Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Ζωντανή Πίστη




Ιακώβου β:21-26
Δύο ιστορίες, χρησιμοποιεί ο λόγος του Θεού για να μας διδάξει την αληθινή, τη ζωντανή πίστη, σε αντίθεση με τη νεκρή. Ποια είναι η πίστη που σώζει; Πως φανερώνεται, η πίστη που έχει έργα, και δεν είναι νεκρή;
Σίγουρα είναι ιστορίες που γεννούν πολλά ερωτήματα. Μπορεί ο Θεός να ζητήσει το θάνατο ενός ανθρώπου; Τι Θεός είναι αυτός; Μπορώ να πω ψέματα όταν ο σκοπός είναι καλός; Αυτό δεν έκανε η Ραάβ; Υπάρχουν απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα. Δεν θα τις δώσουμε όμως τώρα. Σας υπόσχομαι κάποια άλλη στιγμή. Δε θα το κάνουμε γιατί αν ασχοληθούμε με αυτό, θα είναι σαν να κοιτάμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος. Θα μελετήσουμε σήμερα τις ιστορίες αυτές από την οπτική γωνία που τις αναφέρει ο Ιάκωβος: σαν ιστορίες πίστης.

Είναι πολύ ενδιαφέρον, γιατί δύο ιστορίες και όχι μία, και κυρίως γιατί αυτές και όχι κάποιες άλλες; Ο Αβραάμ ο πατριάρχης και η Ραάβ η πόρνη. Ένας σεβάσμιος πνευματικός ηγέτης από τη μία. Ένας άνθρωπος που αποτελεί παράδειγμα πίστης, παρόλο που είχε και αναφέρονται οι αδυναμίες του. Μια γυναίκα πόρνη από την άλλη. Ένας άντρας μεγάλος σε ηλικία. Και μια γυναίκα νέα. Ένας άνθρωπος που σε κάποιο σημείο της ζωής του, τον επισκέφθηκε ο Θεός και τον φιλοξένησε. Μια γυναίκα που σε κάθε εποχή της κοινωνίας, λόγω επαγγέλματος, ζούσε στο περιθώριο. Ο πατέρας των Εβραίων από τη μία. Μια εθνική, από την άλλη. Κατά μία έννοια, δύο άκρα.  
Δύο πόλοι όπου κάπου ανάμεσα σε αυτούς, θα μπορούσαμε οι περισσότεροι να δούμε τη ζωή μας. Ας πάρουμε όμως, τις ιστορίες μία-μία: Αβραάμ ο πατήρ ημών δεν εδικαιώθη εξ έργων, ότε προσέφερεν Ισαάκ τον υιόν αυτού επί το θυσιαστήριον; (Ιάκ.β:21). Αλήθεια, πως συμπυκνώνεται μια τέτοια εμπειρία μέσα σε μια μόνο φράση; Για να δούμε, λοιπόν, αυτό την ιστορία από κοντά.
Η ύψιστη απόδειξη της πίστης του Αβραάμ έλαβε χώρα όταν πρόσφερε το παιδί του στο θυσιαστήριο. Αυτό συνέβη πολλά χρόνια αφού ο Θεός τον δικαίωσε δια πίστεως. Ο Αβραάμ μιλούσε με το Θεό, και τον ρώτησε, Κύριε τι θα γίνει με μένα; Ο δούλος μου θα με κληρονομήσει. Και ο Θεός του είπε να κοιτάξει τον ουρανό που ήταν γεμάτος αστέρια και του είπε, «μέτρησε τα αστέρια αν μπορείς. Έτσι θα είναι και το σπέρμα σου». Στο σημείο αυτό διαβάζουμε, Και επίστευσεν εις τον Κύριον· και ελογίσθη εις αυτόν εις δικαιοσύνην (Γέν.ιε:6). Όμως, όταν πρόσφερε τον Ισαάκ, ο κόσμος όλος αντιλήφθηκε πόσο γνήσια και πραγματική ήταν η πίστη του, πίστη ζωντανή όχι νεκρή.
Παρόλο που η εντολή αυτή να θυσιάσει τον Ισαάκ, ουσιαστικά έθετε σε κίνδυνο την υπόσχεση του Θεού, και επίσης αντέκρουε το γεγονός πως ο Θεός απαγόρευε τις ανθρώπινες θυσίες, ο Αβραάμ εμπιστεύθηκε το Θεό. Σηκωθείς δε Αβραάμ ενωρίς το πρωΐ, εσαμάρωσε την όνον αυτού και έλαβε μεθ' εαυτού δύο εκ των δούλων αυτού και Ισαάκ τον υιόν αυτού· και σχίσας ξύλα διά την ολοκαύτωσιν, εσηκώθη και υπήγεν εις τον τόπον τον οποίον είπε προς αυτόν ο Θεός (Γέν.κβ:3).
Δεν είναι τυχαίο που ο Ιάκωβος διάλεξε αυτό το περιστατικό από τη ζωή του Αβραάμ. Δεν διάλεξε το ότι έφυγε από την Ούρ των Χαλδαίων. Δεν αναφέρει το ότι είπε πρώτα στον Λώτ διάλεξε εσύ τον τόπο. Ούτε ότι έδωσε ένα δέκατο στο Μελχισεδέκ τιμώντας το Θεό. Αναφέρει την πιο δύσκολη στιγμή. Το παιδί του.
Δεν γνωρίζω, τι περνούσε από το μυαλό του ανθρώπου εκείνο το πρωί. Έχω δύο παιδιά, και κάθε φορά που προσεύχομαι, ενστικτωδώς, λέω: «Κύριε, φύλαξε τα».
Ακούστε πως απέδωσε το τι μπορεί να ένοιωσε ο πατέρας εκείνος στο άκουσμα αυτής της δοκιμασίας. Διαβάζω από τη «Θυσία του Αβραάμ» του Βιτσέντζου Κορνάρου ο οποίος ήταν από τη Σητεία της Κρήτης, έργο γύρω στα 1600
 
