Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΟ ΔΕΙΠΝΟ - Ενότητα στο δείπνο

Θα μελετήσουμε την πιο γνωστή, την πιο διαβασμένη περικοπή σχετικά με το Δείπνο του Κυρίου, τα εδάφια που βρίσκονται στην Α΄ Κορ.ια:17-34.

Ο λόγος που κάνουμε αυτή τη μελέτη είναι γιατί συνήθως, μελετούμε από το εδάφιο 23 και μετά, τα εδάφια που αναφέρονται κατά την διάρκεια της τελετής.

Δίνουμε επίσης προσοχή ιδιαίτερη στο εδάφιο 28, «Ας δοκιμάζει δε εαυτόν ο άνθρωπος και ούτως ας τρώγη εκ του άρτου και ας πίνη εκ του ποτηρίου.» Και το καταλαβαίνουμε αυτό σαν μια προειδοποίηση αγάπης του Θεού σε μας, πως δηλαδή πρέπει να κάνουμε την αυτοεξέτασή μας για να δούμε αν υπάρχει αμαρτία στη ζωή μας.


Όλα αυτά είναι σωστά. Όμως, κάθε περικοπή του λόγου του Θεού πρέπει να διαβάζεται, μέσα στο πλαίσιο της, και τα εδάφια αυτά, πρέπει να τα μελετήσουμε μέσα σε όλη την ενότητα που ξεκινά από το εδάφιο 17 και τελειώνει στο 34.


Επιπλέον, πρέπει να θυμόμαστε ότι οι επιστολές είναι γράμματα που τα προκάλεσαν κάποιες περιστάσεις, κάποιο πρόβλημα, μια κατάσταση. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη μας, όλη την επιστολή, όπως και το τι σήμαινε να είναι κάποιος χριστιανός στην Κόρινθο εκείνη την εποχή.

Τι ήταν λοιπόν αυτό, που προκάλεσε το πρόβλημα; Και ποιο ήταν ακριβώς το πρόβλημα που έκανε τον απόστολο Παύλο να τους γράψει, στο εδάφιο 22, «δεν σας επαινώ», και «όταν μαζεύεστε δεν το κάνετε για το καλύτερο αλλά για το χειρότερο»;

Η Κόρινθος ήταν μια σημαντική πόλη. Ήταν σ' ένα στρατηγικό σημείο, χτισμένη σε ένα στενό κομμάτι γης που χώριζε τον Σαρωνικό και τον Κορινθιακό κόλπο. Είχε στον έλεγχό της την εμπορική κυκλοφορία δια ξηράς αλλά και την εμπορική κυκλοφορία ανάμεσα στην Ιταλία και την Ασία, γιατί προτιμούσαν οι έμποροι να περάσουν από την Κόρινθο τα πλοία παρά να πάνε γύρω-γύρω την Πελοπόννησο. Όταν ήταν ελληνική πόλη-κράτος ευδοκίμησε, πλούτισε, και πριν και μετά τον χρυσό αιώνα της Αθήνας.

Αλλά σαν ηγέτιδα πόλη της Αχαΐας, ήρθε σε σύγκρουση με τη Ρώμη και το 146 π.Χ. καταστράφηκε. Έμεινε έτσι για περίπου 100 χρόνια ώσπου ο Ιούλιος Καίσαρας την επανίδρυσε το 44 π.Χ. σαν Ρωμαϊκή αποικία.

Ο Στράβων γράφει πως την επανίδρυσε, λόγω της στρατηγικής σημασίας της. Ποιος δεν ήθελε να ελέγχει αυτό το λιμάνι; Επιπλέον υπήρχαν τα Ίσθμια, που ήταν σε σημασία αμέσως μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες.

Το σημαντικό τώρα είναι ποιοι την κατοίκησαν. Ο Καίσαρας έστειλε ανθρώπους που ήταν απλά ελεύθεροι, όχι αριστοκράτες. Άνθρωποι που στην κοινωνική τάξη ήταν αμέσως μετά τους δούλους. Ο Στράβων λέει πως επειδή υπήρχαν πολλοί τέτοιοι στη Ρώμη, ο Καίσαρας έστειλε πολλούς στην Κόρινθο. Αυτό ήταν και ευκαιρία για τους ανθρώπους αυτούς να ανεβούν κοινωνικά και οικονομικά.

