Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2019

HTAN O XΡΙΣΤΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΗΣ;




Ο Γιάννης Κορδάτος σε μία μελέτη του με τον τίτλο “Ο Χριστός ηγέτης της φτωχολογιάς”, διατυπώνει γύρω από τη γένεση του Χριστιανισμού ορισμένες σκέψεις με βάση την υλιστική αντίληψη της ιστορίας.

Ο τρόπος αυτός της αντιμετώπισης και ερμηνείας της θρησκείας του Χριστού δεν είναι καινούργια θεωρία που για πρώτη φορά διατυπώνεται.  Είχαν γραφεί πολλά για τον Χριστιανισμό με βάση την θεωρία αυτή.  Γράφει λοιπόν ο Γ.Κ.  τα εξής:

Στα χρόνια αυτά που οι Ιουδαίοι με την πάλη και τον ένοπλο αγώνα τους ήθελαν να ξεσκλαβώσουν την Πατρίδα τους και να ιδρύσουν δικό τους ελεύθερο Κράτος, γεννήθηκε σ’ ένα απόμερο μέρος της Ιουδαίας μέσα σε μία φάτνη των αλόγων ένα παιδί που όταν έγινε μεστωμένος άντρας έπαιξε ρόλο λαϊκού επαναστάτη στην Παλαιστίνη.  Ήταν ένας λαϊκός ηγέτης που παρέσυρε τις μάζες με τις νέες αρχές και ιδέες που ευαγγελιζόταν”.

Είναι αναμφισβήτητη ιστορική αλήθεια ότι οι Ιουδαίοι έτρεφαν την ακοίμητη ελπίδα ότι θα εμφανισθεί κάποτε μεταξύ τους κάποιος Μεσσίας με την αποστολή του πολιτικού λυτρωτή, δηλ. αρχηγού που προοριζόταν να απαλλάξει τον λαό του Θεού από τα πολιτικά και κοινωνικά κακά της Ρωμαϊκής δουλείας. Και η εμφάνιση του Χριστού, φυσικό ήταν, να ενθαρρύνει τους Ιουδαίους στην ελπίδα τους ότι θα βρει επί τέλους την πραγματοποίησή του το γλυκό όνειρό τους στο πρόσωπο του νέου Μεσσία.  Δεν πέρασε όμως καιρός πολύς για να βρουν την πιο τραγική διάψευσή τους οι προσδοκίες των Ιουδαίων στο πρόσωπο του Ιησού ως πολιτικού Σωτήρα. Διότι με την έναρξη του δημοσίου βίου του Χριστού και την ανάπτυξη της διδασκαλίας Του άρχισε να φαίνεται σιγά-σιγά η βαθιά αντίθεση και το τελείως ασυμβίβαστο του κηρύγματος του προς τις ιδέες των Ιουδαίων.  Ο Χριστός αποκαλύπτεται στα μάτια των Ιουδαίων σαν πνευματικός και όχι σαν κοσμικός Μεσσίας και αμέσως αρχίζει η συστηματική πολεμική των Φαρισαίων, πολεμική που οδηγεί σε μίσος φοβερό εναντίον του Ιησού.

Αυτό ακριβώς περίμεναν από τον Ιησού οι Ιουδαίοι: να τεθεί επί κεφαλής του υπόδουλου λαού του Ισραήλ και να τον κινήσει σε επανάσταση κατά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας για να ιδρυθεί το ελεύθερο Κράτος.  Αλλά ο Χριστός δεν ήλθε στον κόσμο με την αποστολή του κοινωνικού μεταρρυθμιστή, ούτε και έπαιξε κανένα τέτοιο ρόλο πολιτικού ηγέτη στην Παλαιστίνη.  Ούτε από τα Ευαγγέλια, ούτε και από καμία άλλη γραπτή ιστορική πηγή ενισχύεται η εκδοχή αυτή.  Ο Χριστιανισμός, λοιπόν, δεν ήταν πολιτικό κίνημα. Παρουσιάστηκε αμέσως από την αρχή σαν θρησκεία, ρίζωσε στην ψυχή των πρώτων οπαδών του - των Αποστόλων- από την πρώτη στιγμή σαν θείο άγγελμα για την σωτηρία του κόσμου και σαν τέτοιο διαδόθηκε στα πέρατα της Οικουμένης για να περιλάβει στους κόλπους του πιστούς από κάθε φυλή, καταγωγή και κοινωνική τάξη.