Όφου, τρομάρα με κρατεί, ζάλη μεγάλην έχω,
Κοιμούμενος ή ξυπνητός αν είμαι δεν κατέχω.
Ω, βασιλέα τ’ ουρανού, ίντα γρικούν τ’ αυτιά μου;
Ίντα ‘ν’ ετούτο π΄όρισες εδά στα γηρατειά μου;
Όφου, με ποιαν αποκοτιά να μπει στην όρεξή μου,
Με τίνος λιονταριού καρδιά να σφάξω το παιδί μου;
 
Ποιος θα ήθελε να ξέρει τι ένοιωθε όταν είπε, Και είπεν ο Αβραάμ προς τους δούλους αυτού, Σεις καθίσατε αυτού μετά της όνου· εγώ δε και το παιδάριον θέλομεν υπάγει έως εκεί· και αφού προσκυνήσωμεν, θέλομεν επιστρέψει προς εσάς (Γέν.κβ:5). Και τι έκανε μετά; Και λαβών ο Αβραάμ τα ξύλα της ολοκαυτώσεως, επέθεσεν επί τον Ισαάκ τον υιόν αυτού· και έλαβεν εις την χείρα αυτού το πυρ, και την μάχαιραν, και υπήγον οι δύο ομού. (Γέν.κβ:6). Αυτή τη διαδρομή, ποιος θα ήθελε να την κάνει; Ποιος θα ήθελε να τον ρωτήσει ο γιος του, Ιδού, το πυρ και τα ξύλα· αλλά που το πρόβατον διά την ολοκαύτωσιν;; (Γέν.κβ:7).
Θαυμάζουμε όμως, την απάντηση του πατέρα, Και είπεν ο Αβραάμ, Ο Θεός, τέκνον μου, θέλει προβλέψει εις εαυτόν το πρόβατον διά την ολοκαύτωσιν. Και επορεύοντο οι δύο ομού. (Γέν.κβ:8).
Τι τον έκανε να έχει τόση δύναμη;
Ο Κορνάρος βάζει τον Αβραάμ να προσεύχεται και να λέει:
 
Κι εσύ Θεέ που τ΄όρισες, δως δύναμη κι εμένα
Να κάμω τ’ ανημπόρετα, σήμερα μπορεμένα (!)
 