Πενήντα χρόνια μετά, η ευημερία είχε επιστρέψει στην Κόρινθο. Η πόλη ήταν πάλι πλούσια, με κάθε τύπο ανθρώπου. Οι Ρωμαίοι κυριαρχούν βέβαια με τους νόμους τους, τη θρησκεία τους, και την κουλτούρα τους. Παράλληλα η ελληνική κουλτούρα δεν έχει χαθεί. Συνυπάρχει.

Συνυπάρχουν κι αυτοί που λατρεύουν τους θεούς που έφεραν από την Αίγυπτο και την Ασία. Και βέβαια οι Ιουδαίοι με τη συναγωγή τους και την παραξενιά τους, να λατρεύουν μόνο ένα Θεό. Μέσα σ' αυτό το κλίμα, παράλληλα με τις θρησκείες, περισσεύει και η αμαρτία.

Από την πόλη αυτή, λείπει η αριστοκρατία, με την κλασσική έννοια. Υπάρχει, όμως, η αριστοκρατία του χρήματος. Αυτοί οι άνθρωποι που πήγαν για να πετύχουν και πέτυχαν. Αυτοί που είχαν επιχειρηματικό πνεύμα, που ήταν σκληροί στις διαπραγματεύσεις, οι έξυπνοι. Αυτοί που μετρούσαν το πόσο σημαντικός είσαι, ή το πόση σημασία θα σου δώσουν, ανάλογα με το πόσα έχεις, τι έχεις πετύχει, ή τι έχεις καταφέρει.

Έτσι δεν είναι και οι μεγάλες πόλεις σήμερα; Άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου. Άνθρωποι κάθε θρησκείας, κάθε ηλικίας, κάποιοι μορφωμένοι κάποιοι όχι. Δεν διαφέρει και πολύ ο τότε κόσμος από τον σημερινό.

Η εικόνα αυτή της πόλης όπως ήταν φυσικό καθρεφτίζονταν και μέσα στην Εκκλησία. Και μέσα στην Εκκλησία υπήρχαν άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου και κάθε γωνιά της ζωής. Αυτό φαίνεται για παράδειγμα και από εκείνο το πολύ γνωστό εδάφιο, στο ιβ:13, «Διότι ημείς πάντες δια του ενός Πνεύματος εβαπτίσθημεν εις εν σώμα, είτε Ιουδαίοι, είτε Έλληνες, είτε δούλοι, είτε ελεύθεροι.» Και βέβαια αν κοιτάξει κάποιος τα ονόματα των πιστών που αναφέρονται και στις δύο επιστολές θα βρει Ιουδαίους, Ρωμαίους, Έλληνες.

Θα βρει πλούσιους και φτωχούς, όπως για παράδειγμα στο α:26 διαβάζουμε: Επειδή βλέπετε την πρόσκλησιν σας αδελφοί, ότι είσθε ου πολλοί σοφοί κατά σάρκα, ου πολλοί δυνατοί, ου πολλοί ευγενείς. Δεν ήταν πολλοί πλούσιοι ούτε μορφωμένοι. Κάποιοι ήταν δούλοι. Γράφει στο ζ:20-21, «Έκαστος εν τη κλήσει, καθ' ην εκλήθη, εν ταύτη ας μένη.  Εκλήθης δούλος; μη σε μέλη· αλλ' εάν δύνασαι να γείνης ελεύθερος, μεταχειρίσου τούτο καλήτερα.»

Πως μπορείς λοιπόν, να κάνεις εκκλησία με τόσο διαφορετικούς ανθρώπους;

Το γράμμα αυτό αντιμετωπίζει προβλήματα που ξεπηδούν από το γεγονός ότι όπως κι εμείς, έτσι κι εκείνοι άφηναν πολύ συχνά τον κόσμο της Κορίνθου να μπαίνει μέσα στην εκκλησία.

Πως μπορούν άνθρωποι πλούσιοι και φτωχοί, μορφωμένοι και αμόρφωτοι να κάτσουν μαζί; Και κυρίως πως μπορούν να δουν ο ένας τον άλλον «στα μάτια», σαν ίσος προς ίσο;

Πρέπει οι πλούσιοι και οι μορφωμένοι να μάθουν να μην υποτιμούν, αλλά να φροντίζουν, χωρίς να θέλουν να γίνεται το δικό τους. Οι φτωχότεροι να μη ζηλεύουν. Οι πλούσιοι να μην κάνουν τις δικές τους κλίκες και αφήνουν τους άλλους απέξω.

