Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης

Μάθημα  11

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ  ΔΑΒΙΔ
Μέρος  Ι

Α.  ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΤΟΥ (ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΟΥ)
Ο Δαβίδ ήταν ο όγδοος και νεώτερος γιος του Ιεσσαί, από τη φυλή του Ιούδα. Ο Ιεσσαί ήταν εγγονός του Βοόζ και της Ρουθ.
Ο Δαβίδ γεννήθηκε περίπου το 1080 π.Χ. στη Βηθλεέμ, 10 χλμ.. νότια της Ιερουσαλήμ. Ο Ιησούς γεννήθηκε στη Βηθλεέμ πάνω από 1000 χρόνια αργότερα. Η Ραμά, εκεί που ζούσε ο Σαμουήλ, ήταν μόνο λίγα χιλιόμετρα από τη Βηθλεέμ, και αναμφίβολα ο χαρακτήρας  και οι διδαχές του Σαμουήλ είχαν επηρεάσει αυτή την περιοχή.
Η δουλειά του Δαβίδ σαν αγόρι ήταν να βόσκει τα πρόβατα του πατέρα του. Έγινε γνωστός για την ικανότητά του σαν ποιμένας και σαν  μουσικός άρπας. Αυτό το παρελθόν, τον δίδαξε ν’ αγαπάει τη φύση και τον έφερε σ’ επικοινωνία με το Θεό.
Ο Δαβίδ δεν ήταν ψηλός και όμορφος σαν τον μεγαλύτερό του αδελφό, τον Ελιάβ, αλλά ήταν ανοιχτός στο δέρμα και είχε όμορφα μάτια. Είχε ευχάριστο χαρακτήρα και κέρδιζε τις καρδιές των άλλων. Ήταν ξανθός, αντίθετα με τους άλλους που ήταν μελαχρινοί. Καθώς μεγάλωνε, έγεινε ένας άνθρωπος του Θεού τολμηρός, υπομονετικός, ταλαντούχος και εκπαιδευμένος σε πόλεμο. Ήταν ένας εξαιρετικός βασιλιάς, γενναίος πολεμιστής, μεγάλος ποιητής και ένας σημαντικός θρησκευτικός αναμορφωτής.

Β.   ΤΟ ΧΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
Όταν ο Σαούλ απορρίφθηκε απ’ το Θεό, ο Κύριος έδωσε οδηγίες στο Σαμουήλ να χρίσει άλλον άνδρα για να πάρει τη θέση του. Έπρεπε να πάει στην Βηθλεέμ και να χρίσει το γιο του Ιεσσαί. Ο Ιεσσαί έφερε τους γιους του μπροστά στο Σαμουήλ αλλά ο Θεός δεν δεχόταν κανένα απ’ αυτούς. Ο Δαβίδ ο όγδοος και νεώτερος, είχε φύγει για να φυλάξει τα πρόβατα της οικογένειας. Ο Σαμουήλ επέμενε να του φέρουν το Δαβίδ μπροστά και ο Θεός του έδειξε ότι αυτός ήταν ο επιλεγμένος. Καθώς ο Ιεσσαί και οι άλλοι γιοι παρακολουθούσαν, ο Σαμουήλ έχρισε το Δαβίδ δεύτερο βασιλιά του Ισραήλ. Θα πρέπει να ήταν περίπου 15 χρονών εκείνο τον καιρό.
Το παρουσιαστικό του Δαβίδ συγκρίνεται έντονα μ’ αυτό των αδελφών του, και  είναι εδώ που ειπώθηκε το πολύ γνωστό εδάφιο, «Μη επιβλέψης εις την όψιν αυτού, ή εις το ύψος του αναστήματος αυτού...διότι δεν βλέπει ο Κύριος καθώς βλέπει ο άνθρωπος, διότι ο άνθρωπος βλέπει το φαινόμενον, ο δε Κύριος βλέπει την καρδίαν» (Α΄ Σαμ.ις:7). Δεν μπορούμε πάντα να κρίνουμε έναν άνθρωπο από την εξωτερική του εμφάνιση. Είναι καλό να ξέρουμε ότι ο Θεός βλέπει και την εξωτερική και την εσωτερική εμφάνιση του ανθρώπου.
Ο Δαβίδ δεν ήταν χρισμένος μόνο με λάδι, αλλά επίσης και με το Άγιο Πνεύμα. Το Πνεύμα του Κυρίου ήρθε πάνω στον Δαβίδ από εκείνη την ημέρα και μετά (Α’ Σαμ.ις:13).