Τι τον έκανε να έχει τέτοια πίστη; Που βρήκε τη δύναμη να προχωρήσει; Αφού δε έφθασαν εις τον τόπον τον οποίον είπε προς αυτόν ο Θεός, ωκοδόμησεν εκεί ο Αβραάμ το θυσιαστήριον και διέθεσε τα ξύλα, και δέσας τον Ισαάκ τον υιόν αυτού έβαλεν αυτόν επί το θυσιαστήριον επάνω των ξύλων· και εκτείνας ο Αβραάμ την χείρα αυτού, έλαβε την μάχαιραν διά να σφάξη τον υιόν αυτού (Γέν.κβ:9-10). Πως μπόρεσε να το κάνει;
Ο λόγος του Θεού λέει πως ο Αβραάμ ήξερε πως ανεξάρτητα από οτιδήποτε συμβεί στο όρος Μοριά, ο ίδιος και ο Ισαάκ θα γυρνούσαν ζωντανοί. Πως το ήξερε; Ήταν σίγουρος πως όταν ο Θεός του είπε να κοιτάξει τα αστέρια του ουρανού, και όσα πολλά ήταν τα αστέρια, έτσι θα ήταν και οι απόγονοι του, ήξερε πως αυτό ήταν αλήθεια. Ήταν σίγουρος πως ο Θεός θα τηρήσει το λόγο Του. Για αυτό ήταν σίγουρος για τον Ισαάκ. Διά πίστεως ο Αβραάμ, ότε εδοκιμάζετο, προσέφερε τον Ισαάκ, και τον μονογενή αυτού προσέφερεν εκείνος όστις ανεδέχθη τας επαγγελίας, προς τον οποίον ελαλήθη ότι εν Ισαάκ θέλει κληθή εις σε σπέρμα, συλλογισθείς ότι ο Θεός δύναται και εκ νεκρών να ανεγείρη· εξ ων και έλαβεν αυτόν οπίσω παραβολικώς. (Εβρ.ια:17-19).
Ο Αβραάμ πίστευε πως ο Θεός λέει αλήθεια, είναι πιστός σε ό,τι έχει πει, επομένως μπορεί να αναστήσει τον Ισαάκ. Και στην πραγματικότητα, τον πήρε πίσω από τους νεκρούς. Στην καρδιά του Αβραάμ, ο Ισαάκ ήταν ήδη πεθαμένος και τον πήρε αναστημένο.
Δεν ήταν τέλειος άνθρωπος ο Αβραάμ, κάθε άλλο. Αφού πέρασαν πολλά χρόνια μετά την υπόσχεση του Θεού για απογόνους και η Σάρρα δεν έκανε παιδί, πήγε με την Άγαρ. Τα θαλάσσωσε. Γεννήθηκε ο Ισμαήλ, και από τον Ισμαήλ όλοι οι Άραβες και τα προβλήματα ακόμη υπάρχουν. Σε άλλες περιπτώσεις θόλωσε την αλήθεια για να γλιτώσει τη ζωή του. Είπε ότι η Σάρρα είναι αδελφή του μόνο, ενώ ήταν και γυναίκα του. Αν περίμενε να δικαιωθεί με τα έργα του μόνο, δεν θα δικαιώνονταν ποτέ.
Όμως το βασικό σημείο του Ιάκωβου είναι πως παρά τις αμαρτίες του ο Αβραάμ, η συνολική στάση του ήταν στάση πίστης, και η πίστη αυτή με αυτό το περιστατικό έγινε τέλεια: Βλέπεις ότι η πίστις συνήργει εις τα έργα αυτού, και εκ των έργων η πίστις ετελειώθη, (Ιάκ.β:22). Έτσι με αυτή την πράξη, διαβάζουμε και επληρώθη η γραφή η λέγουσα· Επίστευσε δε Αβραάμ εις τον Θεόν, και ελογίσθη εις αυτόν εις δικαιοσύνην, και φίλος Θεού ωνομάσθη. (Ιάκ.β:23). Δηλαδή πραγματοποιήθηκε, αποδείχθηκε η αλήθεια του ότι πίστευε στο Θεό, ότι αγαπούσε το Θεό, ότι η δικαιοσύνη που ο Θεός του χάρισε έφερε καρπό.
 