Βέβαια διαχωρισμοί συνέβαιναν όταν μαζεύονταν μαζί. Δεν υπήρχε εκκλησιαστικό κτήριο. Και έτσι μαζεύονταν στα σπίτια αυτών που θα μπορούσαν να τους χωρέσουν όλους. Πρέπει να ήταν τουλάχιστον 50 άτομα στην Κόρινθο. Υπάρχουν ανασκαφές από σπίτια μεγάλα στην Κόρινθο, που έχουν καταδείξει πως θα μπορούσε να δημιουργηθεί πρόβλημα κοινωνικό σε μια κατ’ οίκον εκκλησία. Υπήρχε η τραπεζαρία που χώραγε 9 με 12 άτομα. Και οι υπόλοιποι θα έτρωγαν στην αυλή ή οποία θα μπορούσε να χωράει 30-50 άτομα κατά μέσο όρο.

Καθώς μαζεύονται λοιπόν, μαζί με το Κυριακό Δείπνο, τρώνε και το φαγητό τους. Δεν ξέρουμε πως ακριβώς το έκαναν. Αν το έκαναν πριν η μετά. Υπάρχει μια άποψη ότι τελούσαν το Δείπνο και μετά έτρωγαν. Ή μπορεί να έτρωγαν πρώτα και μετά να είχαν το Δείπνο. Μπορεί ακόμη και να το έκαναν ταυτόχρονα με κάποιο τρόπο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο είχαν κοινωνία όλοι μαζί και θυμόντουσαν τι έκανε ο Κύριος για αυτούς σε όλη την διάρκεια του γεύματος.

Και εδώ ακριβώς ήταν το πρόβλημα. Σε μια κοινωνία που είναι τόσο ταξική, που μετράει το χρήμα πάνω απ’ όλα, ήταν πολύ εύκολο όταν η εκκλησία ήταν στο σπίτι ενός πλούσιου, οι όμοιοι του να πάνε στην τραπεζαρία και οι άλλοι να πάνε στην αυλή. Προσέξτε, μπορεί σήμερα να μην εκδηλώνονται έτσι οι κοινωνικές διαφορές. Μπορούν να εκδηλωθούν όμως, αλλιώς. Και μπορεί να μην είναι το χρήμα που μας ξεχωρίζει, αλλά μπορεί να είναι άλλοι λόγοι.
Καθώς παρακολουθούμε αυτά, ας σκεφτόμαστε με ποιους τρόπους είναι πιθανόν να κάνουμε το ίδιο λάθος σήμερα.
         
Γράφει λοιπόν, στο εδ.17 «δεν επαινώ ότι συνέρχεσθε ουχί δια το καλήτερον αλλά δια το χειρότερον.» Όταν μαζεύεστε σαν εκκλησία, δεν μαζεύεστε για καλό. Τα κάνετε τα πράγματα χειρότερα. Και στο εδ.18 εξηγεί, «Διότι πρώτον μεν όταν συνέρχησθε εις την εκκλησίαν, ακούω ότι υπάρχουσι σχίσματα μεταξύ σας, και μέρος τι πιστεύω.»


Αυτά τα σχίσματα δεν είναι τα ίδια με αυτά που αναφέρει στην αρχή της επιστολής. Εκεί τα σχίσματα είχαν να κάνουν με το ποιος ηγέτης τους άρεσε καλύτερα, ο Παύλος ή ο Απολλώς ή ο Κηφάς. Εδώ τα σχίσματα αφορούν το πως βλέπουν ο ένας τον άλλον. Είναι κοινωνικά σχίσματα.

Και προσέξτε με πόση σοφία χειρίζεται το θέμα ο απόστολος Παύλος: «Και μέρος τι πιστεύω» τους γράφει. Ένα κομμάτι σίγουρα το πίστευε. Ποιοι του το είπαν; Πιθανώς οι αδικούμενοι, οι φτωχότεροι, οι χαμηλότεροι κοινωνικά. Επειδή όμως, ξέρει πως πάντα η ανθρώπινη φύση μας, μας οδηγεί να βάζουμε «αλατοπίπερο» επειδή ξέρει πως όποιος αδικείται δεν μπορεί να είναι 100% αντικειμενικός και δίκαιος με τον άλλο που πιστεύει πως τον αδικεί. Επειδή τα ξέρει όλα αυτά, τους γράφει, τους πιστεύω κατά ένα μέρος.

