Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

Η οικογένεια κατά το Βιβλικό πρότυπο - Διαζύγιο και ξαναπαντρειά


Τα διαζύγια ανάμεσα στα ζευγάρια, ακόμα και ανάμεσα σε ανθρώπους  που ονομάζονται Χριστιανοί, αυξάνονται ολοένα περισσότερο. Το περίεργο όμως είναι πως το 85% εκείνων που φτάνουν στο διαζύγιο επιχειρούν να ξαναπαντρευτούν για δεύτερη φορά μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.

Ο λόγος του Θεού μας διδάσκει πως ο γάμος δεν υπήρξε το αποτέλεσμα ενός κοινωνικού ανθρώπινου πειραματισμού, ούτε το αποτέλεσμα εξελικτικής διαδικασίας μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Ο γάμος είναι θείος θεσμός που θεσπίστηκε άμεσα απ’ τον Ίδιο το Δημιουργό.


Παρ’ όλο που δεν αποκλείεται η αγαμία μερικών να είναι στο θέλημα του Θεού (Ματθ.ιθ:12), αυτό δεν καταργεί το γεγονός ότι ο Δημιουργός φρόντισε να έχει ο άνθρωπος με το γάμο τη συντροφιά που του χρειάζεται για την κάλυψη των ψυχικών και  φυσικών αναγκών που περιλαμβάνουν και τις σεξουαλικές σχέσεις (Α’ Θεσ.δ:4-5  Α’ Κορ.ζ:5). Οι Χριστιανοί θα πρέπει να βλέπουν το γάμο σαν θεσμό άγιο, δοσμένο από το Θεό.

Όταν οι Φαρισαίοι πλησίασαν τον Κύριο με ερωτήματα σχετικά με το διαζύγιο και την ξαναπαντρειά, Εκείνος αφού αναφέρθηκε στις περικοπές της Γένεσης α:27 & β:24 τους είπε: ώστε δεν είναι πλέον δύο, αλλά μία σάρξ. Εκείνο λοιπόν το οποίον ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος ας μη χωρίζει. (Ματθ.ιθ:6). Ο δεσμός αυτός που όρισε ο Θεός λύνεται μόνο με τον φυσικό θάνατο του ενός από τους δύο συζύγους (Α’ Κορ.ζ:39).

Πάνω σ’ αυτή τη βάση έδωσε την απάντησή του ο Κύριος στους Φαρισαίους. Το διαζύγιο, που αποτελεί καταστροφή εκείνου που ο ίδιος ο Θεός θέσπισε, είναι πάντοτε αντίθετο με την πρόθεση, το σκοπό και το θέλημά Του για το γάμο. Το διαζύγιο ο Μωυσής το επέτρεψε εξαιτίας της σκληροκαρδίας του αμαρτωλού ανθρώπου, αλλά από την αρχή ο Θεός δεν το όρισε έτσι, τους είπε ο Χριστός (Ματθ.ιθ:8  & Δευτ.κδ:1-4).

Επομένως το διαζύγιο είναι απόλυτα έξω από το θέλημα του Θεού και κόντρα σ’ αυτό. Υπάρχει μονάχα ένας λόγος που δίνει το δικαίωμα σ’ ένα άντρα να χωρίσει τη γυναίκα του ή σε μια γυναίκα να χωρίσει τον άντρα της. Τον είπε ο Ιησούς στην ίδια συζήτηση με τους Φαρισαίους. Είναι η συζυγική απιστία (Ματθ.ιθ:9 & ε:32). Όποιος ή όποια μοιχέψει σπάει την ενότητα του γάμου. Όταν ο ένας απ’ τους δύο συζύγους διαπράξει μοιχεία, ο άλλος έχει το δικαίωμα, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένος γι’ αυτό, να την ή να τον χωρίσει. Βέβαια, το θύμα μιας τέτοιας συζυγικής απιστίας μπορεί να συγχωρήσει, αν θέλει, το ταίρι του και οι σχέσεις τους να αποκατασταθούν με αποτέλεσμα ο γάμος τους να σωθεί.

Εδώ πρέπει να πούμε ότι ο απόστολος Παύλος  δεν έρχεται σ’ αντίθεση με τη διδαχή του Κυρίου στο θέμα του διαζυγίου, όταν σε μία τελείως διαφορετική περίπτωση λέει: Εάν δε ο άπιστος χωρίζηται, ας χωρισθή. Ο αδελφός ή η αδελφή δεν είναι δεδουλωμένοι εις τα τοιαύτα (Α’ Κορ.ζ:15). Ο Παύλος διατυπώνει την αλήθεια, ότι η εγκατάλειψη ενός αδελφού ή αδελφής από την άπιστη ή τον άπιστο σύζυγο σπάει το δεσμό του γάμου. Σε μια τέτοια περίπτωση στον εγκαταλειμμένο χριστιανό σύζυγο ή στην εγκαταλειμμένη χριστιανή σύζυγο δεν μπορεί να καταλογιστεί ενοχή αν επιδιώξει να αποκτήσει ένα νόμιμο διαζύγιο.