Η ζωντανή πίστη είναι αυτή που προχωράει σε πράξεις δύσκολες, για το ανθρώπινο μυαλό παράλογες, επειδή πιστεύει στην αλήθεια και τη δύναμη του Θεού.
Η ζωντανή πίστη του Αβραάμ πίστευε πως ο Θεός ανασταίνει νεκρούς.
Η ζωντανή πίστη ξέρει ότι τα διλήμματα που έχει μπροστά της, ακόμη κι αν είναι για τα παιδιά μας, ο Θεός τα ήξερε πριν να συμβούν και όμως, τα άφησε.
Η ζωντανή πίστη ξέρει πως καμιά δοκιμασία δε θα είναι μεγαλύτερη από ότι μπορούμε εκείνη την ώρα να αντέξουμε, και ο Θεός θα δώσει τη λύση. Έτσι υπόσχεται στην Α΄ Κορ.ι:13.
Η ζωντανή πίστη ξέρει πως η υπακοή στο θέλημα του Θεού, είναι πιο σημαντική από καθετί άλλο, ακόμη κι από τα παιδιά μας και από αυτό που εμείς νομίζουμε πως είναι καλό για τα παιδιά μας.
Η ζωντανή πίστη έχει και πεποιθώς ότι εκείνο, το οποίον υπεσχέθη, είναι δυνατός και να εκτελέση. (Ρωμ.δ:21).
Η ζωντανή πίστη βλέπει πέρα από αυτό που βλέπουν τα ανθρώπινα μάτια.
Η ζωντανή πίστη μετατρέπει τους ανθρώπους σε φίλους του Θεού.
 
Περνάμε στη δεύτερη ιστορία τώρα. Ομοίως δε και Ραάβ η πόρνη δεν εδικαιώθη εξ έργων, ότε υπεδέχθη τους απεσταλμένους και εξέβαλεν αυτούς δι' άλλης οδού; (Ιάκ.β:25). Και εδώ μια ολόκληρη αλλαγή ζωής, συμπυκνωμένη σε μια φράση! Ποιος θα το έλεγε πως στην Αγία Γραφή, το ιερό βιβλίο των χριστιανών, την αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο, πως μια πρώην κοινή γυναίκα θα γινόταν παράδειγμα πίστης!
Τι αντίθεση με το προηγούμενο παράδειγμα. Γυναίκα, εθνική, και ανήθικη. Από τους μισητούς ειδωλολάτρες Χαναναίους. Ο πρώτος ο Αβραάμ, ψηλά στην κοινωνία, η άλλη στον πάτο. Κι όμως η Ραάβ η πόρνη βρίσκεται στο κεφάλαιο της πίστης στην προς Εβραίους 11, και ακόμη στη γενεαλογική γραμμή του Χριστού, ήταν η προ-προ γιαγιά του Δαβίδ.  Αξίζει να διαβαστεί: Σαλμών δε εγέννησε τον Βοόζ εκ της Ραχάβ, Βοόζ δε εγέννησε τον Ωβήδ εκ της Ρούθ, Ωβήδ δε εγέννησε τον Ιεσσαί, Ιεσσαί δε εγέννησε τον Δαβίδ τον βασιλέα. Δαβίδ δε ο βασιλεύς εγέννησε τον Σολομώντα εκ της γυναικός του Ουρίου, (Ματθ.α:5-6). Και από τη γενιά του Δαβίδ γεννήθηκε ο Χριστός. Αυτά μόνο στην Αγία Γραφή συμβαίνουν. Και δείχνουν τι μπορεί να κάνει ο Θεός στην καρδιά του ανθρώπου.
Διαβάζουμε λοιπόν στο βιβλίο του Ιησού του Ναυή πως δύο κατάσκοποι πήγαν στην Ιεριχώ και κατέλυσαν στο σπίτι αυτής της γυναίκας. Όταν ο βασιλιάς άκουσε για τους κατασκόπους, έστειλε αντιπροσωπεία στο σπίτι της Ραάβ, αλλά εκείνη τους έστειλε αλλού, τους είπε πως είχαν φύγει πριν το σκοτάδι, και τους πρότεινε να τρέξουν να τους προλάβουν για να τους αιχμαλωτίσουν. Τους είχε όμως, κρύψει στην ταράτσα και τους είχε σκεπάσει με λινοκάλαμα.
Γιατί το έκανε αυτό; Γιατί να βάλει τη ζωή της σε κίνδυνο; Τι θα γινόταν αν δεν την πίστευαν και έμπαιναν να ψάξουν; Δεν το ήξερε αυτό. Δεν μπορούσε να αποκλείσει αυτή την εκδοχή. Παρόλα αυτά το διακινδύνευσε. Γιατί; Ας διαβάσουμε τι είπε στους δύο κατασκόπους αφού έφυγαν οι στρατιώτες του βασιλιά της Ιεριχώ:
Και είπε προς τους άνδρας, Γνωρίζω ότι ο Κύριος έδωκεν εις εσάς την γήν· και ότι ο τρόμος σας επέπεσεν εφ' ημάς, και ότι πάντες οι κάτοικοι της γης ενεκρώθησαν εκ του φόβου σας· επειδή ηκούσαμεν πως ο Κύριος εξήρανε τα ύδατα της Ερυθράς θαλάσσης έμπροσθέν σας, ότε εξήλθετε εξ Αιγύπτου· και τι εκάμετε εις τους δύο βασιλείς των Αμορραίων, τους πέραν του Ιορδάνου, εις τον Σηών και εις τον Ωγ, τους οποίους εξωλοθρεύσατε· και καθώς ηκούσαμεν, διελύθη καρδία ημών, και δεν έμεινε πλέον πνοή εις ουδένα εκ του φόβου σας· διότι Κύριος ο Θεός σας, αυτός είναι Θεός εν τω ουρανώ άνω και επί της γης κάτω. Και τώρα, ομόσατέ μοι, παρακαλώ, εις τον Κύριον ότι, καθώς εγώ έκαμα έλεος εις εσάς, θέλετε κάμει και σεις έλεος εις την οικογένειαν του πατρός μου· και δότε εις εμέ σημείον πίστεως, (Ιησούς του Ναυή β:9-12).
 