Γ.   Ο ΓΟΛΙΑΘ
Η πολύ γνωστή νίκη του Δαβίδ κατά του Γολιάθ έλαβε χώρα στην πεδιάδα Ελάχ, 24 χλμ. νοτιοδυτικά της Ιερουσαλήμ. Οι Φιλισταίοι είχαν επιτεθεί στον Ισραήλ. Αντί οι δύο στρατοί να περιπλακούν σε μάχη, ο γίγαντας Γολιάθ βγήκε μπροστά σαν ο πρωταθλητής των Φιλισταίων. Προκάλεσε τους Ισραηλίτες να στείλουν κι αυτοί το δικό τους καλλίτερο στρατιώτη, σαρκάζοντας έτσι το λαό Ισραήλ. Η λύση του να πολεμάνε οι δύο καλλίτεροι πολεμιστές από την κάθε πλευρά ήταν συνηθισμένη εκείνες τις παλιές εποχές.
Ο Γολιάθ ήταν ένα μέλος της γενιάς των γιγάντων Ανακίμ. Ήταν περίπου 2.90 μέτρα ψηλός. Φορούσε μια πανοπλία που ζύγιζε 71 κιλά. Για 40 ημέρες προκαλούσε τον Ισραήλ και οι Ισραηλίτες έτρεμαν στην παρουσία του. Στην τεσσαρακοστή ημέρα ο Δαβίδ άκουσε τα προκλητικά του λόγια. Είχε έρθει στο στρατόπεδο να επισκεφτεί τα τρία μεγαλύτερα αδέλφια του και να τους φέρει φαγητό. Όταν άκουσε τα προσβλητικά λόγια του Γολιάθ, έμεινε έκπληκτος και έκραξε, «Τις είναι ο Φιλισταίος ούτος ο απερίτμητος, ώστε να εξουθενή τα στρατεύματα του Θεού του ζώντος;» Όταν ο Σαούλ άκουσε αυτά τα λόγια, έστειλε να του φέρουν τον Δαβίδ. Ο Δαβίδ έπεισε το βασιλιά ότι οι άθλοι του με την αρκούδα και το λιοντάρι όταν φύλαγε τα κοπάδια του πατέρα του τον κάνουν ισοδύναμο μ’ αυτόν τον Φιλισταίο που τόλμησε να προσβάλει το Θεό του Ισραήλ.
Μια κάπως κωμική σκηνή ξετυλίχτηκε μετά, όταν ο Σαούλ προσπάθησε να του φορέσει την πανοπλία του. Παρ’ όλα αυτά, ο Δαβίδ, την άφησε στην άκρη και πήρε τη γνωστή του σφεντόνα. Με πέντε στρογγυλεμένες πέτρες απ’ το ρυάκι, βγήκε να συναντήσει τον Φιλισταίο. Ο Γολιάθ προσβλήθηκε όταν είδε το Δαβίδ, που φαινόταν ένας τόσο ανόμοιος αντίπαλος. Ο Γολιάθ ήταν όλος καλυμμένος με την πανοπλία από την κορυφή ως τα πόδια και είχε μια βαριά ασπίδα μπροστά του. Παρ’ όλα αυτά, ο Δαβίδ προχώρησε μπροστά, όχι βασισμένος στη δική του δύναμη, αλλά στο όνομα του Κυρίου. Ο Δαβίδ είπε, «Εγώ δε έρχομαι εναντίων σου εν τω ονόματι του Κυρίου των δυνάμεων, του Θεού των στρατευμάτων του Ισραήλ...δια να γνωρίσει πάσα η γη ότι είναι Θεός εις τον Ισραήλ» (Α’ Σαμ.ιθ:45-46)  Μία πέτρα έφτανε για τον Δαβίδ. Χτύπησε τον Γολιάθ στο μόνο ακάλυπτο μέρος του κεφαλιού του, στο μέτωπό του. Έπεσε κάτω και ο Δαβίδ γρήγορα τον σκότωσε, κόβοντας του το κεφάλι με το ίδιο του το ξίφος.
Αυτή ήταν μια μέρα ήττας για τους Φιλισταίους και μια θαυμαστή νίκη για τον Ισραήλ. Επιτεύχθηκε στο όνομα του Κυρίου των δυνάμεων. Οι νίκες, ακόμη και σήμερα, επιτυγχάνονται στο όνομα του Ιησού.