Πριν προχωρήσει να εξηγήσει γιατί τους πιστεύει κάνει μια θεολογική παρένθεση. Πιθανόν η παρένθεση να είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους πιστεύει αυτούς που του έφεραν τα δυσάρεστα νέα των σχισμάτων. Γράφει στο 19 λοιπόν, «διότι είναι ανάγκη να υπάρχωσι και αιρέσεις μεταξύ σας, δια να γείνωσι φανεροί μεταξύ σας οι δόκιμοι.»

Πως μπορεί να το πει αυτό; Ο ίδιος άνθρωπος που στην αρχή της επιστολής τους μαλώνει για τα σχίσματά τους; Η απάντηση είναι στην εξής λεπτομέρεια. Δεν λέει πως τα σχίσματα είναι καλό πράγμα. Λέει πως είναι αναγκαίο. Ο Θεός τα χρησιμοποιεί και αυτά, για να φανεί ποιοι είναι οι δόκιμοι.

Είπαμε ότι τα σχίσματα εδώ είναι κοινωνικά, όχι θεολογικά. Δηλαδή φανερώνουν ποιοι είναι τελικά αυτοί των οποίων η συμπεριφορά άλλαξε. Ποιοι είναι αυτοί που έχουν μάθει να βλέπουν τους ανθρώπους αλλιώς, τη ζωή αλλιώς. Ποιοι είναι αυτοί που όταν βλέπουν την εκκλησία, δεν βλέπουν μόρφωση, χρήμα, καταγωγή, φύλο, ηλικία, καριέρα, επιτυχία, αλλά βλέπουν το Χριστό. Βλέπουν το σώμα Του όπως είναι. Δόκιμοι είναι αυτοί που βλέπουν πως εδώ «μέσα» οι χωρισμοί που υπάρχουν «έξω», έχουν σβήσει.

«Δόκιμος», λοιπόν, είναι αυτός που έχει μάθει να βλέπει την εκκλησία, τους αδελφούς του, μέσα από τα μάτια του Θεού, σαν παιδιά του Θεού και τίποτα άλλο. Και θα υπάρξουν περιστάσεις στις οποίες όλοι θα κριθούμε, γιατί αργά ή γρήγορα θα φανεί αν θεωρούμε τους άλλους υπερέχοντες, ή αν τους υποτιμούμε στη συνείδησή μας.

Πάμε τώρα στο εδάφιο 20: Όταν λοιπόν συνέρχησθε επί το αυτό, τούτο δεν είναι να φάγητε Κυριακόν δείπνον. Αυτό που λέει είναι, πως καθώς συνέρχεστε σαν εκκλησία, αυτό που έχετε καταντήσει να κάνετε δεν είναι Κυριακό Δείπνο.

Δεν είναι το δείπνο του Κυρίου, αν και ανήκει στον Κύριο. Μαζεύεστε και κάνετε τα πράγματα χειρότερα: Παίρνετε το δείπνο του Κυρίου, και το καταντάτε να μην είναι του Κυρίου.

Γιατί; Εδ.21: «διότι έκαστος λαμβάνει προ του άλλου το ίδιον εαυτού δείπνον εν τω καιρώ του τρώγειν, και άλλος μεν πεινά, άλλος δε μεθύει». Όπως είπαμε το δείπνο του Κυρίου γίνονταν σε συνδυασμό με κοινό γεύμα. Καθώς λοιπόν μαζεύονται, «έκαστος» και εννοεί αυτούς που «έχουν» σε αντίθεση με αυτούς που «δεν έχουν», την ώρα που τρώνε, τρώει το δικό του δείπνο, και καταλήγετε στο δείπνο που είναι για τον Κύριο να μένουν κάποιοι νηστικοί και να πεινάνε, ενώ κάποιοι άλλοι....