Άκουσε όπως και όλοι οι άλλοι τι είχε συμβεί με τους άλλους βασιλιάδες των Αμορραίων και όπως και οι άλλοι, φοβήθηκε. Ο φόβος αυτός όμως, στους κατοίκους της Ιεριχώ προκάλεσε περαιτέρω αντίσταση. Στη δική της ζωή υπήρχε πίστη. Τα ίδια γεγονότα τα ερμηνεύει αλλιώς. «Γνωρίζω ότι ο Κύριος σας έδωσε τη γη». «Ο Κύριος ο Θεός σας, αυτός είναι ο Θεός επάνω στον ουρανό και κάτω στη γη». Πίστεψε πως αυτός είναι ο αληθινός Θεός, αυτός και κανένας άλλος. Και αυτή η πίστη την οδήγησε να ρισκάρει τη ζωή της.
 
Δεν ήταν τέλεια. Προς Θεού. Και ο τρόπος με τον οποίο προστάτεψε τους κατασκόπους είναι αμφιλεγόμενος. Μεγάλωσε σε μια ειδωλολατρική κοινωνία. Η ζωή της ακόμη και μέσα σε αυτή την κοινωνία ήταν στο περιθώριο. Όταν όμως συνειδητοποίησε την αλήθεια, η πίστη της, την οδήγησε σε πράξεις. Και τι πράξεις; Ελέους! Φιλοξένησε, ταΐσε, προστάτεψε αυτούς που είχαν την ανάγκη της. Για αυτό διαβάζουμε, Διά πίστεως η πόρνη Ραάβ δεν συναπωλέσθη με τους απειθήσαντας, δεχθείσα τους κατασκόπους με ειρήνην. (Εβρ.ια:31).
 
Τι κοινό έχουν αυτές οι δύο ιστορίες; Και ο Αβραάμ και η Ραάβ απέδειξαν την πίστη τους όχι με την ομολογία των χειλέων τους, όχι συμμετέχοντας σε κάποιο θρησκευτικό τυπικό, ή θρησκευτική σύναξη. Και στις δύο περιπτώσεις η πίστη τους φανερώθηκε καθώς ό,τι πιο πολύτιμο είχαν το εμπιστεύθηκαν στο Θεό, χωρίς να ξέρουν τι κατάληξη θα υπάρχει.  Η πίστη τους, τους οδήγησε σε υπακοή ανεξάρτητα από το κόστος.
 
