Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Στη γη του κανενός

Στις 25 Δεκεμβρίου του 1914, στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου στα χαρακώματα του δυτικού μετώπου όπου βρίσκονταν τα αγγλικά και γαλλικά στρατεύματα εναντίον των γερμανικών, ένας γερμανός στρατιώτης βγήκε μέσα από το χαράκωμα και υψώνοντας τα χέρια, σε ένδειξη ότι είναι άοπλος προχώρησε προς τη μεριά των αντιπάλων.

Ηθελε να τους ευχηθεί από κοντά. Μετά από λίγο ένας άγγλος στρατιώτης, πλησίασε κι αυτός με τη σειρά του. Η αρχή είχε ήδη γίνει. Οι υπόλοιποι ακολούθησαν και σύντομα βρέθηκαν όλοι μαζί στο σύνορο που πριν και μετά από εκείνη την μέρα τους χώριζε, το κομμάτι γης που δεν ανήκε σε κανέναν.

Τραγουδούσαν και έπιναν. Οι αναμνήσεις ζεστασιάς που φώλιαζαν μέσα στον καθένα ήταν αρκετές, ώστε να γκρεμίσουν τον παραλογισμό του πολέμου, έστω και για λίγες ώρες. Οι πολιτικές και πολιτισμικές διαφορές δε σήμαιναν τίποτε. Πολλοί απ’ αυτούς, μάλιστα, πριν τον πόλεμο είχαν ζήσει στο κράτος, που τώρα εναντίον του έπρεπε να πολεμήσουν. 

Παρ’ όλο που η αυθόρμητη αυτή κίνηση ξεκίνησε από ένα σημείο των γαλλοελβετικών συνόρων, σύντομα απλώθηκε σε ολόκληρη τη γραμμή του δυτικού μετώπου, μέχρι τις ακτές της Φλάνδρας. Οι στρατηγοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν σε μια τόσο εκτεταμένη κίνηση και από τις δύο πλευρές. Οι πολύ υψηλά ιστάμενοι, που θέλησαν να επιβάλουν την τάξη, δεν τα κατάφεραν. Στις επίσημες αναφορές τους προτίμησαν να αποκρύψουν το γεγονός και να κάνουν ότι δεν συνέβη. Ωστόσο, οι σχετικές φωτογραφίες και οι προσωπικές επιστολές των στρατιωτών στους δικούς τους αποτελούν αδιάψευστα ντοκουμέντα. 

Εκείνη την εποχή καμία εφημερίδα δεν τόλμησε να τις δημοσιεύσει, εκτός από την Daily Mirror, για να μην αποτελέσει παράδειγμα για επόμενες φορές. Μόνο ένας άγγλος ταγματάρχης παρέμεινε ψυχρός απέναντι στο γεγονός και ένας πολύ φιλόδοξος γερμανός δεκανέας εξέφρασε την αντίθετη άποψη. Ο τελευταίος, μάλιστα, είπε ότι θα έπρεπε να απαγορεύονται τέτοιες συνεννοήσεις. Τότε ακόμη δεν είχε το χαρακτηριστικό κολοβό μουστάκι που έγινε το σήμα κατατεθέν του στην παγκόσμια ιστορία ανθρωποσφαγών.

Την ημέρα της ανακωχής περίπου ένα εκατομμύριο στρατιώτες απείχαν του πολέμου. Ακόμη και όταν συμφωνήθηκε η λήξη της, οι στρατιώτες που είχαν προηγουμένως γνωριστεί και ανταλλάξει δώρα (συμβολικά βέβαια, καθώς πρόσφεραν προσωπικά μικροαντικείμενα ο ένας στον άλλον), δεν μπορούσαν να στοχεύσουν τους συνανθρώπους τους και τους νέους φίλους που είχαν αποκτήσει. Μάλιστα, διεξήγαν και παιχνίδια ποδοσφαίρου, όπου η μπάλα ήταν άλλοτε τυλιγμένες κάλτσες, άλλοτε τενεκεδάκια από κονσέρβες ή τσουβάλια παραγεμισμένα.

Αφού ήπιαν και έφαγαν μαζί, στο τέλος της ημέρας έθαψαν τους νεκρούς τους. Αν δεν είχε πραγματοποιηθεί αυτή η ανακωχή, οι νεκροί αυτοί δε θα θάβονταν ποτέ. Η γλώσσα δεν στάθηκε ιδιαίτερο εμπόδιο, αν και υπήρχαν και μεταφραστές. Είναι αξιοσημείωτο ότι την επομένη ένα γερμανικό στράτευμα αρνήθηκε να πολεμήσει. Μια τέτοια ανυπακοή ήταν πολύ σημαντική σε εμπόλεμη περίοδο. Δυστυχώς, δεν βρήκε πολλούς συνεχιστές και λόγω της περιορισμένης έκτασης της στάσης, δεν είχε μεγάλη επίδραση. Ο πόλεμος γύρω συνεχιζόταν∙ ήταν μάταιο. Συνήθως, πεινασμένοι για αίμα αντιπάλων είναι όσοι δεν πήραν μέρος σε κανενός είδους πόλεμο, κυρίως γιατί χτίζουν την στρατιωτική ή την πολιτική τους καριέρα. Αυτοί μένουν ανυποχώρητοι ως το τέλος, γυαλίζοντας τις αστραφτερές τους αρβύλες, απέχοντας συχνά από το πεδίο της μάχης και βγάζοντας λογύδρια, άλλοτε για πατριωτισμό και άλλοτε για ισότητα, σφίγγοντας στην τσέπη τα κονσερβοκούτια ή τα άλλα όπλα τους.

Είναι ενδεικτικό ότι το περιστατικό παρατηρήθηκε την πρώτη χρονιά του πολέμου. Το 1915 η ανακωχή έλαβε μικρότερη έκταση, ενώ το 1916, εξαιτίας του χημικού πολέμου και των φρικαλεοτήτων που είχαν μεσολαβήσει και απ’ τις δύο πλευρές, ήδη οι μαχόμενοι εκατέρωθεν θεωρούσαν τους αντιπάλους τους υπανθρώπους∙ οπότε δεν έγινε καν απόπειρα. Η μέρα αυτή του 1914 υπήρξε η πιο αυθόρμητη έκφραση μίας φωτεινής στιγμής μέσα στο σκοτάδι του πολέμου. Ήρθε να δείξει κάτι που έχουμε μάλλον ξεχάσει∙ ότι μπορούμε να είμαστε άνθρωποι και να διεκδικούμε την ελευθερία, ακόμη και όταν όλα συνηγορούν στο αντίθετο. Ακριβώς επειδή την επομένη της ανακωχής κανείς δεν ήθελε να πολεμήσει, ένας ελεύθερος σκοπευτής δολοφόνησε έναν στρατιώτη που πήγε στο αντίπαλο χαράκωμα να ζητήσει τσιγάρα και να μιλήσει με τους συντρόφους του, που θα έπρεπε να θεωρεί εχθρούς. Όπως όλα δείχνουν, αυτή η δολοφονία στήθηκε, ώστε να αναζωπυρώσει το μίσος. Φανταστείτε τι θα γινόταν αν τελικά κανείς δεν είχε διάθεση για πόλεμο ύστερα από εκείνη τη μέρα; Ο μεγάλος πόλεμος θα ήταν πολύ μικρός και δε θα είχαν σκοτωθεί τόσα εκατομμύρια ψυχές στο βωμό των συνόρων. Γιατί η γη δε θα ήταν κανενός

(αποσπάσματα απο anarchypress.wordpress.com)