Είναι ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς σε ιστορικούς της περιόδου εκείνης, πως σε μια ταξική κοινωνία όπως της Κορίνθου, ακόμη και το φαγητό που σερβίρονταν ήταν ανάλογο της σημασίας του καλεσμένου. Δηλαδή στο ίδιο γεύμα, οι πιο σημαντικοί έπαιρναν περισσότερο και καλύτερο φαγητό από τους άλλους! Αυτό συνέβαινε ακόμη και με το κρασί. Οι φίλοι και οι όμοιοι κοινωνικά έπαιρναν το καλύτερο, ενώ οι άλλοι όχι τόσο καλό.

Κάτι τέτοιο μπορεί να συνέβαινε και στην Εκκλησία. Προσέξτε πάλι το εδάφιο 21,  «διότι έκαστος λαμβάνει προ του άλλου το ίδιον εαυτού δείπνον εν τω καιρώ του τρώγειν, και άλλος μεν πεινά, άλλος δε μεθύει.» Δεν ξέρουμε αν το δικό του δείπνο υπονοεί το δείπνο που έφερε μαζί του, ή το δείπνο που του αντιστοιχούσε στο σπίτι που είχαν μαζευτεί. Και τα δύο είναι πιθανά.

Όπως και να έχει, αφού το Δείπνο συνδυάζονταν με γεύμα, η πραγματικότητα είναι πως κάποιοι έτρωγαν καλά παράλληλα με το δείπνο, ενώ όσοι δεν είχαν χρήμα ή θέση κοινωνική περιορίζονταν πιθανώς μόνο στο ψωμί και στο κρασί του Δείπνου. Ο κόσμος είχε έρθει μέσα στην Εκκλησία. Αυτά που τους χώριζαν «έξω» από την εκκλησία, τους χώριζαν και «μέσα» στην Εκκλησία.

Γι’ αυτό και καταλήγει στο εδάφιο 22, «Μη δεν έχετε οικίας δια να τρώγητε και να πίνητε; Ή την εκκλησίαν του Θεού καταφρονείτε, και καταισχύνετε τούς μη έχοντας; Τι να σας είπω; Να σας επαινέσω εις τούτο; Δεν σας επαινώ.»

Σκληρά λόγια: Έχετε σπίτια για να φάτε και να πιείτε. Αν αυτό που κάνετε είναι μόνο μια γιορτή, να πάτε σπίτια σας να το κάνετε. Δεν χρειάζεται να καταφρονείτε την εκκλησία του Θεού και να καταντροπιάζετε αυτούς που δεν έχουν!

Όταν αδιαφορώ για τους άλλους και προσβάλλω τους άλλους με τη συμπεριφορά μου, επειδή δεν είναι σαν κι εμένα, τότε περιφρονώ την εκκλησία του Θεού και ντροπιάζω αυτούς που δεν έχουν.

Το δείπνο του Κυρίου, και η Εκκλησία κατ’ επέκταση είναι ο τόπος που η ασχήμια της κοινωνίας σταματάει. Το δείπνο είναι του Κυρίου.  Και το να είμαι δοκιμασμένος πιστός σημαίνει πως δεν ξεχωρίζω κανέναν αδελφό στην καρδιά μου. Είμαι ένα σώμα με αυτούς.

Και σ’ αυτό το σημείο ο Παύλος τους πάει πίσω, στην ιστορία των ευαγγελίων, για να τους θυμίσει ότι το Δείπνο είναι μια διακήρυξη ότι ανήκουμε σε ένα σώμα.

ι:16-17, «το ποτήριον της ευλογίας, το οποίον ευλογούμεν, δεν είναι κοινωνία του αίματος του Χριστού; Ο άρτος, τον οποίον κόπτομεν, δεν είναι κοινωνία του σώματος του Χριστού;  Διότι είς άρτος, έν σώμα είμεθα οι πολλοί· επειδή πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν.»

Η παρουσία μας εδώ συμβολίζει ότι είμαστε ένα σώμα. Το Δείπνο είναι μια διακήρυξη που κάνουν όλοι οι πιστοί σαν ένα σώμα για το Χριστό. Διακηρύττουμε πως όπως κόβουμε από το ένα ψωμί έτσι ανήκουμε στο ίδιο σώμα. Το ψωμί συμβολίζει την ενότητά μας.