Είναι γνωστό, και σε εκείνον που απλώς έχει φυλλομετρήσει τις σελίδες της ιστορίας και έχει κάπως μελετήσει την ψυχολογία των κοινωνικών επαναστάσεων, ότι στην ψυχή ενός λαού που είναι έτοιμος να ριφθεί σε επανάσταση πολιτική ή κοινωνική, δεν βρίσκουν εύκολα φιλόξενη υποδοχή συνθήματα σαν εκείνα που ο Χριστός χρησιμοποίησε κατά την πρώτη δημόσια επαφή Του με τον λαό.  Ο ευαγγελιστής Λουκάς μας λέει ότι “όχλος πολύς μαθητών αυτού, και πλήθος πολύ του λαού από πάσης της Ιουδαίας και Ιερουσαλήμ και της παραλίου Τύρου, και Σιδώνος, οι ήλθον ακούσαι αυτού.....  

Στο πλήθος αυτό που συγκεντρώθηκε, ο Χριστός έκαμε ανακοίνωση της διδασκαλίας Του, Ιδού η σειρά της ομιλίας Του στο πλήθος:

Προηγούνται οι μακαρισμοί.  Ακολουθούν τα πικρόχολα και καυστικά εκείνα “ουαί”, και στο τέλος ακούγονται από το στόμα του Ιησού οι υψηλές ηθικές και πνευματικές αρχές της διδασκαλίας Του.  Αγαπάτε τους εχθρούς υμών”.  Ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς”.  “Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ποιείτε αυτοίς ομοίως” κλπ.

Μπορεί άραγε να βρεθεί μέσα στις σελίδες της παγκοσμίου ιστορίας μοναδικό έστω παράδειγμα πολιτικού ηγέτη που να έχει χρησιμοποιήσει για επαναστατικό σύνθημα την αγάπη του πλησίον σημείο που να συγχωρεί και τον εχθρό; Με σύνθημα την αγάπη του πλησίον δεν κηρύσσονται οι πόλεμοι. Το ψυχικό υλικό που είναι πρόσφορο για ν’ ανάψει το πνεύμα των μαχητών είναι τα σφοδρά μέχρι τύφλωσης ψυχικά πάθη κάτω από τα οποία πνίγεται κάθε αίσθημα.

Το σκοπό της αποστολής Του στον κόσμο τον φανέρωσε ο Χριστός κατά την πρώτη επαφή Του με τους οπαδούς Του.  

Η πρώτη ανακοίνωση γίνεται στον Σίμωνα:

“Και είπε προς τον Σίμωνα ο Ιησούς· Μη φοβού· από του νυν ανθρώπους θέλεις αγρεύει”.

Ο Χριστός εμφανίζεται σαν ψαράς ψυχών. Αυτός ήταν ο σκοπός της αποστολής Του.  Και τον σκοπό Του αυτόν τον διετύπωσε κατηγορηματικά στην περίπτωση που οι Φαρισαίοι είπαν τα παράπονά τους εναντίον του Ιησού στους μαθητές Του ότι τρώει και πίνει με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς.  Η απάντηση του Χριστού ήταν: “ου χρείαν έχουσιν οι υγιαίνοντες ιατρού αλλ’ οι κακώς έχοντες ουκ ελήλυθα καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν”.

Και συνεχίζοντας ο Γ.Κ. προσθέτει: 

Όπου πήγαινε μιλούσε ενάντια στους πλουσίους. Από τα Ευαγγέλια μαθαίνουμε πως το κήρυγμά του ήταν αντιπλουτοκρατικό και οι οπαδοί του άνθρωποι φτωχοί και ακτήμονες.  Όλοι όσοι από την ανισότητα την οικονομική και κοινωνική γεύονταν τη δυστυχία και ζούσαν μια άθλια ζωή μη έχοντας που την κεφαλήν κλίναι, τον ακολούθησαν”.