Ένα πρόσωπο ενεργεί αντίθετα με τη διδαχή του Χριστού σχετικά με τη μονιμότητα του γάμου, αν χωρίσει από το ταίρι του για οποιοδήποτε άλλο λόγο εκτός από μοιχεία. Αυτό ισχύει ακόμα και αν οι δύο σύζυγοι αποφασίσουν από κοινού να χωρίσουν. Καμιά συμφωνία και κανένας λόγος πέρα από τη μοιχεία δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διάλυση του δεσμού του γάμου.

Σχετικά με την ξαναπαντρειά εκείνων που έχουν χωρίσει ο Ιησούς λέει, πως όστις χωρισθή τη γυναίκα αυτού, παρεκτός λόγου πορνείας, κάμνει αυτήν να μοιχεύηται και όστις λάβει γυναίκα κεχωρισμένην, γίνεται μοιχός. (Ματθ.ε:32). Η ερμηνεία των λόγων αυτών όπως και άλλων (Ματθ.ιθ:9  Α’ Κορ.ζ:10) σχετικά με το γάμο, είναι τούτη: Όποιος χωρίζει για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από μοιχεία, και παντρεύεται κάποιο άλλο πρόσωπο, διαπράττει μοιχεία. Αλλά αυτό δεν ισχύει γι’ αυτόν που υπήρξε θύμα απιστίας ή εγκατάλειψης.

Ανέκαθεν η απιστία στο γάμο ήταν πράξη βδελυκτή τα μάτια του Θεού. Έτσι ο προφήτης Μαλαχίας κλήθηκε να μιλήσει ενάντια σ’ αυτή την εξευτελιστική πρακτική, που στον καιρό του είχε εξαπλωθεί σ’ όλη τη χώρα (Μαλ.β:13-16).

Σ’ αυτά τα εδάφια ο προφήτης παρουσιάζει στο λαό την αμαρτία της επιμειξίας με γυναίκες από έθνη ειδωλολατρικά και τους προειδοποιεί για την κρίση που πρόκειται να επακολουθήσει. Αντιμετωπίζοντας πια την απόρριψη του Θεού, οι Ισραηλίτες αναρωτήθηκαν “Διά τί;”  (εδ.14) για να πάρουν την χωρίς περιστροφές απάντηση του Μαλαχία: “Διότι ο Κύριος εστάθη μάρτυς....”  (14)

Η απάντηση είναι σαφής. Ο Θεός απέρριψε τη λατρεία τους επειδή εκείνοι είχαν διαρρήξει τη γαμήλια συνθήκη χωρίζοντας τις γυναίκες τους! Η συνθήκη που έκαναν στο γάμο τους, δεν ήταν μόνο εμπρός σε ανθρώπους μάρτυρες, αλλά επίσης και μπροστά στο Θεό. Σημειώστε την περιγραφή που ο Θεός διαλέγει να χρησιμοποιήσει για τις συζύγους των: “γυναίκα της νεότητός σου....η σύζυγός σου, και η γυνή της συνθήκης σου (εδ.14).

Σήμερα πολλοί θεωρούν το γάμο τους σαν ένα “συμβόλαιο” και όχι σαν διαθήκη. Αν η συμφωνία δεν προχωρήσει καλά, τα συμβαλλόμενα μέρη αμοιβαία συμφωνούν να διαλύσουν τη συμφωνία, ακολουθούν το δρόμο τους και το κράτος εκδίδει το διαζύγιο.

Ο γάμος στους Ιουδαίους δεν ήταν συμβόλαιο αλλά “διαθήκη” (εδ.14 Παρ.β:17). 

Αν και η Βίβλος δεν προσδιορίζει κάποια συγκεκριμένη ηλικία κατάλληλη για γάμο, σε μεταγενέστερα χρόνια στην Ιουδαϊκή πρακτική, ο γάμος επιτρεπόταν μετά από την τελετή αποδοχής του νέου στην κοινότητα της συναγωγής, τη λεγόμενη συνθήκη της διαθήκης (μπαρ μιτσβά) που γίνεται όταν το αγόρι συμπληρώνει τα 13 χρόνια και εφ’ όσον η νέα είχε συμπληρώσει τα 12. Κατά γενικό κανόνα οι γάμοι κανονιζόταν από τους γονείς (Ι.Ναυή ιε:16 Κριτ.ιδ:2) έτσι οι μελλόνυμφοι είχαν λίγα να πουν αναφορικά με το πρόσωπο που έπρεπε να σχηματίσουν οικογένεια.