Δεν είναι δυνατόν λοιπόν, όταν παίρνουμε τον άρτο να λέμε ότι ανήκουμε σε ένα σώμα και να μην νοιαζόμαστε γι' αυτό το σώμα. Δεν είναι δυνατόν με τη συμμετοχή μου να λέω ότι είμαι ένα σώμα μαζί σου, και ταυτόχρονα να σε περιφρονώ, να σε κουτσομπολεύω. 

Εδάφιο 26: Διότι οσάκις αν τρώγητε τον άρτον τούτον και πίνητε το ποτήριον τούτο, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλλετε, μέχρι της ελεύσεως αυτού. 

Κάθε φορά που καθόμαστε στην τράπεζα του Κυρίου, πάμε στην αρχή της σωτηρίας μας. Θυμόμαστε τι μας έφερε εδώ. Τι μας ένωσε. Ένας θάνατος. Ο θάνατος του Ιησού Χριστού.

Ας δούμε τώρα σε τι πρακτικά συμπεράσματα μας οδηγεί όλη αυτή η διδασκαλία. Διαβάζουμε από το εδάφιο 27 ως και το 29: "Ώστε όστις τρώγη τον άρτον τούτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, ένοχος θέλει είσθαι του σώματος και αίματος του Κυρίου. Ας δοκιμάζη δέ εαυτόν ο άνθρωπος, και ούτως ας τρώγη εκ του άρτου και ας πίνη εκ του ποτηρίου· διότι ο τρώγων και πίνων αναξίως τρώγει και πίνει κατάκρισιν εις εαυτόν, μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου."

Τι σημαίνει να συμμετέχω ανάξια; Σημαίνει πως δεν έχω καταλάβει ότι το τραπέζι αυτό είναι τραπέζι ενότητας. Αν στο μυαλό μου, στην καρδιά μου κάποιοι δεν είναι τόσοι καλοί όσο εγώ, ή τόσο σημαντικοί όσο εγώ, τότε διακηρύττω κάτι που δεν το πιστεύω. Στο τραπέζι αυτό καταγγέλλω το θάνατο του Χριστού για μένα και το γεγονός ότι τώρα είμαστε ένα σώμα. Δεν είναι κάτι που το κάνω μόνος μου. Αλλά «μαζί» με άλλους.

Αν λοιπόν έρχομαι και συμμετέχω, αλλά δεν είμαι ενωμένος με τους άλλους, τότε είμαι ένοχος. Είμαι ένοχος γιατί δεν λέω την αλήθεια. Λέω κάτι που δεν το πιστεύω πραγματικά. Και θα πρέπει να με πειθαρχήσει ο Θεός.

Πρέπει να εξετάσω τον εαυτό μου, να δω αν πράγματι μπορώ να δω τους άλλους σαν αδελφούς μου, σαν σώμα μου. Αφού θα σταθώ μια μέρα στο Θεό μπροστά για να κριθώ, καλά θα κάνω να κρίνω τον εαυτό μου από τώρα. Δεν είναι τόσο μια κλήση για εσωτερικό έλεγχο με την έννοια να ομολογήσω στο Θεό τις προσωπικές αμαρτίες μου. Είναι να κάνω τον αυτοέλεγχό μου για το πως βλέπω τα αδέλφια μου.

Γιατί αν τρώω και πίνω ανάξια, εδάφιο 29, δεν «διακρίνω» το σώμα του Κυρίου. Δεν καταλαβαίνω τι διακηρύττω, τι κάνω, τι υπόσχομαι. Και όταν το κάνω αυτό, τρώω και πίνω κατάκριση. Αυτό που διακηρύττω αλλά δεν το ζω, με κρίνει, με κατακρίνει μπροστά στο Θεό.

Και ξέρετε πόσο σημαντικό είναι; Τόσο σημαντικό που ο Θεός πειθάρχησε την εκκλησία Του στην Κόρινθο, με αρρώστια και θάνατο. Και συνεχίζει στο 31, Διότι εάν διεκρίνομεν εαυτούς, δεν ηθέλομεν κρίνεσθαι. Αν βλέπαμε τον εαυτό μας όπως έπρεπε και δεν δικαιολογούσαμε τα αδικαιολόγητα, ο Θεός δεν θα μας έκρινε. Το κάνει όμως, για να μας «παιδεύσει». Προσέξτε δεν σημαίνει πως αυτοί που πέθαναν ή αρρώστησαν, χάθηκαν αιώνια. Σημαίνει ότι ο Θεός τους πειθάρχησε και μαζί με αυτούς και όλη την Εκκλησία, για να μην κατακριθούν με τον κόσμο στην τελική κρίση.

