Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Η ζωή



Πολύ συχνά μου έρχεται στη σκέψη μου ο Μίδας, ο καταραμένος εκείνος βασιλιάς, που ό,τι έπιανε γινότανε ψυχρό μέταλλο, έστω και αν αυτό ήτανε κίτρινο, έστω και αν αυτό ήτανε χρυσάφι. Ήτανε μια τιμωρία που άργησε να την καταλάβει. Μόνο σαν έγινε και η αγαπημένη του θυγατέρα άψυχο κίτρινο μέταλλο μπόρεσε να καταλάβει σε τί κατάρα είχε δεθεί.


Κάτι ανάλογο έχουμε και μεις οι άνθρωποι. Μια κατάρα θανάτου μας κυνηγά. Ό,τι πιάνουμε, ό,τι αγκαλιάζουμε, ό,τι εγκολπωνόμαστε, ό,τι καμωνόμαστε πως πιστεύουμε, με το άγγιγμά μας το θανατώνουμε. Αμέσως η ζωή φεύγει από αυτό και μένει ένα νεκρό περίβλημα, ένας νεκρός τύπος, ένας όμορφος αλλά άψυχος συμβολισμός, μια ακατάσχετη φλυαρία, και δογματισμοί, που από μακριά μιλούν για τη θανατερή τους απόπνοια.

Αναφερόμαστε στον χριστιανισμό, στη χριστιανική πίστη, στη χριστιανική ζωή, και αυτό που μας απασχολεί είναι κάτι που είναι ήδη νεκρό. Μπορεί κάποτε να είχε ζωή. Μα τώρα δεν έχει. Τα χαρακτηριστικά φανερώνουν πέρα από κάθε επιφύλαξη πως θα πρέπει αυτά τα απολιθώματα να είχαν κάποτε ζωή. Και σαν ζωντανά ξεκίνησαν. Τώρα πως κατάντησαν μουσειακά στοιχεία είναι μια άλλη Ιστορία, μα, όχι άγνωστη η μυστηριώδης.

Πιο ακριβής εφαρμογή του «όνομα έχεις ότι ζεις, αλλά είσαι νεκρός» δεν θα μπορούσε να βρεθεί στον χριστιανισμό της εποχής μας. Νεκροί άμβωνες, νεκρά κηρύγματα, νεκρές τελετές, νεκρές προσευχές, νεκροί ακροατές, νεκρές καρδιές, νεκρά αποτελέσματα.

Και όμως το ευαγγέλιο, που διαβάζουμε, που κηρύττουμε, που το έχουμε στο γραφείο, στο κομοδίνο, κάποιος το έβαζε πάνω στην τηλεόραση, που και το ξέρουμε απέξω ολόκληρο η τουλάχιστον τα κομμάτια εκείνα που δεν μας ενοχλούν στη νεκρή πολιτεία μας, το ευαγγέλιο είναι δύναμη και ζωή.

Ο φόβος ή το ενδεχόμενο του Παύλου για «άλλον Χριστόν» που ίσως μερικοί κηρύττουν, είναι μια αλήθεια και μια πραγματικότητα. Εξωτερικά έχει τα ίδια ιστορικά χαρακτηριστικά, μα είναι ακρωτηριασμένος με μια ύποπτη προκρούστια διάθεση, που τον στερεί από το μεγαλείο της ζωής, που θα επιθυμούσε τόσο πολύ να προσφέρει.

Είναι ώρες, που κάπως ξυπνούμε από το λήθαργο. Κάποιες αχτίνες φωτίζουν τη νεκροταφειακή μας γαλήνη. Τότε σαν να μας πιάνει κάποια λύπη που δεν φθάνει σε δάκρυα έστω και κροκοδείλια. Κάνουμε τον απορημένο, τον ξαφνιασμένο και ρωτάμε : «Γιατί...».

Γιατί δεν έχουμε καρπό αλλά έχουμε σκάνδαλα; Γιατί δεν έχουμε ενότητα αλλά έχουμε αδιαφορία; Γιατί όχι μόνο ψυχές δεν σώζονται αλλά και τα παιδιά μας τα τρώει το κοσμικό τέρας;

Η απάντηση είναι η γραφική «υποκριτές...» «μοιχοί και μοιχαλίδες...». Καμωνόμαστε τους απορημένους. Πως δεν καταλαβαίνουμε τους λόγους. Πως δεν ξέρουμε την αιτία. Και τούτο γιατί εμείς είμαστε η αιτία. Η νοθευμένη πίστη μας. Οι άνομοι συμβιβασμοί μας. Τα κρατήματά μας που δεν φέραμε στον Χριστό. Γιατί τα θέλαμε για τον εαυτό μας.

Ναι, μια απύθμενη υποκρισία δεν μας αφήνει να δούμε τις πληγές μας. Και σαν τις δούμε κάποιες φορές, όταν ο ήλιος περάσει από τα σύννεφα, να τις ομολογήσουμε. Να τις ομολογήσουμε δημόσια. Να δείξουμε με το δάχτυλο τον άθλιο εαυτό μας. Και να κλάψουμε. Να κλάψουμε πολύ. Το μουσκεμένο από δάκρυα χώμα δεν το γνωρίσαμε.

Και περιμένουμε. Κακομοιριά μας. Αφού ξέρουμε ποιοι είμαστε, μας το φανέρωσε Εκείνος, και κόντρα προς το θέλημά Του, περιμένουμε ευλογίες. Περιμένουμε, καρποφορία, περιμένουμε να δοξαστεί ο Θεός. Ε... πάει πολύ... Ο σταυρός, ο νόμος του σταυρού δεν αφήνει περιθώρια. Μόνο τον εαυτό μας κοροϊδεύουμε.

Μα γιατί; ...