Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2018

Γένεση (104)


Γέν.κζ:34-38 Ότε ήκουσεν ο Ησαύ τους λόγους του πατρός αυτού, ανέκραξε κραυγήν μεγάλην και πικράν σφόδρα· και είπε προς τον πατέρα αυτού, Ευλόγησόν με, και εμέ, πάτερ μου. Ο δε είπεν, Ήλθεν ο αδελφός σου μετά δόλου, και έλαβε την ευλογίαν σου. Και είπεν ο Ησαύ, Δικαίως εκαλέσθη το όνομα αυτού Ιακώβ, διότι τώρα δευτέραν ταύτην φοράν με υπεσκέλισεν· έλαβε τα πρωτοτόκιά μου, και ιδού, τώρα έλαβε και την ευλογίαν μου. Και είπε, Δεν εφύλαξας δι' εμέ ευλογίαν; Και, απεκρίθη ο Ισαάκ, και είπε προς τον Ησαύ, Ιδού, κύριόν σου έκαμα αυτόν, και πάντας τους αδελφούς αυτού έκαμα δούλους αυτού, και εστήριξα αυτόν με σίτον και οίνον· και τι λοιπόν να κάμω εις σε, τέκνον μου; Και είπεν ο Ησαύ προς τον πατέρα αυτού, Μήπως ταύτην μόνην την ευλογίαν έχεις, πάτερ μου; ευλόγησόν με, και εμέ, πάτερ μου. και ύψωσεν ο Ησαύ την φωνήν αυτού, και έκλαυσε.


Η αντίδραση του Ησαύ θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν αναμενόμενη. Ο απόστολος Παύλος αποκαλεί τον Ησαύ «βέβηλο» στην Εβρ.ιβ:15-17. Απ’ αυτά τα εδάφια μαθαίνουμε ότι βέβηλος είναι αυτός που θέλει να έχει συγχρόνως τη γη και τον ουρανό. Να απολαμβάνει τα παρόντα χωρίς να χάνει τα δικαιώματά του για το μέλλον. Κάθε κατ’ όνομα χριστιανός που είναι κοσμικός και η συνείδησή του δεν έχει αισθανθεί την ενέργεια της αλήθειας με αποτέλεσμα η καρδιά του να μένει πάντοτε ξερή από την επιρροή της χάρης του Θεού, είναι σ’ αυτή την κατάσταση, και δυστυχώς ο αριθμός αυτών είναι μεγάλος.

Φαίνεται ότι ο Ησαύ τώρα άρχισε να καταλαβαίνει την αξία των πνευματικών ευλογιών. Όμως μπορεί αυτό το σπαρακτικό κλάμα του (εδ.38) να μην ήταν από μετάνοια αλλά από αγανάκτηση, μίσος και φθόνο για τον αδελφό του. Μπορεί να ήταν μια προσπάθεια να μεταπείσει τον πατέρα του ή να πάρει ό,τι μπορούσε κι αυτός. Βλέπουμε τί φιλοξενούσε μέσα του ο Ησαύ, πράγμα που τον έκανε ανάξιο για τα πρωτοτόκια. Δεν μετανόησε ειλικρινά και δεν πένθησε μπροστά στο Θεό! Το ίδιο έκαναν οι Ιουδαίοι όταν μετατοπίστηκαν οι ευλογίες του πρωτότοκου απ’ αυτούς στους εθνικούς. Σκότωσαν τον Ιησού, τον κεχρισμένο του Θεού!

Ο Ιακώβ πήρε τα πρωτοτόκια και την ευλογία. Αν πραγματικά ο Ησαύ είχε εκτιμήσει αυτά δεν θα τα πουλούσε με τόση ευκολία. Ο Θεός επειδή ήξερε αυτή την επιπόλαιη καρδιά του απέναντι στις ευλογίες Του, τον απέρριψε κι ευλόγησε τον Ιακώβ. Αν είμαστε σαρκικοί, θα παίρνουμε τ’ απομεινάρια.... αν είμαστε πνευματικοί, θα πάρουμε την ευλογία, θα είμαστε στην Αρπαγή!

Γέν.κζ:39-41 Και απεκρίθη Ισαάκ ο πατήρ αυτού, και είπε προς αυτόν, Ιδού, η κατοίκησίς σου θέλει είσθαι εις το πάχος της γης, και εις την δρόσον του ουρανού άνωθεν· και με την μάχαιράν σου θέλεις ζη, και εις τον αδελφόν σου θέλεις δουλεύσει, όταν δε υπερισχύσης, θέλεις συντρίψει τον ζυγόν αυτού από του τραχήλου σου. Και εμίσει ο Ησαύ τον Ιακώβ, διά την ευλογίαν με την οποίαν ευλόγησεν αυτόν ο πατήρ αυτού· και είπεν ο Ησαύ εν τη καρδία αυτού, Πλησιάζουσιν αι ημέραι του πένθους του πατρός μου· τότε θέλω φονεύσει Ιακώβ τον αδελφόν μου.

Ο Ησαύ παίρνει κάποιες υλικές ευλογίες.

όταν δε υπερισχύσεις: μια καλύτερη μετάφραση είναι: «όταν γίνεις ανήσυχος» με την έννοια, να τινάξεις το ζυγό.

