Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Εθελοθρησκεία ή καθαρή θρησκεία;


Παλιά η ιστορία! Πολύ παλιά! Ο άνθρωπος, το πλάσμα του Θεού, από τότε που σήκωσε το κεφάλι του ενάντια στον Πλάστη και Δημιουργό του - για να ελευθερωθεί δήθεν, ενώ στην πραγματικότητα έγινε σκλάβος του εαυτού του - προσπαθεί να βρει τρόπους, σκέψεις και θεωρίες για να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους, ότι δεν υπάρχει Θεός. Ο σκοπός είναι να μπορεί ανενόχλητος και «μακάριος» να ζει την εγωιστική του ζωή.

Η αθεΐα, η θεωρία που αποκρούει την πίστη στον υπερφυσικό κόσμο, δέχεται πως ο κόσμος μας δεν δημιουργήθηκε, αλλά είναι αιώνιος και άφθαρτος, όπως και ότι δεν υπάρχει καμία προσωπική ή θεία αιτία που τον διοικεί με πρόνοια. Ο Πρωταγόρας πίστευε πως η γνώση των θεών, αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν, είναι ακατόρθωτη. Πλάσματα της φαντασίας και του φόβου είναι οι θεοί, έλεγε ο Δημόκριτος.
Στο πέρασμα των χρόνων, η θεωρία του αθεϊσμού πήρε διάφορες και ποικίλες μορφές, με αποκορύφωμά της, στον περασμένο κυρίως αιώνα, τον υλισμό που διακήρυττε ότι όλα είναι ύλη. Από την πιο μικρή άψυχη πέτρα, μέχρι τον άνθρωπο, τα πάντα έχουν όχι μόνο την αφετηρία τους, αλλά και την αιτία τους στην ύλη και τις ιδιότητές της. Ντύθηκε μάλιστα ο υλισμός με λαμπρούς μανδύες που είχαν ονόματα όπως ιστορικός, διαλεκτικός και ιδιαίτερα επιστημονικός υλισμός.
Έτσι, όχι φιλοσοφικά, θεωρητικά, αλλά επιστημονικά, πειραματικά, προσπάθησαν να παρουσιάσουν στον κόσμο την ιδέα περί Θεού σαν ένα παραμύθι αντίθετο με τα επιστημονικά συμπεράσματα και τη σοβαρότητα του ανθρώπου.
Όμως, το έμφυτο θρησκευτικό συναίσθημα δεν ξεριζώθηκε και δεν μπορούσε να ξεριζωθεί. Τίποτε άλλο δεν απέδειξαν παρά μονάχα τη Βιβλική αλήθεια «είπεν ο άφρων εν τη καρδία αυτού, δεν υπάρχει Θεός» (Ψαλμ.ιδ:1).
Περισσότερη όμως ζημιά έκανε κι εξακολουθεί να κάνει, όχι τόσο η επιστημονική προσπάθεια για αθεΐα, όσο η  εθελοθρησκεία.
Η λέξη αυτή είναι σύνθετη από το «θέλω» και «θρησκεία». Συναντάμε και πριν από τη χριστιανική γραμματεία, λέξεις σύνθετες με πρώτο συνθετικό το «εθέλω», όπως εθελοκοφεύω, εθελοκαλώ, εθελοδουλία, εθελοπρόξενος κ.α., αλλά με δεύτερο συνθετικό τη «θρησκεία», τη συναντούμε για πρώτη φορά στην Καινή Διαθήκη και μόνο μία φορά, στην επιστολή του αποστόλου Παύλου προς Κολοσσαείς. Φαίνεται ότι είναι δικό του δημιούργημα η λέξη αυτή.