Δ.   Η ΖΗΛΙΑ ΤΟΥ ΣΑΟΥΛ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΑΒΙΔ
Σαν νέος έφηβος, ο Δαβίδ είχε υπηρετήσει το Σαούλ σαν μουσικός. Ο Σαούλ ένιωθε συχνά πιέσεις και μελαγχολίες. Ο Δαβίδ ήταν φημισμένος για την ικανότητά του να παίζει την άρπα και να ψάλει. Καλούσαν λοιπόν τον Δαβίδ και καθώς διακονούσε στον Σαούλ ο Σαούλ ελευθερωνόταν. Στην αρχή συμπαθούσε το Δαβίδ, αλλά  από την στιγμή που σκότωσε το Γολιάθ άρχισε να νιώθει πολύ μεγάλη ζήλια  γι’ αυτόν.
Μετά τη νίκη με τους Φιλισταίους, οι γυναίκες ήρθαν από τις πόλεις, τραγουδώντας και χορεύοντας, για να συναντήσουν το βασιλιά Σαούλ. Αλλά, ο ψαλμός τους έκανε το Σαούλ να θυμώσει πολύ. Έψαλαν το εξής, «Ο Σαούλ επάταξε τας χιλιάδας αυτού, και ο Δαβίδ τας μυριάδας αυτού». Αυτό έφερε ζήλια στο Σαούλ για τον Δαβίδ που άρχισε να αυξάνει από κείνη τη ημέρα και ζητούσε ευκαιρίες να τον σκοτώσει. Ο Σαούλ επιχείρησε τουλάχιστον 5 φορές να σκοτώσει το Δαβίδ όσο έμενε κοντά του. Τελικά ο Δαβίδ έπρεπε να φύγει για να σώσει τη ζωή του και έγεινε ένας φυγάς.

Ε.  Ο ΙΩΝΑΘΑΝ
Ο Δαβίδ κέρδισε τη φιλία και την αγάπη του Ιωνάθαν. Ο Ιωνάθαν ήταν γιος του Σαούλ κι ήταν ένας από τους μεγαλύτερους άνδρες στην Π. Διαθήκη. Η φιλία και η αγάπη που υπήρχε μεταξύ τους είναι μια μεγάλη έμπνευση για όλους. Οι δύο άνδρες ήταν σαν ένα. Ήταν μια θερμή και αγνή φιλία. Ο Ιωνάθαν έκανε ότι μπορούσε για να μαλακώσει τη ζήλια του Σαούλ προς το Δαβίδ και προσπαθούσε να αποτρέπει το Σαούλ από τις δολοφονικές δολοπλοκίες του γι’ αυτόν. Όταν απέτυχε να το κάνει αυτό, έκανε μια συμφωνία με το Δαβίδ να τον πληροφορεί πάντοτε για τις μυστικές κινήσεις του Σαούλ. Ο Ιωνάθαν  δεν ζήτησε τίποτα άλλο απ’ αυτόν παρά μόνο να είναι ευγενικός με όλους τους συγγενείς του όταν θα γινόταν βασιλιάς.
Αυτή η  φιλία πρέπει να είχε επίδραση  πάνω στο Δαβίδ, επειδή του έδειξε πόσο ευγενής πρέπει να είναι ο βασιλιάς που θα διαδεχτεί το Σαούλ. Θα πρέπει να τον ενέπνευσε ώστε να είναι άνδρας το ίδιο καλός, ή και καλύτερος απ’ τον Ιωνάθαν.