Αδελφοί, στη δίνη των μεγάλων σχεδίων, των κομβικών αποφάσεων, των διλημμάτων, του κάθε σταυροδρομιού, εκεί που οι φιλοδοξίες και τα όνειρα, οι ελπίδες, οι φόβοι, η ζωή η ίδια διακυβεύεται, εκεί είναι που θα φανερωθεί τι πραγματικά πιστεύουμε, αν έχουμε πίστη που σώζει, ή όχι. Από το αν τελικά πράξουμε το θέλημα του Θεού, ή μείνουμε στα λόγια. Τελειώνει την παράγραφο ο Ιάκωβος, Διότι καθώς το σώμα χωρίς πνεύματος είναι νεκρόν, ούτω και η πίστις χωρίς των έργων είναι νεκρά. (Ιάκ.β:26).
 
Και προσκαλέσας τον όχλον μετά των μαθητών αυτού, είπε προς αυτούς· Όστις θέλει να έλθη οπίσω μου, ας απαρνηθή εαυτόν και ας σηκώση τον σταυρόν αυτού, και ας με ακολουθή. Διότι όστις θέλει να σώση την ζωήν αυτού, θέλει απολέσει αυτήν· και όστις απολέση την ζωήν αυτού ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος θέλει σώσει αυτήν. (Μάρκ.η:35). Αυτό έκαναν τελικά ο Αβραάμ και η Ραάβ. Πολύ πριν το σταυρό του Χριστού, ο Αβραάμ και η Ραάβ ήταν διατεθειμένοι να πάρουν το σταυρό τους και να ακολουθήσουν. Μίσησαν τη ζωή τους όπως την έδινε αυτός ο κόσμος, για να την κερδίσουν τελικά.
 
Αναφερθήκαμε στην αρχή στην ερώτηση γιατί οι δύο αυτές ιστορίες και όχι κάποιες άλλες. Ο ένας λόγος είναι οι πρωταγωνιστές. Από την κορυφή της κοινωνίας, ως τον πάτο. Ο άλλος λόγος είναι το μέγεθος της υπακοής. Ο Αβραάμ εμπιστεύθηκε το Θεό για το παιδί του. Η Ραάβ εμπιστεύθηκε για τη ζωή της, και για όλη την οικογένειά της. Αν είχαν κάνει λάθος, ο θάνατος τους περίμενε και τους δύο. Το ρίσκο ήταν μεγάλο.
 
Η ζωή μας, και τα παιδιά μας είναι δύο τομείς στη ζωή, που θα φανεί αν έχουμε ζωντανή ή νεκρή πίστη. Ο Χριστός ζητάει το ίδιο από εμάς σήμερα. Όστις αγαπά πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού· και όστις αγαπά υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού· (Ματθ.ι:37).
Αυτή η αγάπη για το Θεό πρέπει να είναι τόσο περισσότερη από την αγάπη για τα παιδιά μας που να φαίνεται σαν μίσος: Εάν τις έρχηται προς εμέ και δεν μισή τον πατέρα αυτού και την μητέρα και την γυναίκα και τα τέκνα και τους αδελφούς και τας αδελφάς, έτι δε και την εαυτού ζωήν, δεν δύναται να ήναι μαθητής μου. (Λουκ.ιδ:26).
 
Κι όμως, για προστατέψουμε τη ζωή μας και τα παιδιά μας, είμαστε πολύ συχνά διατεθειμένοι να συμβιβάσουμε την πίστη μας. Αγαπάμε τα παιδιά μας, πιο πολύ από το Θεό. Και αυτό είναι αμαρτία. Και ξέρετε που οδηγεί. Προσπαθούμε να τα σώσουμε δίνοντας τους το καλύτερο κατά κόσμο, και στην προσπάθειά μας αυτή, τελικά τα χάνουμε.
 
Πρέπει σαν γονείς να υποταχθούμε εμείς πρώτα στο θέλημα του Θεού για τα παιδιά μας. Πρέπει, όμως, να τα δώσουμε στο Θεό κυριολεκτικά. Να τα μάθουμε να αγαπούν το Θεό πρώτα και μετά όλα τα άλλα. Πρέπει να τους δείξουμε πως η μόρφωση δεν είναι το παν στη ζωή. Ο Χριστός είναι. Οι καλοί βαθμοί δίνουν μόρφωση, δεν κάνουν κάποιο σοφό. Ο λόγος του Θεού τον κάνει. Αυτά όμως,  επειδή οι άνθρωποι γύρω μας, ζουν αλλιώς, όταν τα εφαρμόζουμε βδομάδα με τη βδομάδα, θα μοιάζει στα μάτια τους, με αυτό που έκανε ο Αβραάμ, με το να τα βάζουμε στο θυσιαστήριο του Θεού.
 