Γράφει λοιπόν ο απόστολος Παύλος: «Εάν λοιπόν απεθάνετε μετά του Χριστού από των στοιχείων του κόσμου, διά τι, ως ζώντες εν τω κόσμω υπόκεισθε εις διατάγματα (Μη πιάσης, μη γευθής, μη εγγίσης, τα οποία πάντα φθείρονται διά της χρήσεως) κατά τα εντάλματα και τας διδασκαλίας των ανθρώπων; τα οποία έχουσι φαινόμενον μόνον σοφίας, εις εθελοθρησκείαν, και ταπεινοφροσύνην και σκληραγωγίαν του σώματος, εις ουδεμίαν τιμήν έχοντα την ευχαρίστησιν της σαρκός» (Κολ.β:20-23).
Εθελοθρησκεία, είναι η αυθαίρετη θρησκεία, η θρησκεία του Θεού όπως τη μηχανεύεται και την περιγράφει για τον εαυτό του ο άνθρωπος, αντίθετα με τη φύση και το περιεχόμενο της αληθινής χριστιανικής πίστης. Το Βυζαντινό λεξικό Σουίδας μας δίνει πολύ όμορφα το νόημα της λέξης: «εθελοθρησκεία, ιδίω θελήματι σέβει το δοκούν». (δοκώ = κατά τη δική μου θέληση απόφαση, γνώμη).
Εδώ, ο ρόλος των σκοτεινών δυνάμεων του ψεύδους και της διαβολής είναι τεράστιος! Δεν προσπαθούν να κάνουν τον άνθρωπο άθεο, γιατί δύσκολα γίνεται, αλλά προσπαθούν να τον κάνουν «θρήσκο» (να θρησκεύεται). Εθελοευσεβή, εθελόθρησκο, να λατρεύει το θεό της αρεσκείας του που ο ίδιος δημιουργεί, ώστε το θρησκευτικό συναίσθημα να ικανοποιείται κάπως, αλλά κοινωνία με το ζωντανό Θεό να μην έχει. Είναι αλήθεια, ότι τ’ αποτελέσματα της εθελοθρησκείας στα λεγόμενα χριστιανικά κράτη και στις λεγόμενες χριστιανικές εκκλησίες, είναι αφάνταστα καταστρεπτικά.
Φαίνεται, πως η αρχαιότερη χριστιανική αίρεση, είναι ακριβώς αυτή που περιγράφεται στην προς Κολοσσαείς β:16-23. Ιδέες και πράξεις κάποιων χριστιανών στις Κολοσσαίς που ο απόστολος Παύλος συνοψίζει με τη λέξη εθελοθρησκεία. Δεν πρόκειται για διδασκαλία που ήρθε έξω απ’ την εκκλησία, όπως αυτή των Ιουδαϊζόντων, αλλά είναι σαν μια καινούρια σχολή σκέψης μέσα στην εκκλησία, με σπέρματα Γνωστικισμού, της αίρεσης του 2ου αιώνα που τόσο τάραξε το λαό του Θεού.
Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι τα στοιχεία που συνθέτουν την εθελοθρησκεία είναι τέσσερα:
1. Ορθολογισμός
2. Μυστικισμός
3. Ασκητισμός
4. Τυπικισμός
Αυτά αναφέρονται αντίστοιχα:
1. Στη διάνοια
2. Στην πνευματική συνείδηση
3. Στην ηθική θέληση
4. Στο θρησκευτικό συναίσθημα
Με τον ορθολογισμό, τους ερμήνευαν το χριστιανισμό με όρους της προσχεδιασμένης δικής τους φιλοσοφικής θεωρίας. Ήταν πρώτα φιλόσοφοι και μετά Χριστιανοί. Ήταν τόσο Χριστιανοί, όσο η φιλοσοφία τους επέτρεπε. Ο Χριστός, δεν ήταν το κέντρο των σκέψεων και των διαλογισμών, δεν ήταν ο Κύριος της καρδιάς και της νόησης. Κατασκεύαζαν ένα διανοητικό είδωλο μέσα στη σκέψη τους, το οποίο λάτρευαν και υπηρετούσαν.
Όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσης δεν ήταν στο Χριστό, γι’ αυτούς, αλλά στους εαυτούς τους, στην παράδοση των ανθρώπων και στα στοιχεία του κόσμου.