Ζ.  Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ ΣΑΝ ΦΥΓΑΣ
Όταν ο Δαβίδ έφυγε από το Σαούλ, έγεινε ένας φυγάς, νομικά ένας παράνομος, που τον καταδίωκε ο βασιλιάς. Όταν ο Δαβίδ αποχαιρέτησε τον Ιωνάθαν, πήγε πρώτα στη Νώβ όπου ο Αχιμέλεχ υπηρετούσε σαν αρχιερέας στη Σκηνή του Μαρτυρίου (Α’ Σαμ.κα:1). Ο Δαβίδ πήρε απ’ τα χέρια του μερικούς απ’ τους άρτους της προθέσεως, το σπαθί του Γολιάθ για όπλο, και μια ένδειξη μέσω του Αχιμέλεχ για το θέλημα του Θεού. Μετά ο Δαβίδ πήγε στην πόλη των Φιλισταίων, την Γαθ. Εκεί τον αναγνώρισαν, και για ν’ αποφύγει να του κάνουν κακό, προσποιήθηκε τον τρελό.
Γύρισε στην πατρίδα του κι έμεινε σε μια σπηλιά κοντά στην Οδολλάμ, κι από κει άρχισε να συγκεντρώνει άντρες που για κάποιους λόγους είχαν ανάγκη προστασίας. Ήταν 16 χλμ. από την πόλη του, τη Βηθλεέμ, κι έτσι μπορούσε να κάνει γνωστό το σχέδιό του, ώστε άνδρες να έρχονται και να ενώνονται μαζί του σαν στρατός. Τετρακόσιοι άνδρες ανταποκρίθηκαν - άνθρωποι που περιγράφονται ότι ήταν άνδρες, θλιμμένοι, περιφρονημένοι και χρεωμένοι. Αναμφίβολα, πολλοί θα ήταν πολιτικοί φυγάδες.
Όταν συγκέντρωσε αυτή την ομάδα, ο Δαβίδ μετακινήθηκε ανατολικά προς τη γη του Μωάβ, παίρνοντας και τους γονείς του μαζί. Ο Δαβίδ έμαθε ότι οι Φιλισταίοι έκαναν επίθεση στους κατοίκους της Κεειλά. Θέλοντας να κάνει φίλους, πήγε να βοηθήσει την Κεειλά εναντίον των Φιλισταίων. Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι αυτής της πόλης επρόκειτο να τον παραδώσουν στον Σαούλ.
Μετά ο Δαβίδ μετακινήθηκε νότια στη περιοχή της Ζιφ, κάτω από τη Χεβρών. Εδώ ο Σαούλ έκανε την πρώτη του προσπάθεια να σκοτώσει τον Δαβίδ. Ο Δαβίδ μετά προχώρησε ανατολικά  στην Εν-γαδδί, στην ακτή της Νεκράς θάλασσας, όπου ο Σαούλ και πάλι τον καταδίωξε. Ήταν εδώ που ο Δαβίδ φύλαξε τη ζωή του Σαούλ για πρώτη φορά. Ο Σαούλ είχε μπει στη σπηλιά όπου ο Δαβίδ κρυβόταν και θα μπορούσε να τον είχε σκοτώσει, αλλά αντί αυτού, έκοψε απλά λίγο από το ένδυμά του σαν απόδειξη του πόσο κοντά τον είχε πλησιάσει.
Ο Δαβίδ έπειτα πήγε στη γη Μαών. Εκεί ζήτησε φαγητό για τους άνδρες του από τον Νάβαλ, έναν πλούσιο γαιοκτήμονα που έμενε κοντά στις σκηνές του. Ο Νάβαλ ήταν ένας στρύχνος άνθρωπος και αρνήθηκε να τον βοηθήσει. Όταν ο Δαβίδ ετοιμάστηκε να τον τιμωρήσει, η γυναίκα του Νάβαλ, η Αβιγγαία, παρέμβηκε και προμήθευσε τρόφιμα (κε:18). Ο Νάβαλ πέθανε δέκα ημέρες αργότερα και ο Δαβίδ μετά πήρε την Αβιγγαία για γυναίκα του (κε:40).
Οι  Ζιφαίοι είπαν στο Σαούλ για το μέρος που κρυβόταν ο Δαβίδ κι αυτός προχώρησε προς τα κει. Για δεύτερη φορά ο Δαβίδ σώζει τη ζωή του. Συνοδευόμενος από τον Αβισαί πήγε να δει που είχε στρατοπεδεύσει ο Σαούλ, και τον είδε να κοιμάται κάτω από τη φύλαξη του Αβενήρ και του στρατού (κς:7). Ο Δαβίδ πήρε το ξίφος του Σαούλ και την κανάτα του νερού (κς:12). Την επόμενη ημέρα, ο Σαούλ, βλέποντας τα πράγματα που πήρε ο Δαβίδ, μετανόησε και υποσχέθηκε να μην καταδιώξει τον Δαβίδ πια.
Ο Δαβίδ προχώρησε μετά στη γη των Φιλισταίων και κατάφερε να μείνει στη Σικλάγ. Εδώ υπηρέτησε το βασιλιά των Φιλισταίων σαν μισθοφόρος, κάνοντας επιθέσεις στις ξένες φυλές του νότου. Όταν οι Φιλισταίοι ήταν να επιτεθούν στον Ισραήλ, ο Δαβίδ βρέθηκε σε αμηχανία. Παρ’ όλα αυτά, μπόρεσε να βγει από την δύσκολη κατάσταση όταν οι ίδιοι οι Φιλισταίοι ενοχλήθηκαν από την παρουσία του και τον έστειλαν πίσω στη Σικλάγ. Όταν έφτασε εκεί, βρήκε οι Αμαληκίτες να έχουν καταστρέψει την πόλη και να έχουν απαγάγει τις γυναίκες του, τις γυναίκες όλων και πολλά λάφυρα (λ:3). Οι άνδρες του Δαβίδ έφτασαν πολύ κοντά στην ανταρσία. Ο Δαβίδ έσωσε την κατάσταση με το να δράσει γρήγορα και να βρει το μέρος που οι Αμαληκίτες βρίσκονταν. Τους επιτέθηκε και επανέφερε τις γυναίκες και τα λάφυρα. Παρέμεινε στη γη των Φιλισταίων για 16 μήνες.
Με το θάνατο του Σαούλ, η παράνομη ζωή του Δαβίδ έφτασε στο τέλος της. Κατά τη διάρκεια της ζωής του σαν φυγάς, ο Δαβίδ δοκίμασε πολλές πικρές εμπειρίες, αλλά αναμφίβολα αυτές οι δοκιμασίες τον δίδαξαν πολλά ωφέλιμα μαθήματα που τον έκανα το μεγαλύτερο και τον πιο ταπεινό βασιλιά.