Αυτό σημαίνει πως η καθημερινότητα και οι προτεραιότητες μας, οι αρχές είναι πολύ συγκεκριμένες. Ο Θεός να μας φυλάξει αδελφοί να μη σκανδαλίσουμε εμείς τα παιδιά μας, αφήνοντας τα να ζήσουν όπως όλοι οι άλλοι, δίνοντας στο Θεό ό,τι περισσεύει.
 
Είναι ευθύνη μας να υποτάξουμε στην αλήθεια του Θεού το πώς μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, τι είναι και τι δεν είναι σημαντικό, τι είναι και τι δεν είναι αληθινό κατά Θεό.
 
Το ίδιο ισχύει και για μας, για τη ζωή μας εν γένει. Ο κόσμος ψάχνει τις μεγάλες συγκινήσεις. Οι νέοι βαριούνται και έχουν ανάγκη να δουν την αδρεναλίνη να ανεβαίνει. Δεν βλέπουν όμως, οι άνθρωποι πως στην προσπάθειά τους, να ζήσουν κάτι το διαφορετικό, αναπαράγουν το ίδιο το σύστημα του κόσμου.
«Εγώ», μου έχουν πει, «δεν μπαίνω στα καλούπια της εκκλησίας, είμαι ελεύθερο πνεύμα». Δεν συνειδητοποιούν πως έτσι μπαίνουν στου κόσμου τα καλούπια και απλά κάνουν ό,τι και οι άλλοι.
 
Ο απόλυτος επαναστάτης ήταν και είναι ο Χριστός. Θες να σώσεις τη ζωή σου; Δώσε τη σε μένα, μας λέει. Ταύτισε τη ζωή σου με το λαό μου, με τη βασιλεία μου, γιατί ο κόσμος αυτός είναι μια Ιεριχώ που σε λίγο θα γκρεμιστεί.
 
Ποια είναι η ζωντανή πίστη; Η πίστη που στις δύσκολες στιγμές, υπακούει στην αλήθεια του Θεού, αφήνοντας στο Θεό τις συνέπειες. Που διαλέγει τη σοφία του Θεού κι ας φαίνεται παράλογη για τον κόσμο. Η πίστη που αγαπάει το Θεό πιο πολύ από οποιοδήποτε άνθρωπο. Η πίστη που υπακούει. Δεν ξέρω σε τι καταστάσεις θα βρεθούμε αύριο. Κανένας άνθρωπος δεν ξέρει. Μόνο ο Θεός. Όμως το τι πραγματικά είμαστε, εκεί θα φανεί. Κρινόμαστε τελικά κάθε μέρα. Με κάθε απόφασή μου, ελέγχω και να δοκιμάζω τον εαυτό μου, αν έχω ζωντανή ή νεκρή πίστη.
 
Αβραάμ ο πατήρ ημών δεν εδικαιώθη εξ έργων, ότε προσέφερεν Ισαάκ τον υιόν αυτού επί το θυσιαστήριον; Βλέπεις ότι η πίστις συνήργει εις τα έργα αυτού, και εκ των έργων η πίστις ετελειώθη, και επληρώθη η γραφή η λέγουσα· Επίστευσε δε Αβραάμ εις τον Θεόν, και ελογίσθη εις αυτόν εις δικαιοσύνην, και φίλος Θεού ωνομάσθη. Βλέπετε λοιπόν ότι εξ έργων δικαιούται ο άνθρωπος και ουχί εκ πίστεως μόνον. Ομοίως δε και Ραάβ η πόρνη δεν εδικαιώθη εξ έργων, ότε υπεδέχθη τους απεσταλμένους και εξέβαλεν αυτούς δι' άλλης οδού; Διότι καθώς το σώμα χωρίς πνεύματος είναι νεκρόν, ούτω και η πίστις χωρίς των έργων είναι νεκρά. (Ιάκ.β:21-26).