Αλλά τα παραπάνω δεν ανταποκρίνονται καθόλου στην αλήθεια των πληροφοριών που μας δίνουν οι ευαγγελιστές. Διότι από τα Ευαγγέλια πληροφορούμεθα ότι πίσω από τον Χριστό συνέρεαν άνθρωποι από διάφορες φυλές, καταγωγή και κοινωνική τάξη. Και να τι μας πληροφορεί ο ευαγγελιστής. Μάρκος: “Και πολύ πλήθος από της Γαλιλαίας ηκολούθησεν και από της Ιουδαίας και Ιεροσολύμων και από της Ιδουμαίας και πέραν του Ιορδάνου και περί Τύρον και Σιδώνα, πλήθος πολύ, ακούοντες όσα ποιεί, ήλθον προς αυτόν”.

Ασφαλώς το πλήθος αυτό δεν το αποτελούσαν μόνον φτωχοί, αλλά άνθρωποι από κάθε κοινωνική τάξη.

Ο κύκλος των ακροατών και των ακολούθων του Ιησού έφτανε ακόμη και στους τελώνες. Οι τελώνες, όπως είναι γνωστό, ήσαν άνθρωποι πλούσιοι με τεράστιες περιουσίες. Ήσαν οι εισπράκτορες φόρων της εποχής εκείνης, δηλ. αυτοί που μίσθωναν από το Κράτος τους δημοσίους φόρους.  Και πολλοί απ’ αυτούς έτρεχαν στον Χριστό, πίστευαν και μετανοούσαν. Μας το πληροφορεί ο ευαγγελιστής. Λουκάς:

“Ηλθον δε και τελώναι βαπτισθήναι και είπον προς αυτόν διδάσκαλε, τι ποιήσωμεν;” Μεταξύ δε των τελωνών ήτο και ο πλούσιος αρχιτελώνης Ζακχαίος που εδέχθη την διδασκαλία του Χριστού.  

Αλλά και στρατιωτικοί ακολουθούσαν τον Χριστό “επηρώτων δε αυτόν και στρατευόμενοι λέγοντες τι ποιήσωμεν και ημείς;”

Από όλα τα παραπάνω εδάφια των Ευαγγελίων αποδεικνύεται καθαρά ότι τον Χριστό ακολουθούσαν άνθρωποι από κάθε κοινωνική τάξη, φτωχοί και πλούσιοι, αγράμματοι και εγγράμματοι, ομοεθνείς και αλλοεθνείς (όπως οι Ιδουμαίοι) για να ακούσουν την διδασκαλία Του, και πολλοί απ’ αυτούς γίνονταν οπαδοί Του.

Είναι αλήθεια ότι ο Ιησούς μίλησε εναντίον των πλουσίων. Δεν προκύπτει όμως καθόλου από τα Ευαγγέλια ότι αυτό ήταν το μοναδικό θέμα που Τον απασχολούσε και ότι “όπου πήγαινε” μιλούσε εναντίον των πλουσίων. Σε λίγες περιπτώσεις Τον απασχόλησε το θέμα για τους πλούσιους. Όχι διότι Τον άφηνε αδιάφορο και ασυγκίνητο η μεγάλη οικονομική και κοινωνική αδικία, που γινόταν εις βάρος των φτωχών, αλλά διότι δεν ήταν ο σκοπός της αποστολής Του να εφαρμόσει πρόγραμμα κοινωνικής μεταρρύθμισης.  Τον Χριστό δεν τον ενδιέφεραν τα κοινωνικά κακά σαν τέτοια, δηλ. σαν συμπτώματα που είχαν διαμορφωθεί σε εσωτερικούς, αντικειμενικούς όρους της ζωής, αλλά τον ενδιέφερε η γενεσιουργός αιτία των κοινωνικών κακών.  Απέβλεπε να θεραπεύσει το κακό στην πηγή του, στην βαθύτερη του ουσία.  Έπρεπε να μεταβληθεί ο άνθρωπος σαν εσωτερικός ψυχικός κόσμος, να τακτοποιηθεί σαν ατομική συνείδηση.