Ο αρραβώνας θεωρούνταν σαν μια δεσμευτική συμφωνία ανάμεσα στους γονείς του ζευγαριού (Δευτ.κη:30 Β’ Σαμ.γ:14). Αν κάποιος άνδρας ατίμαζε σεξουαλικά μια αρραβωνιασμένη παρθένο, σύμφωνα με το Νόμο έπρεπε να λιθοβοληθεί (Δευτ.κβ:23-24).

Η συμφωνία του γάμου έκλεινε όταν ο νέος κατέβαλε στον πατέρα της νύφης την απαραίτητη “προίκα” (Γεν.λδ:12 Εξοδ.κβ:16). Ύστερα η γαμήλια τελετή άρχιζε με το νυμφίο να έρχεται να πάρει τη νύφη από το πατρικό της σπίτι στο δικό του. Μια πομπή σχηματιζόταν από άτομα που τραγουδούσαν και χόρευαν. Η νύφη γνώριζε ότι ο νυμφίος έρχεται να την παραλάβει όταν άκουγε τους ήχους της πομπής, κι πρόθυμα περίμενε την άφιξή του, μαζί με συγγενείς και φιλικά πρόσωπα. Κατόπιν ο νυμφίος οδηγούσε την πομπή πίσω στο πατρικό του σπίτι, όπου γινόταν το γαμήλιο γεύμα που διαρκούσε μία ή δύο βδομάδες.

Ένα έγγραφο γαμήλιας διαθήκης (κετούμπα) προσκομιζόταν από τον πατέρα της νύφης για να υπογραφεί από τους παριστάμενους. Ένα ειδικό δωμάτιο είχε ήδη προετοιμαστεί (χούπα) όπου η νύφη, καλυμμένη με το πέπλο της, και ο νυμφίος οδηγούνταν. Έτσι ολοκληρωνόταν ο γάμος τους (Ψαλμ.ιθ:5).

Ο Μαλαχίας υπενθύμισε στον Ιούδα το αρχικό σχέδιο του Θεού για το γάμο: “Δεν έκαμε ο Θεός ένα;” (εδ.15) Ο άνδρας κι η γυναίκα πρέπει ν’ αφήσουν τον πατέρα και τη μητέρα τους για να γίνουν “μία σάρξ”. Κατά τη δημιουργία του άνδρα και της γυναίκας ο Θεός εξακολούθησε να παραμένει με “υπεροχήν πνεύματος” (εδ.15). Οι δημιουργικές Του δυνάμεις δεν περιορίστηκαν κατά τη δημιουργία του Αδάμ και της Εύας. Θα μπορούσε να κάνει πολλούς ακόμα.

Αφού ο Θεός θα μπορούσε να κάνει κι άλλους ανθρώπους, γιατί έκανε “ένα” ζευγάρι; Φαίνεται πως είχε κάποιο σκοπό: “διά να ζητήση σπέρμα θείον”  (εδ.15), ή ένα ευσεβές ζευγάρι που θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο ευσεβή παιδιά. Με απλά λόγια, ο Θεός δημιούργησε τον άνδρα και τη γυναίκα τον ένα για τον άλλο, ώστε να μπορούν να θεμελιώσουν ένα οικογενειακό περιβάλλον προκειμένου να αναπτύξουν ευσεβείς απογόνους που με τη σειρά τους θα μπορούσαν μεγαλώνοντας να κάνουν το ίδιο.

Συνεπώς, ο άνδρας πρέπει να προσέχει και “να μη φέρηται απίστως προς την γυναίκα της νεότητος αυτού”. Ο πειρασμός της απιστίας είναι σήμερα μεγαλύτερος από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν. Η νέα ηθική έχει επιβάλλει στη σύγχρονη κοινωνία συνθήκες που δημιουργούν μια ατμόσφαιρα βοηθητική για απιστία. Οι επαγγελματίες περνούν περισσότερο χρόνο με τις γυναίκες υπαλλήλους και συναδέλφους τους, παρά με τις δικές τους γυναίκες. Γυναίκες που αναρριχιούνται στην επαγγελματική κλίμακα, νιώθουν πως έχουν ξεπεράσει τους άνδρες τους και συνεπώς τείνουν ν’ αλλάξουν την ιεραρχική τάξη μέσα στην οικογένεια. 