Τι σημαίνει λοιπόν, αυτό για μας; Σημαίνει πως πρέπει να εξετάσουμε τη ζωή μας, σαν άτομα και σαν εκκλησία για το αν βλέπουμε τους αδελφούς μας, σαν σώμα Χριστού, σαν κομμάτι δικό μας. Όταν θα πάρεις μέρος θα διακηρύξεις πως οι άλλοι που παίρνουν ανήκουν στο ίδιο σώμα με σένα. Κι αυτό είναι τόσο σοβαρό που, αν το κάνουμε με ελαφριά καρδιά ο Θεός είναι διατεθειμένος να μας πειθαρχήσει αυστηρά.

Δηλαδή θα πει κάποιος υπάρχει περίπτωση εμείς να κάνουμε το ίδιο λάθος; Η απάντηση είναι «ναι». Μπορεί να ντροπιάσουμε τους αδελφούς  μας με τον ίδιο ή με παρόμοιο τρόπο. Οτιδήποτε μας οδηγεί να περιφρονήσουμε την εκκλησία του Θεού και να ντροπιάσουμε τους αδελφούς μας, είναι η ίδια αμαρτία. Διασπά το σώμα του Χριστού.

Η περιφρόνηση μπορεί να φανεί με πολλούς τρόπους. Από το «πως» σε χαιρετάω, από το «αν» σε χαιρετάω. Αν σου μιλάω, αν σε κοιτάζω. Μπορεί να φανεί από το «πόσο» υπολογίζω την γνώμη σου, «αν» την υπολογίζω. Το αν κάποιος άνθρωπος μου είναι σημαντικός ή όχι, αυτό θα φανεί σύντομα. Επίσης αν για κάποιον αδιαφορώ και αυτό θα φανεί.

Πόσες φορές δεν ασχολούμαστε με τους αδελφούς, γιατί είμαστε απασχολημένοι με τους δικούς μας φίλους. Το ίδιο πράγμα κάνουμε, ό,τι έκαναν οι Κορίνθιοι, όχι επειδή είναι πλούσιοι οι φίλοι μας, αλλά επειδή τους αισθανόμαστε πιο κοντά μας, ενώ τους άλλους όχι.

Όταν δεν με ενδιαφέρει αν πόνεσα κάποιον ή αν τον πλήγωσα, τότε αδιαφορώ. Αν δεν με ενδιαφέρει να συγχωρήσω, τότε αδιαφορώ, γιατί λέω πως ο «άλλος» δεν είναι σημαντικός. Όταν δεν ξέρω για τις ανάγκες του άλλου, γιατί ποτέ δεν φρόντισα να μάθω, περιφρονώ την Εκκλησία του Χριστού. Όταν δείχνω με το δάχτυλο κάποιον ως «μεγάλο» αμαρτωλό αλλά ποτέ δεν νοιάστηκα να πάω σπίτι του να μάθω τι έγινε και γιατί έγινε περιφρονώ την Εκκλησία του Χριστού.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, δεν ζω σαν σώμα. Καταλαβαίνουμε λοιπόν, πως η αυτοεξέτασή μας, δεν περιορίζεται μόνο στο αν συγχώρεσα τους άλλους. Αυτό είναι μόνο μία πλευρά του θέματος. Και να έχω συγχωρέσει και η καρδιά μου να είναι καθαρή από αυτό το θέμα, πρέπει να εξετάσω αν πραγματικά ενδιαφέρομαι για τους άλλους.

Αν όχι, τι νόημα έχει να πάρω μέρος; Για να μην πουν οι άλλοι ότι δεν πήρα; Και τι έγινε; Στο Θεό θα σταθούμε μια μέρα μπροστά, όχι στους ανθρώπους.

Βέβαια, η λύση δεν είναι να πω πως δεν θα πάρω μέρος στο δείπνο. Και αυτό είναι αμαρτία. Ο Κύριός μας, μας πρόσταξε να παίρνουμε μέρος. Η λύση είναι να μετανοήσω από την αμαρτία μου και να αγαπήσω με καθαρή καρδιά.