Και με την μεταβολή της καρδιάς του ανθρώπου- του κέντρου αυτού των αισθημάτων, διαλογισμών και ελατηρίων- θα επακολουθούσε στο άτομο η νέα διάθεση (το αγγελικό αυτό προμήνυμα: “εν ανθρώποις ευδοκία”) για την δημιουργία της καινούριας ζωής, της ζωής της πραγματικής δικαιοσύνης, της πραγματικής ισότητας, της πραγματικής ειρήνης, της πραγματικής ευδαιμονίας. Γι’ αυτό στη συνομιλία του με τον Νικόδημο του λέει: “εάν μη τις γεννηθή άνωθεν, ου δύναται ιδείν την βασιλείαν του θεού” και συνεχίζει: “ου γαρ απέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού εις τον κόσμον ίνα κρίνη τον κόσμον, αλλ’ ίνα σωθή ο κόσμος δι’ αυτού.

Στο σημείο αυτό συμπυκνούται το Μεγάλο Σχέδιο του Χριστού.  Και αυτή είναι και μέχρι σήμερα η αποστολή του Χριστιανισμού.  Επέτυχε στο έργο του αυτό ο Χριστιανισμός; Ο απολογισμός του έργου των δύο χιλιάδων ετών δίνει καταφατική την απάντηση στο ερώτημα. Φανερά είναι τα έργα του στις διάφορες δηλώσεις της ηθικής και πνευματικής εμφάνισης της ανθρωπότητας, είτε σαν σύνολο την πάρουμε είτε κατά μεμονωμένα άτομα.  Ο Χριστός έζησε, ζει και θα ζει στις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων όχι σαν κοινωνικός ηγέτης, αλλά σαν Πνευματικός Βασιλιάς, σαν ο Θεός Σωτήρας, και υπό την ιδιότητά Του αυτή συγκίνησε και επηρέασε την ανθρώπινη καρδιά τόσο όσο δεν μπόρεσε να το επιτύχει καμία άλλη δύναμη μέχρι σήμερα.

Συνεχίζει την μελέτη του ο Γ.Κ. με τα εξής:

Μα το κίνημα είχε πλατειές και μεγάλες ρίζες μέσα στις λαϊκές μάζες, γιατί οι βασικές του αρχές ήταν η κοινοχτημοσύνη των αγαθών και το γκρέμισμα της ολιγαρχίας του πλούτου. Από την αιτία αυτή και από το γεγονός ότι υπήρχε γερή μυστική οργάνωση, οι μαθητές και οπαδοί του Ιησού, πιστεύοντας στις ιδέες του διδασκάλου, που είχε γίνει γι’ αυτούς μάρτυρας, εξακολούθησαν την προπαγάνδα τους για μεγαλύτερη ασφάλειά τους έξω από την Παλαιστίνη, στις ιουδαϊκές παροικίες της διασποράς”.

Όπως αναφέραμε παραπάνω, η αποστολή του Χριστού στον κόσμο είχε χαρακτήρα καθαρά πνευματικό. Ο Χριστός παρουσιάστηκε όχι σαν φορέας κοινωνικών ιδεών, αλλ’ ήλθε για να πραγματοποιήσει μια υψηλή αποστολή που αποβλέπει στην ηθική και πνευματική απολύτρωση του ανθρώπου. Η διδασκαλία Του δεν ήταν μυστηριακή και στρυφνή, αλλά φανερή και απλή. Ήταν διδασκαλία που συγκλονούσε τις καρδιές των ακροατών Του και που ανταποκρινόταν στη βαθύτερη ανθρώπινη ψυχική ανάγκη.  

Και η απήχηση του Κηρύγματος Του ήταν μεγάλη.  

Εξεπλήσσοντο οι όχλοι επί τη διδαχή αυτού ην γάρ διδάσκων αυτούς ως εξουσίαν έχων και ουχί ως οι γραμματείς”.  ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος ως ούτος ο άνθρωπος”, έλεγαν για τον Χριστό οι Ιουδαίοι.