Επαγγέλματα που απαιτούν συχνά ταξίδια δημιουργούν παρενέργειες στο γάμο, καθώς προσφέρουν περισσότερες ευκαιρίες για απιστία. Η πίεση του σύγχρονου τρόπου ζωής προκαλεί τους και τις συζύγους να στρέφονται έξω από το σπίτι τους, για κάποιον ή κάποια που θα θέλει να τους ακούει, να τους καταλάβει και να τους παρηγορεί στις ώρες της ανάγκης. Χωρίς κανείς να το προγραμματίζει ή να το θέλει στην αρχή, όλα αυτά οδηγούν στη δημιουργία σχέσεων απιστίας. Αυτοί είναι μόνο μερικοί από τους παράγοντες που συντείνουν προς τη γαμήλια απιστία και το υψηλό ποσοστό διαζυγίων στις μέρες μας.


Η θέση του Θεού απέναντι στο διαζύγιο είναι ολοκάθαρη: “ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, λέγει ότι μισεί τον αποβάλλοντα αυτήν” (εδ.16) γράφει ο Μαλαχίας. Γιατί ο Θεός μισεί τόσο πολύ το διαζύγιο; Επειδή παραβιάζει το αρχικό Του δημιουργικό σχέδιο για το γάμο (Γεν.β:24 Ματθ.ιθ:5-8) και προκαλεί ανείπωτη ταλαιπωρία στα άτομα που εμπλέκονται, καταστρέφοντας συνάμα την οικογένεια και την κοινωνία.

Όμως γιατί ο Μωυσής επέτρεψε στους άνδρες να χωρίζουν τις γυναίκες τους; (Δευτ.κδ:1-3)  Ο Ιησούς απάντησε στους Φαρισαίους πως αυτό έγινε εξαιτίας της σκληρής τους καρδιάς, όμως το διαζύγιο δεν ήταν ποτέ μέσα στο σχέδιο του Θεού για τους έγγαμους ανθρώπους (Ματθ.ιθ:5-8). Πρέπει να θυμόμαστε ότι  ο Μωυσής δεν διέταξε το διαζύγιο, αλλά περιέλαβε νόμους που θα έλεγχαν μια “επιτρεπτή” πρακτική που ήδη προϋπήρχε.

Οπωσδήποτε στις μέρες του Μωυσή το διαζύγιο ήταν πολύ διαφορετικό απ’ ότι είναι σήμερα. Ο Μωυσής το επέτρεψε για δύο λόγους. Πρώτο: Προμήθευε στη γυναίκα ένα έγγραφο προστασίας προκειμένου η κοινωνία να γνωρίζει την πραγματική οικογενειακή της κατάσταση κι αυτό εμπόδιζε την ανταλλαγή συζύγων Δεύτερο: Απαγόρευε σε μια γυναίκα που είχε χωριστεί, να ξαναπαντρευτεί και να ξαναχωρίσει τον πρώτο της άνδρα (Δευτ.κδ:4).

Ο Μαλαχίας προσθέτει ότι ένας που χωρίζει τη γυναίκα του “καλύπτει την βίαν με το ένδυμα αυτού” (εδ.16). Αυτή η εικόνα θα μπορούσε να αποδοθεί ακόμα καλύτερα ως: “η βία καλύπτει” τον άνθρωπο. Όπως το ρούχο ενός ανθρώπου λέει πολλά για εκείνον και καλύπτει όλο το σώμα του, έτσι είναι και με τον άνδρα που χωρίζει τη γυναίκα του για να παντρευτεί μια άλλη γυναίκα. Φέρει σαν ρούχο τόσο το χαρακτήρα του όσο και την αμαρτωλή του πράξη, ώστε να τα βλέπουν όλοι.

Για άλλη μια φορά ο Μαλαχίας προειδοποιεί για να προστατέψει από τη συζυγική απιστία: “διά τούτο προσέχετε εις το πνεύμα σας, και μη φέρεσθε δολίως”

Μια ιστορία λέει για ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι που ενώ έπαιζαν μαζί, άρχισαν ξαφνικά να μαλώνουν και να φωνάζουν. Η μητέρα έτρεξε στην αυλή να δει τι φταίει γι’ αυτή την ξαφνική αναστάτωση. “Δεν μαλώνουμε” είπαν τα παιδιά. “Παίζουμε τους παντρεμένους. Αυτός είναι ο μπαμπάς κι εγώ η μαμά”.

