Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Ο νόμος της αγάπης

                                          
Ρωμ.ιγ:8-14


 
Στο εδάφιο 8 διαβάζουμε: «Εις μηδένα μή οφείλετε μηδέν ειμή τό νά αγαπάτε αλλήλους· διότι ο αγαπών τόν άλλον εκπληροί τόν νόμον».

Πιστεύω ότι η εντολή να μη χρωστάμε σε κανένα τίποτα εννοεί ακριβώς αυτό που λέει.

Η μόνη εξαίρεση μπορεί να είναι σε περιπτώσεις που θέλεις να αγοράσεις ένα αυτοκίνητο, ένα σπίτι ή κάτι παρόμοιο. Τότε, αν ο χρεώστης κάποια στιγμή δεν μπορεί να πληρώσει, είναι ο μόνος χαμένος γιατί χάνει αυτά που μέχρι τότε έχει δώσει.

Όμως, το να υπογράφει κανείς συμβόλαια χρέους χωρίς να μπορεί να τα υποστηρίξει με αποτέλεσμα να χρωστάει λογαριασμούς, αυτό είναι κάτι που δεν αρέσει στο Θεό.

Πρέπει να καταβάλουμε κάθε προσπάθεια, να προσευχόμαστε για τις ανάγκες μας και να προσπαθούμε να ζούμε μέσα στα πλαίσια που μπορούμε.


Είναι ντροπή να ομολογεί κάποιος ότι ζει μια νικηφόρα ζωή και ταυτόχρονα να αφήνει απλήρωτους λογαριασμούς.

Πολλές φορές ειλικρινείς Χριστιανοί βρίσκονται σε αμηχανία, πως μπορούν κάποιοι να ομολογούν χωρίς φόβο όταν έχουν τέτοιου είδους εκκρεμότητες, τη στιγμή που κάποιοι πιο ευσυνείδητοι Χριστιανοί αισθάνονται κατάκριση και δεν μπορούν να ομολογήσουν όταν δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα χρέη τους.

Διαβάζουμε λοιπόν «Εις μηδένα μή οφείλετε μηδέν ειμή τό νά αγαπάτε αλλήλους» και ο Παύλος λέει ότι όταν το κάνουμε αυτό, εκπληρώνουμε το νόμο. Βέβαια, αυτό είναι δυσκολονόητο γι' αυτούς που θέλουν να μας πείσουν ότι πρέπει να επιστρέψουμε πίσω και να κάνουμε τα έργα του νόμου αν θέλουμε να δικαιωθούμε. Λένε λοιπόν αυτοί, ότι όταν ο Ιησούς είπε ότι ήρθε να εκπληρώσει το νόμο, εννοούσε ότι ήρθε για να τηρήσει το νόμο κι ότι θα έδινε χάρη στους μαθητές Του να τον τηρήσουν κι αυτοί. Με άλλα λόγια, ο Ιησούς θα μας δώσει δύναμη ώστε να δικαιωθούμε με τα έργα του νόμου.

Εμείς όμως, ευχαριστούμε το Θεό, που δικαιωθήκαμε δια πίστεως χωρίς τα έργα του νόμου: «Συμπεραίνομεν λοιπόν ότι ο άνθρωπος δικαιούται διά τής πίστεως χωρίς τών έργων τού νόμου» (Ρωμ.γ:28). Μήπως ήταν ο νόμος κακός; Όχι, αντίθετα ήταν άγιος, δίκαιος και καλός: «Ώστε ο μέν νόμος είναι άγιος; καί η εντολή αγία καί δικαία καί αγαθή» (Ρωμ.ζ:12). Ήταν πνευματικός, αλλά αυτοί που ήταν κάτω από το νόμο ήταν σαρκικοί, πουλημένοι στην αμαρτία: «Διότι εξεύρομεν ότι ο νόμος είναι πνευματικός· εγώ δέ είμαι σαρκικός, πεπωλημένος υπό τήν αμαρτίαν» (Ρωμ.ζ:14).

