Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Γιατί ήρθαμε στην Εκκλησία ;

Λασπωμένοι βηματισμοί προς την εκκλησία.
 Στην εκκλησία οι περισσότεροι δεν έχουμε εισέλθει με ξεκάθαρες κλίσεις. Δεν είναι και τόσο φωτεινός ο δρόμος που μας έφερε ως εδώ. Συνήθως στο ποσοστό που έχουμε με την Χάρι Του Θεού εισέλθει στο χώρο της αυτογνωσίας, διαπιστώνουμε ότι δεν εισήλθαμε στην εκκλησία για τον Χριστό και μόνο ή για αυτά που ο Λόγος του και η σχέση μαζί Του προσφέρει.
  Τότε κατανοούμε ότι στο δρόμο για την εκκλησία, δεν ήρθαμε από την κυρία είσοδο, αλλά από την πίσω πόρτα, τον λασπωμένο δρόμο.


Δεν είναι βέβαια αυτό κακό ή αδόκιμο, στο ποσοστό που  κανείς το κατανοεί και το συναισθάνεται λέγοντας εδώ είμαι Χριστέ μου, ένα φοβισμένο παιδί. Ένας άνθρωπος γεμάτος τραύματα και πληγές, που δε ξέρω εάν σε αγαπώ αλλά σίγουρα θα ήθελα να με θεραπεύσεις. 


   Έτσι πολλοί από όλους εμάς που αποτελούμε το «σώμα» της Εκκλησίας ήρθαμε εντός αυτής μέσα από το μονοπάτι της νεύρωσης. Της φοβίας ή της κοινωνικής δειλίας, της χαμηλής αυτοεκτίμησης, του ιδεοψυχαναγκασμού ή της μανίας. Κάποιου συγκλονιστικού γεγονότος που μας τραυμάτισε βαθύτατα ή μέσα από μια αδιέξοδη σχέση που ναυάγησε και κατέστρεψε την εικόνα που είχαμε για τον κόσμο και τους ανθρώπους. 
   Αλλοι - αρκετοί θα λέγαμε κυρίως στους κύκλους των κληρικών- εισήλθαν μέσα από τον δρόμο της ματαιοδοξίας, της καριερίστικης νοοτροπίας. Πολλοί για να ξεδιψάσουν την ακόρεστη δίψα της εξουσίας, της κοινωνικής αυτόεπιβεβαίωσης και αυτοπραγμάτωσης, της αδυναμίας τους να αντικρύσουν και να αντιμετωπίσουν την ζωή μέσα από την πορεία ενός απλού κοινού θνητού. Για να πάρουν εκδίκηση από την κοινωνία φορώντας το ράσο που μέχρι προσφάτως κοινωνικά και πολιτικά τους έδινε εξουσία και ίσως ξανά μέσα από διάφορες ιστορικές συγκυρίες τους ξαναδώσει. (βλέπε Ρωσία).


   Οι περισσότεροι κληρικοί είναι άνθρωποι πληγωμένοι και ταλαιπωρημένοι στην ζωή τους, στα πρώιμα παιδικά τους χρόνια ή και αργότερα. Στο ράσο αναζήτησαν την χαμένη αξία και αυτοπεπιβεβαίωση που τους στερήσανε. Δεν διψούν την καλλιέργεια της σχέσης με τον Χριστό, την συνάντηση Του, αλλά μέσα από την εκκλησία αναζήτησαν δύναμη και εξουσία, αυτοπραγμάτωση και ψυχότροπο βίο ψευδούς αίσθησης ικανοποίησης και ολοκλήρωσης ψυχολογικής, απέναντι στα φαντάσματα του τραυματισμένου «εγώ» τους. 


   Έτσι αντιλαμβανόμαστε ότι οι δρόμοι, τα σκοτεινά μονοπάτια που βάδισε ή ακόμη για πολλούς βαδίζει η ψυχή μας, για να έρθει στην εκκλησία και να ντυθεί το μανδύα του θρησκευόμενου είναι αμέτρητοι και πολύ διαφορετικοί. Χαμένοι στα σκοτεινά υπόγεια του ψυχισμού μας. 


  Τώρα βέβαια δικαίως κάποιος θα διερωτηθεί, μα καλά η εκκλησία δεν είναι για τους αδύναμους και πληγωμένους. Για τους δυσκολεμένους και ταλαίπωρους ανθρώπους που η ζωή τους επιφορτίζει με ένα σωρό βάσανα και προβλήματα, πόνο και οδύνη; Ναι και βέβαια!!! 


  Σαφέστατα και η εκκλησία δεν είναι μια κοινότητα θρησκευτικής και κοινωνικής ελίτ. Ούτε μια ομάδα καθαρών και τελείων, με την διαφορά όμως που είναι και η ουσία του χριστιανικού ήθους και της εκκλησιαστικής ποιότητας ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν συνείδηση της καταστάσεως τους και γνώση της αποτυχίας τους. Της προσωπικής φτώχειας και αδυναμίας τους. Και δεν πάνε καβάλα στο άλογο για την εκκλησία. Ο Χριστός στο Ζακχαίου του είπε κατέβα απο εκεί που ανέβηκες για να με συναντήσεις, πήγαινε στο σπίτι σου και εκεί θα έρθω. Στην αλήθεια σου. Στο χώρο της πραγματικότητας σου. Οχι στην ψευδή εικόνα σου. 


   Η αδιαφανής υπαρξιακά, ψυχολογικά και κοινωνικά είσοδος μας στο χώρο της εκκλησίας, δεν είναι και δεν δρα αναγκαστικά και ντετερμινιστικά αδιέξοδα και μηδενιστικά για εκείνους που αναγνωρίζουν και ομολογούν τις αδύναμες και αδιαφανείς κλίσεις τους. Για εκείνους που ξεγυμνώνονται ενώπιου του Θεού. Και λένε αυτός είμαι Χριστέ μου, παραιτούμε από κάθε ρόλο, αφαιρώ κάθε μάσκα, και σε αναζητώ γυμνός και αληθινός υπαρξιακά. Σταματώ να παίζω ρόλους πρωταγωνιστικούς στο θέατρο του ψυχισμού μου, ρόλους κομπάρσου στα συμβατικά κοινωνικά αιτήματα εξουσίας και δύναμης. Γνωρίζω, κατανοώ, αντιλαμβάνομαι ποιες αιτίες, ποιες ανάγκες με έκαναν να εισέλθω στο χώρο της εκκλησίας, φορώντας την μάσκα του κεκλιμένου, του παπά, του δεσπότη, του μάρτυρα, του ομολογητή, του ανακριτή και κριτή της οικουμένης, του ηθικού και νομιμόφρονα πολίτη, του ιεροεξεταστή, του δικηγόρου του θεού, του πολυπράγμονα παπά, του ενεργητικού και δραστήριου, που καθημερινά δεν δρα προς δόξα Θεού αλλά προς δόξα και αναγνώριση του δικού του προσώπου κ.α πολλά μασκαρέματα που κτίζουν το κοινωνικό προφίλ μας μέσα από το θρησκευτικό marketing που πουλάμε στους ανθρώπους. Το αναγνωρίζω και το ομολογώ και εργάζομαι πάνω σε αυτό. Τότε ναι. Σαφέστατα και είμαι μέλος του όντως σώματος του Χριστού. Διαφορετικά και στο Χριστό δεν θα φτάσω ποτέ και άλλους ανθρώπους δεν θα αφήσω να τον γνωρίσουν.
(από το μπλόγκ του π.Λίβυου)