Οι Ιδουμαίοι, ήταν ο λαός που βγήκε απ’ τον Ησαύ και κατοικούσαν σε μια πετρώδη περιοχή στα Νότια της Νεκράς Θάλασσας. Στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας ήταν υποτεταγμένοι στους Ισραηλίτες. Μόνο όταν κάποιο άλλο έθνος επιτίθονταν στον Ισραήλ, έβρισκαν κι αυτοί την ευκαιρία να επαναστατήσουν και ν’ αποκτήσουν προσωρινή ελευθερία. Υποτάχθηκαν απ’ τον Δαβίδ (Β’ Σαμ.η:14) και επαναστάτησαν όταν βασιλιάς του Ιούδα ήταν ο Ιωράμ (Β’ Βασ.η:20). Υποτάχθηκαν απ’ το βασιλιά Αμασία (Β’ Βασ.ιδ:7) και επαναστάτησαν κάτω από το βασιλιά Αχαζ (Β’ Χρον.κη:16,17). Τον καιρό των Μακκαβαίων τους υπέταξε ο Ιωάννης Ηρκανός για να ξαναποκτήσουν την ελευθερία τους με τον Ηρώδη. Από το 70 μ.Χ. μέχρι το 1948 η Ιδουμαία ήταν ελεύθερη απ’ το ζυγό του Ιακώβ. Σήμερα οι Ισραηλίτες έχουν ανακαταλάβει αυτά τα εδάφη.

Γέν.κζ:42-44 Ανηγγέλθησαν, δε προς την Ρεβέκκαν οι λόγοι Ησαύ του υιού αυτής του μεγαλητέρου· και πέμψασα εκάλεσεν Ιακώβ τον υιόν αυτής τον νεώτερον, και είπε προς αυτόν, Ιδού, Ησαύ ο αδελφός σου παρηγορεί εαυτόν κατά σου, ότι θέλει σε φονεύσει. Τώρα λοιπόν, τέκνον μου, άκουσον την φωνήν μου· και σηκωθείς, φύγε προς Λάβαν τον αδελφόν μου εις Χαρράν· και κατοίκησον μετ' αυτού ημέρας τινάς, εωσού παρέλθη ο θυμός του αδελφού σου·

Όσον αφορά τη Ρεβέκκα, έπρεπε να υποστεί τις συνέπειες των πανούργων πράξεών της. Σίγουρα θα πίστευε ότι όλα τα έχει κανονίσει τέλεια, αλλά δυστυχώς γι’ αυτήν δεν ξαναείδε τον Ιακώβ! Πόσο διαφορετικό θα ήταν το αποτέλεσμα, αν είχε αφήσει τα πάντα στα χέρια του Θεού (Λουκ.ιβ:25)! Δεν κερδίζουμε τίποτα με το να ανησυχούμε και να καταστρώνουμε σχέδια. Αυτό που καταφέρνουμε είναι να αποκλείουμε το Θεό, κι αυτό βέβαια δεν είναι κέρδος. Ο Κύριος είπε ότι τα πετεινά του ουρανού και τα κρίνα του αγρού μπορούν να μας διδάξουν όταν ξεχνάμε τη θέση της τέλειας εξάρτησης απ’ Αυτόν.

Η Ρεβέκκα όταν άκουσε τις προθέσεις του Ησαύ, θέλοντας να προφυλάξει τον Ιακώβ, τον στέλνει στη Χαράν για μερικές μέρες, αλλά ο Ιακώβ έμεινε για πολλά χρόνια (Γεν.λα:38,41). Ο Θεός ανταπέδωσε αυτό που είχαν κάνει στον Ισαάκ (Γαλ.ς:7-9). Η Ρεβέκκα κι όχι ο Ισαάκ έστειλε τον Ιακώβ στην εξορία. Ο Ισαάκ έζησε και είδε την επιστροφή του γιου του (Γεν.λε:27-29).

Γέν.κζ:45 εωσού παύση η κατά σου οργή του αδελφού σου, και λησμονήση τα όσα έπραξας εις αυτόν· τότε θέλω στείλει, και θέλω σε φέρει εκείθεν· διά τι να σας στερηθώ και τους δύο εν μιά ημέρα;

Διά τί να σας στερηθώ και τους δύο εν μιά ημέρα: Σύμφωνα με το Νόμο του Θεού, ο πιο κοντινός συγγενής του δολοφονημένου έπρεπε να σκοτώσει το φονιά. Έτσι, αν ο Ησαύ σκότωνε τον Ιακώβ, ο πιο κοντινός συγγενής έπρεπε να σκοτώσει τον Ησαύ.

Γέν.κζ:46 Και είπεν η Ρεβέκκα προς τον Ισαάκ, Αηδίασα την ζωήν μου εξ αιτίας των θυγατέρων του Χέτ· εάν ο Ιακώβ λάβη γυναίκα εκ των θυγατέρων του Χετ, καθώς είναι αύται εκ των θυγατέρων της γης ταύτης, τι με ωφελεί να ζω;

Δικαιολογεί (με ψέμα πάλι) τη φυγή του Ιακώβ λέγοντας ότι πάει να παντρευτεί από τη Μεσοποταμία όπως έκανε κι εκείνος, και να μην πάρει Χαναναία όπως ο Ησαύ.