Οι πατριάρχες από τον Αδάμ μέχρι το Μωυσή ήταν κάτω από το νόμο; Όχι βέβαια, ο νόμος προστέθηκε 430 χρόνια μετά την υπόσχεση που δόθηκε στον Αβραάμ: «Τούτο δέ λέγω· ότι διαθήκην προκεκυρωμένην εις τόν Χριστόν υπό τού Θεού ο μετά έτη τετρακόσια τριάκοντα γενόμενος νόμος δέν ακυρόνει, ώστε νά καταργήση τήν επαγγελίαν» (Γαλ.γ:17). Γιατί προστέθηκε ο νόμος; Για να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι είναι αμαρτία: «επειδή διά τού νόμου γίνεται η γνώρισις τής αμαρτίας» (Ρωμ.γ:20). Για να επιφέρει οργή: «επειδή ο νόμος επιφέρει οργήν· διότι όπου δέν υπάρχει νόμος, ουδέ παράβασις υπάρχει» (Ρωμ.δ:15). Προστέθηκε «Εξ αιτίας τών παραβάσεων, έωσού έλθη τό σπέρμα, πρός τό οποίον έγεινεν η επαγγελία» (Γαλ.γ:19). Ήταν παιδαγωγός για να μας φέρει (στο σπέρμα) στο Χριστό: «Ωστε ο νόμος έγεινε παιδαγωγός ημών εις τόν Χριστόν, διά νά δικαιωθώμεν εκ πίστεως» (Γαλ.γ:24). Όταν όμως ήρθε η πίστη, εμείς δεν είμαστε πια κάτω από παιδαγωγό (Γαλ.γ:25).

Όμως, αν ο Ιησούς ήρθε για να εκπληρώσει το νόμο κι αυτό δεν σημαίνει ότι ήρθε για να τον τηρήσει, τότε πως τον εκπλήρωσε; Ο Ιησούς εκπλήρωσε το νόμο με το να αντιμετωπίσει την ύψιστη απαίτησή του, τον θάνατο.

Αν ένας άνθρωπος σκοτώσει ένα συνάνθρωπό του, ο αστυνομικός που θα τον συλλάβει δεν μπορεί να απαιτήσει απ' το δολοφόνο να τηρήσει το νόμο, δηλαδή να σταματήσει να σκοτώνει στο μέλλον γιατί η δολοφονία είναι έγκλημα! Η μοναδική απαίτηση που ο νόμος έχει απ' αυτό τον άνθρωπο τώρα είναι η ποινή του εγκλήματος που είναι θάνατος.

Το ίδιο και ο Χριστός, όταν ήρθε, βρήκε ένα κόσμο που όλοι οι άνθρωποι ήταν αμαρτωλοί με αποτέλεσμα να έχουν χάσει τη δόξα του Θεού (Ρωμ.γ:23). Το γεγονός αυτό έφερνε όλους τους ανθρώπους στο ίδιο επίπεδο με τον ένοχο δολοφόνο του προηγούμενου παραδείγματος. Εφόσον βρισκόταν σ' αυτή την αμαρτωλή κατάσταση, ποια ήταν η απαίτηση του νόμου; Μήπως ήταν να είναι καλοί άνθρωποι και να μην αμαρτήσουν ξανά; Όχι! Ο νόμος απαιτούσε θάνατο. Ευχαριστούμε το Θεό, ο θαυμάσιος Ιησούς με την καθαρή και ακηλίδωτη ζωή Του, πήρε τις αμαρτίες όλης της ανθρωπότητας πάνω Του κι έκανε αυτό που ήρθε να κάνει. Εκπλήρωσε το νόμο γευόμενος το θάνατο για κάθε άνθρωπο «τόν δέ ολίγον τι παρά τούς αγγέλους ηλαττωμένον  Ιησούν βλέπομεν διά τό πάθημα τού θανάτου μέ δόξαν καί τιμήν εστεφανωμένον, διά νά γευθή θάνατον υπέρ παντός ανθρώπου διά τής χάριτος τού Θεού» (Εβρ.β:9).

Κατά τη διάρκεια της διακονίας Του προετοίμασε τους μαθητές Του όσο καλύτερα μπορούσε. Μετά την ανάστασή Του από τους νεκρούς συναντήθηκε μαζί τους. Τώρα, με την πίστη τους σ' Αυτόν ήταν τελείως ελεύθεροι από τις απαιτήσεις του νόμου. Τώρα έπρεπε να τρέξουν παντού και να αναγγείλουν τα θαυμάσια νέα, ότι ο νόμος εκπληρώθηκε και όλοι όσοι πιστεύουν αυτό είναι ελεύθεροι από κάθε απαίτηση του νόμου!