Η σοφία τους, ήταν σοφία λέξεων. Το αποτέλεσμα ήταν μια ζωή ασυνέπειας και χαμηλής ηθικής στάθμης. Ο απόστολος Παύλος δεν ήθελε ν’ αποθαρρύνει τους πιστούς να ζητούν τη γνώση, αλλά να τους αποτρέψει από τη διανοητική αναζήτηση. Πολλές φορές τους ενθάρρυνε για την ανάγκη μιας καλύτερης αντίληψης, μιας βαθύτερης γνώσης «των μυστηρίων του Θεού», αφήνοντας κατά μέρος την «ψευδώνυμον γνώσιν» (Α’ Τιμ.ς:20) και να ζητούν την «επίγνωσιν του Θεού», την προχωρημένη, τέλεια γνώση.
Δημιουργούσαν λοιπόν, το θεό της καρδιάς τους, το θεό που τους άρεσε. Λατρεύω το Θεό όπως θέλω, όπως ξέρω, όπως νομίζω, είναι η θρησκεία των πολλών. Δημιουργώ έτσι ένα θεό ηθικά αδιάφορο, με κατανόηση για τις ελεεινότητές μου, ένα θεό που αν δεν επιδοκιμάζει την ανηθικότητά μου, τουλάχιστον την ανέχεται! Στην τελευταία ανάλυση, ο Θεός που λατρεύω, είναι προέκταση του αμαρτωλού εαυτού μου. Μια θρησκεία χωρίς ηθική.
Άλλοτε, πάλι, δημιουργούν με το νου τους ένα θεό ξερής ηθικής, αγαθοεργίας, καλών έργων, μακριά όμως απ’ την πηγή της γνήσιας ηθικής ζωής, τον Ιησού Χριστό, τον αληθινό Θεό. Μια θρησκεία με ανθρώπινη ηθική, αλλά χωρίς Θεό.
• Κάνω ότι μπορώ για το καλό των συνανθρώπων μου!
• Δεν βλάπτω κανένα, αυτό έχει αξία!
• Η καλή υπόληψη είναι το παν!
Τους αρέσει η διδασκαλία του Χριστού, το κοινωνικό ευαγγέλιο, αλλά χωρίς την πηγή του, το Χριστό.
Ο άνθρωπος ξέρει από την πείρα του ότι ματαιοπονεί κι ότι ο καλύτερος εαυτός του σε στιγμές έξαρσης και ειλικρίνειας, είναι ανίκανος για μια σωστή και ηθικά τέλεια πράξη. Ας θυμηθούμε τι λέει ο Εκκλησιαστής ζ:20 «Δεν υπάρχει άνθρωπος δίκαιος επί της γής, όστις να πράττη το καλόν και να μην αμαρτάνη».
Τα στοιχεία  του μυστικισμού και του ασκητισμού που περικλειόταν στην εθελοθρησκεία των Κολοσσαίων, πηγαίνουν, αν και όχι πάντοτε, μαζί. Στην ιστορία της εκκλησίας, σημειώθηκαν έντονα σε διάφορες εποχές, ιδιαίτερα το Μεσαίωνα.
Ο Πυθαγόρας, το δεύτερο μισό του 6ου π.Χ. αιώνα, ίδρυσε μια σχολή μυστικιστικής και ασκητικής φιλοσοφίας, που οι αρχές της, αργότερα, υιοθετήθηκαν σε μεγάλο βαθμό, από το σύστημα του Πλάτωνα.
