Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018

ΜΟΝΟΘΕΪΣΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (3)


Μονταλιστικός Μοναρχιανισμός:
Ο Μονοθεϊσμός στην πρώτη εκκλησία

Ποια είναι η φύση του Θεού; Ποια είναι η σχέση του Ιησού Χριστού με το Θεό; Αυτές οι δύο ερωτήσεις είναι θεμελιώδεις για το χριστιανισμό. Οι παραδοσιακές απαντήσεις του χριστιανισμού δίδονται μέσα από τη διδασκαλία της Τριάδας. Όμως, τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού, αυτή η διατύπωση δεν ήταν κατά κανένα τρόπο η πίστη της εκκλησίας του Ιησού Χριστού. Στην πραγματικότητα, η «Νέα Καθολική Εγκυκλοπαίδεια» αναφέρει ότι το δεύτερο αιώνα μ. Χ. «η τριαδική θεωρία ήταν κάτι μελλοντικό» κι ότι το Τριαδικό δόγμα «δεν εδραιώθηκε στερεά, παρά στα τέλη του 4ου αιώνα».[1]


Υπήρχαν πολλές ερμηνείες σχετικά με τη φύση του Θεού και του Χριστού, κάποιες απ’ τις οποίες βρήκαν ευρύτατη αποδοχή. Μια απ’ τις πιο σημαντικές ερμηνείες ήταν αυτή του Τροπικού Μοναρχιανισμού, η οποία αποδεχόταν ότι ο Θεός είναι απόλυτα είς κι ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός.

Σύμφωνα με τον εκκλησιαστικό ιστορικό Αντόλφ Χάρνακ, ο Μονταλιστικός Μοναρχιανισμός ήταν ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος της θεωρίας της Τριάδας την περίοδο από το 180 – 330 μ.Χ. Διαπιστώνει από αποσπάσματα που έχει πάρει από τον Ιππόλυτο, τον Τερτυλλιανό και τον Ωριγένη, ότι ο Μονταλισμός ήταν η επίσημη θεωρία στη Ρώμη σχεδόν μια ολόκληρη γενιά, κι ότι την ασπαζόταν η πλειονότητα των Χριστιανών.[2]

Παρά την ολοφάνερη σπουδαιότητα, είναι δύσκολο να καταλήξει κανείς σε μια πλήρη περιγραφή, όσο αφορά στο τι ήταν πραγματικά ο Μονταλιστικός Μοναρχιανισμός. Όπως αναφέραμε και προηγουμένως, μερικοί απ’ τους πιο εξέχοντες Μονταλιστές ήταν ο Νοητός, ο Πραξέας, ο Σαβέλλιος, ο Επίγονος, ο Κλεομένης, ο Μάρκελλος Αγκύρας. Τουλάχιστο δύο Ρωμαίοι επίσκοποι (αργότερα καταγράφηκαν σαν πάπες), ο Κάλλιστος και ο Ζεφυρίνος, κατηγορήθηκαν σαν Μονταλιστές από τους αντιπάλους τους. Είναι δύσκολο να αντλήσει κανείς ακριβείς πληροφορίες γι’ αυτούς τους άντρες και τι πίστευαν, επειδή οι υπάρχουσες ιστορικές πηγές είναι όλες γραμμένες από τους τριαδικούς αντιπάλους τους που με κάθε τρόπο προσπαθούσαν να αναιρέσουν τη διδασκαλία των ανταγωνιστών τους.

Χωρίς αμφιβολία, η διδασκαλία των Μονταλιστών παρερμηνεύτηκε, παραποιήθηκε και διαστρεβλώθηκε στην πορεία. Επομένως, είναι αδύνατον να βρεθεί μια ακριβής περιγραφή του τι πίστευαν συγκεκριμένοι Μονταλιστές. Ωστόσο, συγκεντρώνοντας και ταιριάζοντας διάφορες αναφορές γι’ αυτούς τους ανθρώπους, είναι δυνατό να φτάσουμε σε μια αρκετά καλή κατανόηση του Μονταλισμού. Για παράδειγμα, υπήρχαν κάποιες θεολογικές διαφορές ανάμεσα στο Νοητό, τον Πραξέα, το Σαβέλλιο και το Μάρκελλο. Πόσο σοβαρές ήταν αυτές, είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς. Το σίγουρο είναι ότι όλοι τους υποστήριζαν την πλήρη θεότητα του Ιησού Χριστού και δεν δεχόταν διαχωρισμό προσώπων στη θεότητα.

Η διδασκαλία του Μονταλισμού συνήθως καθορίζεται σαν η πίστη ότι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι μόνο φανερώσεις, ή τρόποι (modes) του ενός Θεού (Μοναρχία) και γι’ αυτό και ονομάστηκε Τροπικός (Μονταλιστικός) Μοναρχιανισμός. Θα πρέπει να τον ξεχωρίσουμε από το δυναμικό Μοναρχιανισμό που επίσης υποστήριζε τη μονότητα του Θεού, αλλά αξίωνε ότι ο Ιησούς ήταν ένα ιεραρχικά κατώτερο όν. Πιο αναλυτικά, ο Μονταλιστικός Μοναρχιανισμός είναι η πίστη που θεωρεί ότι ο Ιησούς είναι η ενσάρκωση της θεότητας και είναι ο Πατέρας αυτός που ενσαρκώθηκε.[3]

Αυτή η άποψη έχει το φανερό πλεονέκτημα ότι δέχεται την έντονη Εβραϊκή μονοθεϊστική παράδοση και συγχρόνως υποστηρίζει την πίστη των πρώτων Χριστιανών ότι ο Ιησούς είναι ο Θεός. Την ίδια στιγμή αποφεύγει τα παράδοξα και μυστηριώδη της τριαδικής διδασκαλίας. Ωστόσο, οι τριαδικοί προβάλλουν το επιχείρημα ότι δεν είναι ικανοποιητική περιγραφή για το Λόγο, τον προϋπάρχοντα Χριστό, ή τη Βιβλική διάκριση ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό. Ανάλυση του Μονταλισμού φανερώνει τις απαντήσεις σ’ αυτές τις αντιρρήσεις.