Ο Ιησούς ήρθε για να φέρει ζωή, κι αυτή σε αφθονία. Ο λαός του Θεού δεν έχει απλά ζωή όπως οι άνθρωποι του κόσμου, αλλά άφθονη ζωή. Και θα πρέπει να είμαστε ευτυχισμένοι και χαρούμενοι γι’ αυτό γιατί είναι το θέλημα του Θεού. Θα πρέπει να υπάρχει ειρήνη μέσα στις οικογένειές μας και στις καρδιές μας γιατί ο Ιησούς είπε ότι μας δίνει τη δική Του την ειρήνη. Ο κόσμος δεν ξέρει τίποτα γι’ αυτή την ειρήνη. Οι οικογένειές μας πρέπει να είναι οι καλύτερες πλημμυρισμένες με την αγάπη του Χριστού. Τα παιδιά μας πρέπει να είναι τα πιο ευτυχισμένα. Πολλές φορές λέμε στα παιδιά μας ότι δεν μπορούν να κάνουν κάποια πράγματα σαν χριστιανοί κι αυτό τα λυπεί και τα κάνει να αισθάνονται μόνα και αποκομμένα. Αλλά δεν είναι έτσι. Αν μεγαλώσεις το παιδί σου με την πίστη ότι είναι κάτι ξεχωριστό για τον Κύριο, κι ότι έχει το προνόμιο να είναι παιδί του Θεού, να ζει για το Θεό, να περπατά με το Θεό, να υπηρετεί το Θεό, τα πράγματα αυτού του κόσμου δεν θα το ενδιαφέρουν.

Θα σε βλέπουν να προσεύχεσαι, θα προσεύχονται κι αυτά. Δεν θα είναι ανάγκη να τους λες: Ελάτε να προσευχηθούμε. Αν βλέπουν εσένα να προσεύχεσαι κάθε μέρα, να διαβάζεις τη Γραφή, θα το δουν σαν κάτι το φυσιολογικό και θα το κάνουν κι αυτά. Αν βλέπουν τους γονείς να αγκαλιάζονται, να φιλιούνται και να χαίρονται ο ένας τον άλλο, θα είναι κι αυτά χαρούμενα.

Όταν τα προβλήματα έρθουν στο σπίτι και τα παιδιά δουν ότι ο πατέρας τους οδηγείται από το Πνεύμα του Θεού και ξέρει πώς να γονατίζει, ότι δεν χάνει την ψυχραιμία του, δεν εκρήγνυται αλλά είναι πράος εμπιστευόμενος τον Ιησού κι αυτά θα μεγαλώσουν το ίδιο.

Η πρώτη και βασική ανάγκη οποιουδήποτε σπιτιού είναι η πνευματική ενότητα. Όταν ο άντρας και η γυναίκα έχουν την ίδια πίστη στον Ιησού Χριστό, οι προοπτικές για ένα πετυχημένο γάμο είναι σίγουρα εξασφαλισμένες. Ο προφήτης Αμώς ρώτησε: “Δύνανται δύο να περιπατήσωσιν ομού, εάν δεν είναι σύμφωνοι;” (Αμώς γ:3). Σε πολλές περικοπές της Π.Δ. βρίσκουμε την προειδοποίηση για τα ολέθρια αποτελέσματα ενός γάμου ανάμεσα σ’ ένα πιστό και μη πιστό. Αλλά και ο απόστολος Παύλος γράφει το ίδιο στους Κορινθίους.

Ο πιστός λοιπόν άντρας και η πιστή γυναίκα αποτελούν  μια πνευματική ενότητα που είναι η βάση του πετυχημένου γάμου. Όμως αυτή η ενότητα σαν καθημερινή εμπειρία δεν εξακολουθεί να υφίσταται μηχανικά και αυτόματα, αλλά χρειάζεται συνέχεια να την καλλιεργούμε. Για να διατηρηθεί η πνευματική ενότητα ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα, πρέπει να μην αμελούν τις εκκλησιαστικές συναθροίσεις γιατί το αποτέλεσμα θα είναι ελάττωση αντί για αύξηση. Αργότερα όταν έρθει κι ένα παιδί, οι δικαιολογίες για απουσίες από την εκκλησία αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται. Οι νέοι που αφήνουν την εκκλησία στερούν από τον εαυτό τους την πνευματική τροφή και την κοινωνία που είναι απαραίτητα κι αρχίζουν να συμπληρώνουν το κενό της ζωής τους με άλλες  εξωεκκλησιαστικές δραστηριότητες. Πρέπει ακόμα να διαβάζουν την Αγία Γραφή και να προσεύχονται μαζί.