Στα χρόνια που γράφει ο Παύλος στους Κολοσσαείς, ο Πυθαγόρας και ο Πλατωνικός μυστικισμός ήταν πολύ της μόδας στη Μ. Ασία και την Αίγυπτο. Η Αλεξανδρινή σχολή του Φίλωνα, μετέφερε αυτές τις αρχές του μυστικισμού στον Ιουδαϊσμό. Ο Νεοπλατωνισμός του 4ου και 5ου αιώνα, δια του οποίου η ειδωλολατρική φιλοσοφία έδωσε  τον τελευταίο αγώνα ύπαρξής της και επέδρασε βαθιά σε αρκετούς, δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά η αναζωογόνηση του αρχαίου Ελληνικού μυστικισμού σε μια εντονότερη θρησκευτική μορφή.
Ο Μοντανισμός, (η αίρεση του Μοντανού) του 2ου αιώνα, είχε ακριβώς την ίδια βάση με το μυστικισμό των Κολοσσαίων και τη μυστικιστική τάση μέσα στην εκκλησία. Για το μυστικισμό αυτό, η πνευματική συνείδηση του ατόμου είναι η πηγή και το κριτήριο της αλήθειας. Ο Θεός πρέπει ν’ αναζητιέται με τη διαίσθηση. Με τη συγκέντρωση της σκέψης, τους στοχασμούς και τη βοήθεια κατάλληλα πειθαρχημένων συμβολικών ιεροτελεστιών, βρίσκεται ο δρόμος της σωτηρίας, του οποίου σκοπός είναι, η διάχυση του ανθρώπου μέσα στη θεία φύση. Η εσωτερική συνείδηση, η πνευματική νόηση, θεωρείται σαν πρωταρχική πηγή αποκάλυψης. Μετά, ξεκινά η φαντασία, οι οράσεις των αγγέλων, τα μυστικά ουράνια μηνύματα που συλλαμβάνονται μόνο από τους μεμυημένους. Ανάμεσα σ’ αυτά, οι άγγελοι παρουσιάζονται σαν μεσιτικά πρόσωπα, γιατί ο άνθρωπος είναι αδύνατο να πλησιάσει ένα τόσο υψηλό Θεό. Έχει ανάγκη από τη μεσιτεία κατώτερων υπάρξεων.
Στις μέρες μας, αυτή η τάση κάνει θραύση με τις ανατολικές θρησκείες, που με ιεραποστολικό ζήλο διαδίδονται στα  λεγόμενα χριστιανικά κράτη. Ο ασκητισμός, η καταπίεση και τυραννία του σώματος, σαν μέσο κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό,  δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διαστρέβλωση της αληθινής και ευγενικής εσωτερικής ώθησης για επαφή με το Θεό, που όμως καταλήγει σε μίσος εναντίον του σώματος και του υλικού κόσμου.
Σ’ αυτό το στοιχείο της εθελοθρησκείας, παλιάς και νέας, όπως ακριβώς και στην Αλεξανδρινή θεοσοφία, το σώμα είναι η πηγή του κακού, η φυλακή μέσα στην οποία έχει κλειστεί η ψυχή, με αποτέλεσμα να είναι αποχωρισμένη απ’ το Θεό. Μόνο με το σπάσιμο των αλυσίδων των αισθήσεων και το ρίξιμο του βάρους της σάρκας, γίνεται κανείς καθαρό πνεύμα και υψώνεται προς το Θεό.
Πόσο μακριά απέχει αυτή η θέση από τη γνήσια χριστιανική διδασκαλία, όταν η Καινή Διαθήκη διδάσκει πως ακόμα και το σώμα του λυτρωμένου πιστού, είναι όργανο αγάπης, πρόνοιας και μαρτυρίας της δόξας του Θεού εδώ στη γη, ένας ναός του Θεού!
Το τέταρτο στοιχείο, ο τυπικισμός, η τυπολατρία, μας ενδιαφέρει περισσότερο, γιατί βρίσκεται συχνότερα στη σύγχρονη ζωή του λεγόμενου χριστιανικού κόσμου. Ακόμα είναι αυτό που σε μεγάλο βαθμό σκοτίζει το νου και εξαπατά τον άνθρωπο, απομακρύνοντάς τον απ’ τον σωστό τρόπο λατρείας του αληθινού Θεού και τη γνήσια χριστιανική ζωή.
Είναι η αγάπη και αφοσίωση στα εξωτερικά στοιχεία της χριστιανικής λατρείας. Οι φιλοσοφούντες στις Κολοσσαίς, αγαπούσαν και εκτιμούσαν το Ιουδαϊκό τυπικό της λατρείας του Θεού για την εκφραστικότητά του και το συμβολισμό της αλήθειας και το τηρούσαν μάλλον σαν μέσο πνευματικής αυτοκαλλιέργειας παρά σαν υπακοή στο Νόμο. Γι’ αυτό επέμεναν στην τήρηση ιερών εορτών και πανηγυριών, σε διάκριση φαγητών, στην περιτομή, στη μελέτη και θρησκεία των αγγέλων, χωρίς όμως να δίνουν μεγάλη σημασία στις θυσίες του Ιουδαϊσμού, όπως οι Εσσαίοι. Το σύστημά τους ήταν Ιουδαϊκό στους εξωτερικούς τύπους, αλλά τέλεια διαφορετικό στο πνεύμα και στην τάση. Η ευσέβειά τους δεν είχε βάθος και ρεαλισμό, γι’ αυτό και δεν αναγνώριζαν στο Χριστό «την εικόνα του Θεού» και «την νέαν ζώσαν οδόν» προς το Θεό. Ο Θεός γι’ αυτούς, βρισκόταν πολύ μακριά από τον άνθρωπο, και τους ήταν αδύνατο να Τον πλησιάσουν χωρίς μεσιτείες και μεσίτες. Ο Θεός ήταν ένα μεγάλο, αφηρημένο άπειρο, όχι «ο ζων πατήρ». Η θρησκεία τους ήταν ένα περίτεχνο τέχνασμα που ικανοποιούσε την απατηλή καρδιά τους.
Η τυπολατρία δεν είναι το θλιβερό «προνόμιο» μόνο μιας εκκλησίας. Βρίσκεται παντού, σ’ όλες τις εκκλησίες σε διάφορες μορφές και βαθμούς. Είναι μια θρησκεία αδάπανη και αδιάφορων ηθικών εντολών. Μια θρησκεία που δεν ανακατεύεται στις καθημερινές ουσιαστικές σχέσεις του ανθρώπου (σπίτι, δουλειά, ψυχαγωγία κλπ) με το συνάνθρωπό του. Μια θρησκεία ανθρώπινων παραδόσεων, πανηγυρικών συνάξεων, νηστειών, μια θρησκεία χωρίς ηθική, άψυχη. Γι’ αυτό είναι τόσο ελκυστική και με πολλούς οπαδούς!
Αντιπροσωπευτικοί τύποι της υπήρξαν οι Φαρισαίοι της εποχής του Χριστού, άνθρωποι πολύ θρησκευόμενοι, τυπολάτρες, ζηλωτές και συντηρητικοί στις διδασκαλίες τους.
Είναι παλιά συνήθεια αυτή η αγάπη του ανθρώπου στα εξωτερικά στοιχεία της λατρείας. Το αποτέλεσμα είναι να χάνει την ουσία που αξίζει και που κοστίζει!
«Διά τι ενηστεύσαμεν, λέγουσι, και δεν είδες; εταλαιπωρήσαμεν την ψυχήν ημών, και δεν εγνώρισας; Ιδού, εν τη ημέρα της νηστείας σας ευρίσκετε ηδονήν, και καταθλίβετε πάντας τους μισθωτούς σας. Ιδού, νηστεύετε διά δίκας και έριδας, και γρονθίζετε ασεβώς. Μη νηστεύετε, καθώς την σήμερον, διά να ακουσθή άνωθεν η φωνή σας. Τοιαύτη είναι η νηστεία την οποίαν εγώ έκλεξα; να ταλαιπωρή ο άνθρωπος την ψυχήν αυτού μίαν ημέραν; να κλίνη την κεφαλήν αυτού ως σπάρτον, και να υποστρόνη σάκκον και στάκτην εις εαυτόν; νηστείαν θέλεις ονομάσει τούτο, και ημέραν δεκτήν εις τον Κύριον; Η νηστεία την οποίαν εγώ έκλεξα, δεν είναι αύτη; το να λύης τους δεσμούς της κακίας, το να διαλύης τα βαρέα φορτία, και το να αφίνης ελευθέρους τους καταδεδυναστευμένους, και το να συντρίβης πάντα ζυγόν; Δεν είναι το να διαμοιράζης τον άρτον σου εις τον πεινώντα, και να εισάγης εις την οικίαν σου τους αστέγους πτωχούς; όταν βλέπης τον γυμνόν, να ενδύης αυτόν και να μη κρύπτης σεαυτόν από της σαρκός σου;» (Ησ.νη:3-7).
«Μη φέρετε πλέον ματαίας προσφοράς το θυμίαμα είναι βδέλυγμα εις εμέ. Τας νεομηνίας και τα σάββατα, την συγκάλεσιν των συνάξεων, δεν δύναμαι να υποφέρω, ανομίαν και πανηγυρικήν σύναξιν» (Ησ.α:13).
Έτσι έβλεπε και βλέπει ο ζωντανός Θεός αυτή την τρομερή εκδήλωση της εθελοθρησκείας.
Εθελοθρησκεία! Σπουδαία λέξη, γεμάτη νόημα για τη σημερινή εκκλησία, για πολλούς ονομαζόμενους Χριστιανούς!…
Ο Χριστός καυτηρίασε αυτή τη λατρεία των χειλέων, των συναισθηματισμών και του τυπικισμού, όταν είπε: «…έξωθεν μεν φαίνεσθε εις τους ανθρώπους δίκαιοι, έσωθεν όμως είσθε πλήρεις υποκρίσεως και ανομίας» (Ματθ.κγ:28).
Πέρα από τη ρηχή, καταστρεπτική και εγωκεντρική εθελοθρησκεία, που παρουσιάζεται και στην εποχή μας, κάτω από διάφορες μορφές, μέσα στις εκκλησίες, υπάρχει και η καθαρή θρησκεία, η αληθινή χριστιανική πίστη που κάθε σοβαρός και ειλικρινής άνθρωπος μπορεί, αν θέλει, να γνωρίσει. Είναι η πίστη στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, είναι ο ίδιος ο Χριστός που ομορφαίνει τη ζωή του ανθρώπου και τη γεμίζει με νόημα.
Ο Θεός είναι αγάπη. Από δω ξεκινά η καθαρή θρησκεία. Είναι ο Άγιος Θεός που έπλασε τον άνθρωπο κατά την εικόνα Του και τώρα εργάζεται για να τον κάνει και κατά την ομοίωσή Του. Καθένας που θέλει να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, μπορεί εύκολα ν’ αναγνωρίσει μέσα του την ξεπεσμένη ανθρώπινη φύση, αδύνατη να γνωρίσει και να έρθει σε κοινωνία με το Θεό. Ο Θεός όμως αποκάλυψε τον Εαυτό Του, τη φύση Του, την ουσία Του, την αγάπη Του στον άνθρωπο. Φανέρωσε τον τρόπο και έδωσε το μέσο με το οποίο η αμαρτωλή καρδιά μπορεί να καθαριστεί και να γίνει άγια, για να μπορεί ο άνθρωπος να γίνει «κοινωνός θείας φύσης» και να έχει συνεχή κοινωνία με τον Ύψιστο.
Η μεσιτική ιδέα υπάρχει λίγο πολύ σ’ όλες τις θρησκείες γιατί απηχεί τη βαθύτερη επιθυμία του ανθρώπου για τρόπο επικοινωνίας με το Θεό. Ο Ιώβ έκραξε: «δεν υπάρχει μεσίτης μεταξύ ημών, διά να βάλη την χείρα αυτού επ’ αμφοτέρους ημάς;» (Ιώβ θ:33).
Ο Θεός απάντησε σε κάθε ανάλογη κραυγή με τη χειρονομία της αγάπης Του, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Ο Θεός, φανερώθηκε με σωματική μορφή (Α’ Τιμ.γ:16), ο άνθρωπος Ιησούς είναι ο μόνος μεσίτης όπως γράφει ο απόστολος Παύλος «διότι είναι είς Θεός, είς και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Χριστός Ιησούς, όστις έδωκεν εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων» (Α’ Τιμ.β:5,6).
Στο σταυρό του Γολγοθά έγινε η λύτρωση του ανθρώπου, για ένα καινούριο ξεκίνημα, για μια νέα άγια και καθαρή ζωή, που η ομορφιά της και η χαρούμενη έκφρασή της θα ικανοποιούν απόλυτα την καρδιά του, αφού γι’ αυτό ακριβώς είναι πλασμένη.
Πόσες προσπάθειες δεν έγιναν στην ανθρώπινη ιστορία, πόσα ηθικά και φιλοσοφικά συστήματα δεν αναπτύχθηκαν, για να κάνει ο άνθρωπος, τον άνθρωπο, άνθρωπο! Η αποτυχία ήταν οικτρή. Ακόμα και οι πιο ειλικρινείς, βλέποντας τον εαυτό τους, δεν μπορούσαν να μη γίνουν πεσιμιστές. Απογοητεύτηκαν και σταμάτησαν.
Δεν είναι η προσπάθεια των ανθρώπων με την καλή τους ζωή που ευχαριστεί το Θεό και κερδίζει γι` αυτούς μια θέση στον ουρανό. Είναι ο Θεός που έρχεται με την αγάπη Του να ψάξει γι` ανθρώπους που είναι χαμένοι, λέγοντάς τους: «Ελάτε σε μένα κι ας μοιραστούμε τη ζωή μαζί»!
Όλες οι θρησκείες του κόσμου, υποδεικνύουν στους ανθρώπους τρόπους για να φτάσουν το Θεό. Για το Θεό όμως, όλες αυτές οι προσπάθειες είναι μάταιες. Αν μπορούσε ο άνθρωπος να φτάσει το Θεό με κάποιο άλλο τρόπο, τότε ο Χριστός πέθανε άδικα πάνω στο σταυρό! Η σωτηρία έγκειται στην αποδοχή του σχεδίου του Θεού.
Ο λόγος του Θεού αναφέρεται στο «ευαγγέλιο της σωτηρίας μας» (Εφες.α:13) και ο απόστολος Παύλος ξεκαθαρίζει ποιο είναι αυτό το ευαγγέλιο στην Α’ Κορ.ιε:1-4 όταν λέει: «Σας φανερόνω δε, αδελφοί, το ευαγγέλιον το οποίον εκήρυξα προς εσάς, το οποίον και παρελάβετε, εις το οποίον και ίστασθε δια του οποίου και σώζεσθε, τίνι τρόπω σας εκήρυξα αυτό, αν φυλάττητε αυτό εκτός εάν επιστεύσατε ματαίως. Διότι παρέδωκα εις εσάς εν πρώτοις εκείνο, το οποίον και παρέλαβον, ότι ο Χριστός απέθανε δια τας αμαρτίας ημών κατά τας γραφάς, και ότι ετάφη, και ότι ανέστη την τρίτην ημέραν, κατά τας γραφάς».
Λέει ακόμα στην επιστολή προς Θεσσαλονικείς ότι πρέπει να υπακούσουμε σ΄ αυτό το ευαγγέλιο (Β’ Θεσ.α:8,9). Το ερώτημα είναι, πώς μπορεί κανείς να υπακούσει στο θάνατο, την ταφή και την ανάσταση του Χριστού, γιατί αυτό είναι το ευαγγέλιο!
Ο απόστολος Πέτρος έδωσε την απάντηση στο βιβλίο Πράξεις των αποστόλων β:38 όταν είπε: «Μετανοήσατε, και ας βαπτισθή έκαστος υμών εις το όνομα του Ιησού Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και θέλετε λάβει την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος». Η μετάνοια, έχει να κάνει με το θάνατο, το βάπτισμα με την ταφή και η ανάσταση με το Άγιο Πνεύμα (Ρωμ.ς). Με άλλα λόγια είναι το ίδιο πράγμα που ο Ιησούς είπε στο Νικόδημο (Ιωάν.γ:5).
Είναι αυτό που στη γλώσσα της Βίβλου, της γραπτής αποκάλυψης του Θεού, ονομάζεται άνωθεν γέννηση, καινή κτίσις (Β’ Κορ.ε:17), παλιγγενεσία (Τίτ.γ:5). Ένα πνεύμα εσωτερικής αλλαγής τόσο πραγματικό, όσο και η ύπαρξή μας, τόσο όμορφο και λαμπρό, όσο η ομορφιά και η λαμπρότητα του Θεού. Με το θαύμα της αναγέννησης, εμφυτεύεται απ’ το Θεό μέσα στον άνθρωπο, ένα μόνιμο υπερφυσικό στοιχείο νέας ζωής, με τη δύναμη του οποίου ο άνθρωπος δεν ζει πια την παλιά του ζωή, αλλά τη ζωή του Χριστού.
Για να συντελέσει όμως ο Θεός το θαύμα της εσωτερικής καθαρότητας στον άνθρωπο, είναι απαραίτητη προϋπόθεση ο άνθρωπος να ποθήσει ειλικρινά και βαθιά ν’ απαλλαγεί από την παλιά ζωή του και να γεμίσει με την άγια ζωή του Χριστού.
Η άγια χριστιανική ζωή έχει πλάτος, βάθος και είναι συνεχής, «Άγιοι, γίνεσθε, διότι εγώ είμαι άγιος» (Α’ Πέτρ.α:16). Ο Χριστιανός, ο οπαδός της καθαρής θρησκείας του Χριστού, είναι ένας άγιος μέσα σε μια σάπια κοινωνία. Άγιος, στη χριστιανική γλώσσα της καθαρής θρησκείας, σημαίνει τον αγωνιστή, το δραστήριο, το θαρραλέο, τον ασυμβίβαστο στις ηθικές προσταγές, ένα άνθρωπο γεμάτο με τη χαρά της ζωής. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εξωτερική αγιότητα είναι το άνοιγμα της θέλησης του πιστού στις υπερφυσικές ενέργειες του Αγίου Πνεύματος.
Μέσα στα λόγια του αποστόλου Παύλου προς τους Γαλάτες, περικλείεται όλο το νόημα των νέων σχέσεων του πιστού ανθρώπου προς το περιβάλλον του.
«Μετά του Χριστού συνεσταυρώθην, ζω δε ουχί πλέον εγώ, αλλ’ ο Χριστός ζή εν εμοί» (Γαλ.β:20)
«Εις εμέ δε μη γένοιτο να καυχώμαι, ειμή εις τον σταυρόν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, διά του οποίου ο κόσμος εσταυρώθη ως προς εμέ, και εγώ ως προς τον κόσμον» (Γαλ.ς:14).
Τούτη η θρησκεία, η καθαρή, η γνήσια χριστιανική, δίνει στον άνθρωπο τη βαθύτερη ικανοποίηση της ζωής. Εδώ, το κέντρο είναι ο Χριστός ο οποίος βασιλεύει σαν Κύριος μέσα στην καρδιά του πιστού. Τότε, για τον αληθινό Χριστιανό, «το ζήν είναι ο Χριστός».
«Δια να γίνησθε άμεμπτοι και ακέραιοι, τέκνα Θεού αμώμητα εν μέσω γενεάς σκολιάς και διεστραμμένης, μεταξύ των οποίων λάμπετε ως φωστήρες εν τω κόσμω» (Φιλιπ.β:15).