Η.   ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ
Όταν ο Σαούλ σκοτώθηκε, ο Δαβίδ ζήτησε την οδηγία του Θεού, έφυγε από τη Σικλάγ και επέστρεψε στη Χεβρών. Εκεί χρίστηκε βασιλιάς απ’ το λαό του Ιούδα. Ήταν απόλυτα λογικό να γίνει έτσι, επειδή ο Δαβίδ ήταν πολύ γνωστός στον Ιούδα. Πολλοί από τους άνδρες του καταγότανε απ’ τον Ιούδα και ήταν οι καλύτεροί του στρατιώτες για πολλά χρόνια. Γνώριζαν καλά τις ικανότητές του, την ηγεσία του, τη γνώση του στον πόλεμο και ήταν χαρούμενοι που τον έκαναν βασιλιά τους γιατί τον εμπιστευόταν απόλυτα. Ο Δαβίδ έγεινε βασιλιάς του Ιούδα στη Χεβρών το έτος 1014 π. Χ. και κυβέρνησε για 7 και μισό χρόνια.

Θ.  ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ
Μετά το θάνατο του βασιλιά Σαούλ, ο Αβενήρ αρχιστράτηγος των στρατευμάτων, ενθάρρυνε τον Ις-βοσθέ, γιο του Σαούλ, να λάβει τη βασιλεία και στέφθηκε βασιλιάς στις νότιες και ανατολικές φυλές. Η πρωτεύουσά του ήταν η Γαβαών, αλλά ο Αβενήρ ήταν ο κυριολεκτικός κυβερνήτης. Εμφύλιος άρχισε μεταξύ Ισραήλ και Ιούδα, με αποτέλεσμα να υπερισχύει πάντοτε ο Ιούδας. Τελικά, ο Αβενήρ εγκατέλειψε τον Ις-βοσθέ, και πήγε μαζί με τον Δαβίδ, αλλά ο Ιωάβ τον δολοφόνησε. Σύντομα μετά από αυτό, ο Ις-βοσθέ δολοφονήθηκε από δύο υπηρέτες του, και μετά ο Δαβίδ χρίστηκε βασιλιάς σε όλον τον Ισραήλ. Κυβέρνησε για 33 χρόνια στον Ισραήλ, και συνολικά σαν βασιλιάς, 40 και μισό χρόνια.