Σε καμία απολύτως περίπτωση της τριετούς δημόσιας ζωής Του δεν έδωσε ο Χριστός την εντύπωση-έστω και την απλή- του κοινωνικού αποστόλου ή του οικονομικού μεταρρυθμιστή. Ούτε για την “κοινοκτημοσύνη των αγαθών” μίλησε ποτέ, ούτε και για το “γκρέμισμα της ολιγαρχίας του πλούτου” αγωνίσθηκε. Απεναντίας διακήρυξε ότι: “η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου”.

Και το κήρυγμα του Ιησού βρήκε συνέχεια στην διάδοση του δια μέσου των αποστόλων, οι οποίοι το διέδωσαν όπως ακριβώς το παρέλαβαν από τον Διδάσκαλό τους. Ούτε και από τους αποστόλους ακούσθηκε κανένα κοινωνικό κήρυγμα. Η κοινωνική οργάνωση προϋποθέτει νομικό εξαναγκασμό.  Αντιθέτως βρίσκουμε ότι η προσφορά των αγαθών για κοινή χρήση ήταν πάντοτε εθελούσια εκδήλωση αγάπης. Γι’ αυτό ο απόστ. Πέτρος λέει στον Ανανία προκειμένου για την πώληση του κτήματός του:

“Ουχί μένον σοι έμενε, και πραθέν εν τη ση εξουσία υπήρχε;”

Ο Χριστιανισμός σαν θρησκεία απέβλεψε αμέσως από την πρώτη αρχή της εμφανίσεώς του και αποβλέπει και σήμερα στο να επηρεάσει την καρδιά του ατόμου με αντικειμενικό σκοπό να ανακαινίσει και αναγεννήσει εσωτερικά τον άνθρωπο. Σαν κοινωνικός όμως παράγων ο Χριστιανός, μέσα σ’ οποιοδήποτε κοινωνικό σύστημα και αν βρίσκεται, βλέπει ότι τα αγαθά της γης δεν αποτελούν ίδιο προνόμιο ορισμένων τάξεων της κοινωνίας, τουναντίον οφείλουν όλοι να βαστάζουν αλλήλων τα βάρη, και εκείνοι που τυχόν έχουν, να επαρκούν τις ανάγκες εκείνων που δεν έχουν, αφού όλοι οι άνθρωποι είναι απλώς οικονόμοι των αγαθών που κατέχουν.

Το κήρυγμα του Ιησού βασίζεται στην ιδέα της αξία της ψυχής που είναι το πολυτιμότερο πράγμα και χάριν της σωτηρίας της καμία θυσία δεν μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη. Το διακήρυξε ο ίδιος ο Χριστός: “τι γαρ ωφεληθήσεται άνθρωπος, εάν τον κόσμον όλον κερδήση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή;  Ολόκληρο το οικοδόμημα της ατομικής και κοινωνικής ηθικής του Χριστιανισμού βασίζεται στην ιδέα της αξίας της προσωπικότητας του ανθρώπου. Καρπός δε της ιδέας αυτής είναι η αγάπη του πλησίον, αγάπη που βρίσκει επέκταση και στους εχθρούς ακόμη. Άλλο κήρυγμα υψηλότερο και ευγενέστερο από αυτό δεν αξιώθηκε ν’ ακούσει η ανθρωπότητα μέχρι σήμερα.  Και οι αρχές αυτές του Χριστιανισμού- όπως προκύπτουν από την Καινή Διαθήκη- έχουν τη δύναμη να δημιουργήσουν ένα νέον κόσμο διαφορετικό του παλαιού και ως προς τις θρησκευτικές και ηθικές αντιλήψεις και ως προς τις οικογενειακές και κοινωνικές ακόμη. Και ο κόσμος αυτός δημιουργήθηκε και προχωρεί προς την ολοκλήρωσή του, ο δε Χριστός λατρεύεται από εκατομμύρια ανθρώπους σαν πνευματικός Βασιλιάς και σαν ο Θεός.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΑΠΙΔΗΣ