Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018

ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ - Στα Ευαγγέλια (2)


Η φωνή από τον ουρανό

Τρεις φορές στη ζωή του Ιησού, μια φωνή ήρθε απ’ τον ουρανό: στο βάπτισμα, στη μεταμόρφωση (Ματθ.ιζ:1-9) και μετά τη θριαμβευτική Του είσοδο στην Ιερουσαλήμ (Ιωάν.ιβ:20-33). Μόλις εξηγήσαμε ότι μια φωνή δεν δηλώνει ένα ξεχωριστό πρόσωπο στη θεότητα, αλλά μόνο μια διαφορετική φανέρωση του πανταχού παρόν Πνεύματος του Θεού.

Σε κάθε μια απ’ τις τρεις περιπτώσεις, η φωνή δεν ήταν προς όφελος του Ιησού, αλλά άλλων και ήρθε για ένα συγκεκριμένο σκοπό. Όπως ήδη εξετάσαμε, η φωνή στη βάπτιση του Ιησού ήταν μέρος των εγκαινίων της επίγειας διακονίας Του. Ήταν για τους ανθρώπους, όπως το περιστέρι ήταν για τον Ιωάννη. Η φωνή σύστησε τον Ιησού σαν τον Γιο του Θεού: «Ούτος είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, εις τον οποίον ευηρεστήθην» (Ματθ.γ:17). Η φωνή στο όρος της μεταμόρφωσης ήταν αναντίρρητα για τους μαθητές που παρακολουθούσαν, γιατί το μήνυμα ήταν: «Ούτος είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, εις τον οποίον ευηρεστήθην, αυτού ακούετε» (Ματθ.ιζ:5). Η τρίτη περίπτωση που ακούστηκε η φωνή συνέβη όταν μια ομάδα Ελλήνων (προφανώς εθνικοί προσήλυτοι) ήρθαν να δουν τον Ιησού. Ο Κύριος εξήγησε ότι η φωνή δεν ήταν γι’ Αυτόν, αλλά για τους ανθρώπους (Ιωάν.ιβ:30).


Οι προσευχές του Ιησού

Οι προσευχές αυτές μήπως σημαίνουν ότι ο Ιησούς και ο Πατέρας είναι δύο διαφορετικά πρόσωπα; Όχι. Αντίθετα, φανερώνουν διάκριση ανάμεσα στο Γιο του Θεού και το Θεό. Ο Ιησούς προσευχόταν σαν άνθρωπος κι όχι σαν ο Θεός. Αν οι προσευχές του Ιησού δείχνουν ότι η θεία φύση Του είναι διαφορετική από του Πατέρα, τότε ο Ιησούς είναι κατώτερος από τον Πατέρα ως προς τη θεότητα. Με άλλα λόγια, αν ο Ιησούς προσευχόταν σαν Θεός, τότε η θέση Του μέσα στη θεότητα πρέπει να είναι κατά κάποιο τρόπο κατώτερη των άλλων «προσώπων». Ακόμα έτσι καταστρέφεται η θέση της τριαδικής θεωρίας ότι και τα τρία πρόσωπα είναι ίσα.

Πώς μπορεί ένας Θεός να προσεύχεται και να είναι ακόμα Θεός; Εξ ορισμού, ο Θεός μέσα στην παντοδυναμία Του δεν έχει ανάγκη προσευχής και σαν ένας, δεν υπάρχει άλλος στον οποίο μπορεί να προσευχηθεί. Αν οι προσευχές του Ιησού αποδεικνύουν ότι υπάρχουν δύο πρόσωπα στη θεότητα, τότε ένα απ’ αυτά τα πρόσωπα είναι υποκείμενο στο άλλο με αποτέλεσμα να μην είναι πλήρης ή αληθινός Θεός.

Τότε, πώς μπορούμε να εξηγήσουμε αυτές τις προσευχές; Η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί, είναι ότι η ανθρώπινη φύση του Ιησού προσευχόταν στο αιώνιο Πνεύμα του Θεού. Η θεία φύση Του δεν χρειαζόταν βοήθεια, παρά μόνο η ανθρώπινη. Όπως ο Ιησούς είπε στον κήπο της Γεθσημανή: «Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σάρξ ασθενής» (Ματθ.κς:41). Στην Εβρ.ε:7 ξεκαθαρίζει ότι ο Ιησούς χρειαζόταν να προσεύχεται μόνο «εν ταις ημέραις της σαρκός αυτού». Κατά τη διάρκεια της προσευχής στη Γεθσημανή, το ανθρώπινο θέλω υποτάχθηκε στο θείο. Με την προσευχή, η ανθρώπινη φύση Του έμαθε να υποτάσσεται και να υπακούει στο Πνεύμα του Θεού (Φιλιπ.β:8  Εβρ.ε:7-8). Αυτό, δεν ήταν μια πάλη ανάμεσα σε δύο θεία θέλω, αλλά ανάμεσα στο σαρκικό και θείο θέλημα στον Ιησού. Σαν άνθρωπος ο Ιησούς, υπέταξε τον εαυτό Του κι έλαβε δύναμη από το Πνεύμα του Θεού.

Κάποιοι μπορεί να διαμαρτυρηθούν γι’ αυτή την ερμηνεία, ισχυριζόμενοι πως αυτό σημαίνει ότι ο Ιησούς προσευχόταν στον εαυτό Του. Ωστόσο, αυτό που πρέπει να καταλάβουμε, είναι ότι ο Ιησούς δεν ήταν σαν όλους τους άλλους ανθρώπους, με την έννοια ότι είχε δύο τέλειες και πλήρεις φύσεις, την ανθρώπινη και τη θεία. Κάτι που μπορεί να είναι παράλογο για ένα κανονικό άνθρωπο, δεν είναι καθόλου παράξενο για τον Ιησού. Μ’ αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι ο Ιησούς προσευχόταν στον εαυτό Του, γιατί αυτό ανακριβώς υπαινίσσεται ότι ο Ιησούς είχε μόνο μία φύση όπως οι κανονικοί άνθρωποι. Αυτό που λέμε, είναι ότι η ανθρώπινη φύση του Ιησού, προσευχόταν στο πλήρωμα της θεότητας που κατοικούσε μέσα Του.

Υπάρχουν δύο εκδοχές, είτε ο Ιησούς σαν Θεός προσευχόταν στον Πατέρα, είτε ο Ιησούς σαν άνθρωπος προσευχόταν στον Πατέρα. Αν η πρώτη εκδοχή είναι σωστή, τότε έχουμε μια μορφή υποτέλειας ενός κατώτερου Θεού προς ένα ανώτερο, κάτι σαν αυτό που υποστήριζε ο Αρειανισμός, ότι δηλαδή το ένα πρόσωπο της θεότητας είναι κατώτερο από το άλλο, δεν είναι όλα ίσα. Αυτό βέβαια έρχεται σε αντίθεση με τη Βιβλική αλήθεια του ενός Θεού, την πλήρη θεότητα του Ιησού Χριστού και την παντοδυναμία του Θεού. Αν η δεύτερη εκδοχή είναι σωστή, κάτι που εμείς πιστεύουμε, τότε δεν υπάρχει διάκριση στα πρόσωπα μέσα στη θεότητα. Η μόνη διάκριση είναι ανάμεσα στην ανθρώπινη και θεία φύση, όχι ανάμεσα σε θεούς.


«Θεέ μου, Θεέ μου, διά τι με εγκατέλιπες»;

Αυτό το εδάφιο (Ματθ.κζ:46), δεν μπορεί να εννοεί ένα πραγματικό αποχωρισμό ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό, γιατί ο Ιησούς είναι ο Πατέρας. Ο Ιησούς είπε: «Εγώ και ο Πατήρ έν είμεθα» (Ιωάν.ι:30). Η Βίβλος δηλώνει καθαρά: «δηλονότι ο Θεός ήτο εν τω Χριστώ, διαλλάσσων τον κόσμον προς εαυτόν» (Β’ Κορ.ι:19). Ο Ιησούς ήταν ο Πατέρας που φανερώθηκε εν σαρκί για να συνδιαλλάξει τον κόσμο στον εαυτό Του. Η κραυγή του Ιησού στο σταυρό δεν σημαίνει ότι το Πνεύμα του Θεού έφυγε από το σώμα, αλλά ότι δεν υπήρχε βοήθεια από το Πνεύμα στον αντικαταστατικό θάνατο για το ανθρώπινο γένος. Δεν ήταν το ένα πρόσωπο της θεότητας που εγκαταλείφθηκε από το άλλο, αλλά η ανθρώπινη φύση που αισθάνθηκε την οργή και την κρίση του Θεού εξαιτίας των αμαρτιών της ανθρωπότητας.

Δεν ήταν δύο γιοι - ένας θείος κι ένας ανθρώπινος - αλλά δύο φύσεις - η θεία και η ανθρώπινη - συγχωνευμένες σ’ ένα πρόσωπο. Το Πνεύμα δεν μπορούσε να ξεχωρίσει από το ανθρώπινο σώμα και η ζωή να συνεχιστεί. Όμως, στην αγωνιώδη διαδικασία του θανάτου Του, ο Ιησούς υπέφερε τους πόνους των δικών μας αμαρτιών και πέθανε καθώς παρέδωσε το πνεύμα Του.

Με άλλα λόγια, αυτό που εννοούσε ο Ιησούς όταν έκραξε «Θεέ μου, Θεέ μου, διά τι με εγκατέλιπες»; ήταν ότι είχε πάρει τη θέση του αμαρτωλού ανθρώπου πάνω στο σταυρό και υπέφερε την πλήρη τιμωρία για τις αμαρτίες. Δεν υπήρξε ελάττωση του πόνου εξαιτίας της θεότητας. Επειδή όλοι έχουν αμαρτήσει (Ρωμ.γ:23) και ο μισθός της αμαρτίας είναι θάνατος (Ρωμ.ς:23), όλο το ανθρώπινο γένος (εκτός τον αναμάρτητο Ιησού) άξιζε το θάνατο. Ο Χριστός πήρε τη θέση μας και υπέφερε το θάνατο που εμείς αξίζαμε (Ρωμ.ε:6-9). Ήταν κάτι περισσότερο από ένα θαρραλέο μάρτυρα όπως ο Στέφανος, ή από μια θυσία της Παλιάς Διαθήκης, γιατί πέθανε στη θέση μας και γεύθηκε εμπειρικά, το θάνατο που εμείς αξίζαμε. Στο σταυρό, γεύθηκε το θάνατο για κάθε άνθρωπο (Εβρ.β:9). Αυτός ο θάνατος δεν ήταν απλά φυσικός, αλλά και πνευματικός που σημαίνει αποχωρισμό απ’ το Θεό (Β’ Θεσ.α:9  Αποκ.κ:14).

Ποτέ, ζωντανός άνθρωπος, πάνω στη γη, δεν αισθάνθηκε αυτό τον πνευματικό θάνατο στην πλήρη του μορφή, γιατί όλοι εμείς ζούμε, κινούμαστε και υπάρχουμε «εν αυτώ» (Πράξ.ιζ:28). Ακόμα και οι άθεοι απολαμβάνουν πολλά ωραία πράγματα όπως τη χαρά, την αγάπη, αλλά και την ίδια τη ζωή. Κάθε τι καλό προέρχεται απ’ το Θεό (Ιάκ.α:17), και η ζωή ξεκινάει και διατηρείται απ’ Αυτόν. Όμως, ο Ιησούς, γεύθηκε τον έσχατο θάνατο - τον αποχωρισμό απ’ το Θεό που ο κάθε αμαρτωλός θα αισθανθεί στη λίμνη του πυρός. Αισθάνθηκε την αγωνία, την απελπισία, την έλλειψη κάθε παρηγοριάς, σαν να ήταν κάποιος αιώνια εγκαταλελειμμένος απ’ το Θεό. Έτσι, η ανθρώπινη φύση του Ιησού, έκραξε πάνω στο σταυρό, καθώς έπαιρνε πάνω Του την αμαρτία όλου του κόσμου και αισθάνθηκε την αιώνια καταδίκη του αποχωρισμού, εξαιτίας αυτής της αμαρτίας (Α’ Πέτρ.β:24).

Δεν πρέπει να υποθέσουμε ότι το Πνεύμα του Θεού αποχωρίστηκε απ’ το σώμα του Ιησού τη στιγμή που εκστόμισε τα λόγια «Θεέ μου, Θεέ μου, διά τι με εγκατέλιπες;». Το Άγιο Πνεύμα άφησε το ανθρώπινο σώμα μόνο στο θάνατο. Στην Εβρ.θ:14 λέει ότι ο Ιησούς πρόσφερε τον εαυτό Του στο Θεό δια του Πνεύματος του αιωνίου. Ακόμα περισσότερο, ο Ιησούς, αναφερόμενος στο θάνατό Του, είπε στους μαθητές Του «Ιδού, έρχεται ώρα και ήδη ήλθε, να σκορπισθήτε έκαστος εις τα ίδια, και να αφήσητε εμέ μόνον αλλά δεν είμαι μόνος, διότι ο Πατήρ είναι μετ’ εμού» (Ιωάν.ις:32). Έτσι, το Αιώνιο Πνεύμα, ο Πατέρας, δεν άφησε το ανθρώπινο σώμα του Χριστού, μέχρι το θάνατό Του.