Μια καινούρια Διαθήκη μπήκε σε ισχύ. Οι πιστοί τώρα βαπτίζονται στο Χριστό, ντύνονται το Χριστό και γίνονται σπέρμα του Αβραάμ, κληρονόμοι της επαγγελίας (Γαλ.γ:27). «Οθεν εάν τις ήναι εν Χριστώ είναι νέον κτίσμα· τά αρχαία παρήλθον, ιδού, τά πάντα έγειναν νέα» (Α΄Κορ.ε:17). Προσέξτε ότι τα πάντα είναι τώρα καινούρια! Γεννιόμαστε ξανά (Ιωάν.γ:3), μιλάμε καινούριες γλώσσες (Μάρκ.ις:17), νέος οίνος που δεν μπαίνει σε παλιούς ασκούς (Παλαιά Διαθήκη) (Ματθ.θ:17), θα πάρουμε νέο όνομα (Αποκ.β:17).

Μαζί με όλα αυτά τα καινούρια πράγματα που έχουμε στην Καινή Διαθήκη, έχουμε και μια καινούρια εντολή. Διαβάζουμε στο Ιωάν.ιγ:34 ότι ο Ιησούς είπε: «Εντολήν καινήν σάς δίδω, Νά αγαπάτε αλλήλους, καθώς εγώ σάς ηγάπησα καί σείς νά αγαπάτε αλλήλους». Αυτό μας φέρνει πίσω στο εδάφιο του τίτλου μας στους Ρωμ.ιγ:8: «Εις μηδένα μή οφείλετε μηδέν ειμή τό νά αγαπάτε αλλήλους· διότι ο αγαπών τόν άλλον εκπληροί τόν νόμον».

Για να συγκεφαλαιώσουμε τώρα τις σκέψεις μας: Ο Ιησούς ήρθε και με το θάνατό Του εκπλήρωσε το νόμο, πληρώνοντας το μισθό της αμαρτίας. Έτσι, ο νόμος δεν έχει πια απαιτήσεις από ένα νεκρό άνθρωπο. Αναστήθηκε από τους νεκρούς και αναλήφθηκε στον ουρανό για να στείλει το 'Αγιο Πνεύμα στους πιστούς. Εμείς έχουμε την αγάπη του Θεού εκχυμένη στις καρδιές μας δια του Αγίου Πνεύματος που μας δόθηκε (Ρωμ.ε:5). Έτσι λοιπόν, με το Χριστό να έχει πληρώσει το χειρόγραφο που ήταν εναντίον μας, και έχοντας την αγάπη του Θεού στις καρδιές μας, μπορούμε να εκπληρώσουμε το νόμο τηρώντας τη νέα εντολή κι έτσι δικαιωνόμαστε δια πίστεως χωρίς τα έργα του νόμου (Ρωμ.γ:28). «Νόμον λοιπόν καταργούμεν διά τής πίστεως; μή γένοιτο, αλλά νόμον συνιστώμεν» (Ρωμ.γ:31).
Σε τι συνίσταται ο νόμος; Φαίνεται καθαρά ότι επιφέρει οργή σε κάθε άνθρωπο που δεν είναι του Χριστού, γιατί οι πιστοί δεν είναι πια κάτω από το νόμο, αλλά κάτω από τη χάρη (Ρωμ.ς:14). «Επειδή τό τέλος τού νόμου είναι ο Χριστός πρός δικαιοσύνην εις πάντα τόν πιστεύοντα» (Ρωμ.ι:4).

«Τί λοιπόν; θέλομεν αμαρτήσει διότι δέν είμεθα υπό νόμον, αλλ' υπό χάριν; μή γένοιτο» (Ρωμ.ς:15). «Μή γένοιτο· ημείς, οίτινες απεθάνομεν κατά τήν αμαρτίαν, πώς θέλομεν ζήσει πλέον εν αυτή;» (Ρωμ.ς:2).

Δεν είμαστε μόνο νεκροί ως προς την αμαρτία αλλά και ως προς το νόμο γιατί παντρευτήκαμε άλλον, το Χριστό που αναστήθηκε από τους νεκρούς (Ρωμ.ζ:4).

Ο Παύλος λέει ότι αν μετά που γνωρίσαμε το Χριστό παραμένουμε κάτω από το νόμο πορνεύουμε γιατί έχουμε δύο συζύγους (Ρωμ.ζ:3). Τώρα όμως εμείς έχουμε ελευθερωθεί από το νόμο (Ρωμ.ζ:6). Είμαστε νεκροί και ελευθερωθήκαμε από ποιο νόμο;

Λοιπόν, στο Ρωμ ζ:7 μας λέει ότι είναι ο νόμος που περιέχει το «Μη επιθυμήσης».

Κλείνοντας θα ήθελα να προσέξεις το γεγονός ότι οι δύο εντολές που ο Ιησούς είπε ότι είναι οι μεγαλύτερες (Μάρκ.ιβ:29-34) δεν ήταν οι δύο πρώτες στις 10 εντολές!