπος βρίσκει τον εαυτό του μέρα με τη μέρα πιο απομακρυσμένο από το ψηλό επίπεδο της αρετής, έως ότου μετά από κάποιους μάταιους αγώνες για την συγκράτησή του, καταλήγει σε συμπεράσματα ανάξια του εαυτού του  και της έξοχης πλάσεώς του, αποβάλλοντας κάθε ελπίδα για ανόρθωση και αμφιβάλλοντας για την αξία των πνευματικών πραγμάτων. Αλλά όταν οι θλίψεις της πρόσκαιρης αυτής ζωής έλθουν η μια μετά την άλλη, ή αποτυχίες συντρίψουν το πάθος της προσωπικής φιλοδοξίας, ή η ασθένεια προσβάλλει το σώμα και ο άνθρωπος φοβισμένος ακούσει από μακριά να ηχεί το κουδούνι της αναχωρήσεως, τότε τα πράγματα αλλάζουν μορφή. Ο, τι προηγουμένως γήινο κατείχε τις σχέσεις και τα αισθήματα  και τους πόθους και κυβερνούσε τη ζωή, αυτό ήδη θεωρείται σαν μάταιο και δευτερεύον, ενώ ο αόρατος κόσμος αρχίζει να παίρνει πραγματική υπόσταση στην διάνοια, και η μεταμέλεια για την αδιαφορία του παρελθόντος προς τα πνευματικά πράγματα, καταλαμβάνει το πνεύμα, και της συνειδήσεως οι έλεγχοι για εκείνα που δεν έγιναν σωστά ταλαιπωρούν την ψυχή, και η θρησκεία που περιφρονήθηκε και μπήκε κατά μέρος, που κηρύχθηκε σαν σκιάχτρο κατάλληλο μόνο να εκφοβίσει τον κοινό κόσμο, τις γριούλες και τα παιδιά, είναι ήδη σαν σωτήρια λέμβος, που ξέφυγε από τα χέρια, και σαν θησαυρός πολύτιμος, αλλά δια παντός απολεσθείς.
Ο άθρησκος Χομπς πεθαίνοντας έλεγε περίλυπος:«τώρα αισθάνομαι ότι μέλλω να πηδήσω στα σκοτεινά», και ο διάσημος Βολτέρος, ο τολμηρότερος των ορθολογιστών και ασεβέστατος των χλευαστών, απέθανε με θάνατο αξιοθρήνητο, κραυγάζοντας και κλαίγοντας σαν τον πιο χυδαίο των ανθρώπων. Ιδού τι έγραφε για τις τελευταίες στιγμές του γέρου άθεου ο ιατρός του, σε κάποιον φίλο του: «Όταν παραβάλλω τον θάνατον δικαίου ανθρώπου σαν το τέλος ωραίας ημέρας, προς τον θάνατο του Βολτέρου, ευθύς βλέπω την διαφορά μεταξύ της γλυκιάς γαλήνης και της μαύρης θύελλας. Ήταν τύχη μου να πεθάνει ο άνθρωπος αυτός στα χέρια μου. Πολλές φορές του είπα την αλήθεια, αλλά δυστυχώς γι’ αυτόν ήμουν ο μόνος που του είπε την αλήθεια, «Μάλιστα φίλε μου» συχνά μου έλεγε, «εσείς είστε ο μόνος που μου δώσατε καλή συμβουλή. Εάν μόνο ακολουθούσα αυτήν, δεν θα ήμουν σήμερα στην κατάσταση που βρίσκομαι. Δεν καταβρόχθισα τίποτα άλλο παρά μόνο καπνό. Μέθυσα με το θυμίαμα που ανέτρεψε τον νου μου. Τίποτε πλέον δεν μπορείς να κάνεις για μένα. Στείλτε μου ψυχίατρο. Λυπηθείτε με τρελάθηκα! Φρίττω όταν το σκέφτομαι!…» Οταν δε είδε ότι όλα τα μέσα όσα είχε μεταχειριστεί για να αυξήσει τις δυνάμεις του είχαν εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα, είχε τον θάνατο συνεχώς μπροστά στα μάτια του. Από την στιγμή εκείνη τον κατέλαβε μανία. Θυμηθείτε την λύσσα του Ορέστη. Εξέπνευσε επιτέλους βασανιζόμενος από τις Ερινύες» (Bungener, Voltaire et son temps). Πόσο ασύγκριτα πιο υπέροχος από αυτούς, είναι και πόσο διαφορετικά προσβλέπει προς το τέλος, αυτός που είναι υπόδικος και δέσμιος Χριστιανός απόστολος: «Τον αγώνα τον καλόν ηγωνίσθην, τον δρόμον ετελείωσα, την πίστιν διετήρησα. Λοιπόν αποκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, τον οποίον θέλει μοι αποδώση ο Κύριος εν εκείνη τη ημέρα, ο δίκαιος Κριτής» (B' Τιμοθ.δ:7,8).
Είναι βέβαιο λοιπόν ότι η θρησκεία δεν είναι απλώς αποκύημα του φόβου, το οποίο ο γενναίος ή ο επιστημονικά μορφωμένος, μπορεί και δικαιούται να απορρίψει σαν ανάξιό του, αλλά είναι βαθιά ανάγκη της ανθρώπινης φύσεως, που είναι καλυμμένη όμως, όπως πολλά και παραγκωνίζεται με άλλα υλικότερα και ευτελέστερα αντικείμενα. Η ανάγκη της θρησκείας είναι καταφανής αλλά πόσοι είναι που έχουν θρησκεία;