Ο Μονταλιστικός Μοναρχιανισμός δεν έχει απλά διαφορετική ιδέα σχετικά με το Θεό απ’ αυτή των τριαδικών, αλλά και διαφορετικούς όρους για το Λόγο και τον Υιό. Η βασική τους θέση ήταν ότι ο Λόγος (Ιωάν.α) δεν είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο, αλλά μάλλον είναι ταυτισμένος με το Θεό όπως ένας άνθρωπος και ο λόγος του. Είναι δύναμη «αδιαίρετη και αχώριστη απ’ τον Πατέρα», όπως περιέγραψε την πίστη ο Ιουστίνος Μάρτυρας.[4] Για τον Μάρκελλο, ο Λόγος είναι ο ίδιος ο Θεός, εν ενεργεία.[5] Έτσι, η τριαδική θεώρηση του Λόγου σαν ένα ξεχωριστό όν (βασισμένη στη φιλοσοφία του Φίλωνα) απορρίπτεται. Οι Μονταλιστές δεχόταν την ενσάρκωση του Λόγου στο Χριστό, με την έννοια ότι ήταν η προέκταση του Πατέρα σε σωματική μορφή.

Παρεμφερής είναι και η ερμηνεία που έδιναν οι Μονταλιστές για τον Υιό. Υποστήριζαν ότι ο όρος Υιός αναφέρεται στον Πατέρα που φανερώθηκε εν σαρκί. Ο Πραξέας αρνιόταν την προΰπαρξη του Υιού και χρησιμοποιούσε τον όρο Υιός για να αναφερθεί μόνο στην ενσάρκωση.[6] Η διάκριση ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό είναι ότι ο όρος Πατέρας αναφέρεται σ’ Αυτό καθ’ Αυτό το Θεό, ενώ ο όρος Υιός αναφέρεται στη φανέρωση του Πατέρα σε σάρκα, στο πρόσωπο του Ιησού. Το Πνεύμα που ήταν μέσα στον Ιησού ήταν ο Πατέρας, αλλά ο όρος Υιός αναφέρεται συγκεκριμένα στην ανθρώπινη φύση του Ιησούς. Πιο καθαρά, λοιπόν, οι Μονταλιστές δεν εννοούσαν ότι οι όροι Πατέρας και Υιός είναι εναλλακτικοί σαν ορολογία. Μάλλον εννοούσαν ότι αυτές οι δύο λέξεις δεν φανερώνουν ξεχωριστές υποστάσεις (πρόσωπα) του Θεού αλλά μόνο διαφορετικές λειτουργίες του ένα Θεού.

Τοποθετώντας τώρα μαζί τις έννοιες Λόγος και Υιός, μπορούμε να καταλάβουμε πως έβλεπαν οι Μονταλιστές τον Ιησού. Ο Νεότιος έλεγε ότι ο Ιησούς ήταν Υιός επειδή γεννήθηκε, αλλά ήταν επίσης ο Πατέρας.[7] Η Μονταλιστική διδασκαλία για το Λόγο ταύτιζε το Πνεύμα του Ιησού με τον Πατέρα. Η ενσάρκωση ήταν κατά κάποιο τρόπο η τελική φανέρωση του Θεού, κατά την οποία ο Πατέρας αποκάλυψε πλήρως τον Εαυτό Του. Μ’ αυτό βέβαια δεν εννοούσαν ότι ο Ιησούς ήταν μια πνευματική οντότητα, γιατί και ο Πραξέας και ο Νεότιος έδωσαν έμφαση στην ανθρώπινη φύση του Ιησού και ιδιαίτερα στις ανθρώπινες αδυναμίες και παθήματα. Γι’ αυτούς ο Ιησούς ήταν η ενσάρκωση του πληρώματος της θεότητας κι όχι κάποιου ξεχωριστού προσώπου που ονομάζεται Υιός ή Λόγος.

Κάποιοι προσπάθησαν να ρίξουν μομφή στο Μονταλισμό, ονομάζοντάς τους Πατροπασχίτες, ότι δηλαδή ο Πατέρας υπέφερε και πέθανε πάνω στο σταυρό. Ο Τερτυλλιανός ήταν ο πρώτος κατηγόρησε έτσι τους Μονταλιστές. Ερμήνευσε τις θέσεις τους έτσι ώστε να σημαίνουν ότι ο Πατέρας είναι το ίδιο με τον Υιό, άρα ο Πατέρας πέθανε, κάτι που είναι καθαρά αδύνατον. Μ’ αυτό τον τρόπο προσπάθησε να κοροϊδέψει και να αντικρούσει το Μονταλισμό.

Αργότερα, κάποιοι ιστορικοί, εκλαμβάνοντας τη θέση του Τερτυλλιανού σαν σωστή, έβαλαν στους Μονταλιστές την ταμπέλα «Πατροπασχίτες». Ωστόσο, ο Πραξέας είχε εξηγήσει ότι αν και ο Ιησούς ήταν ο Πατέρας που φανερώθηκε εν σαρκί, πέθανε μόνο ως προς την ανθρώπινη φύση Του, σαν Υιός. Ο Σαβέλλιος αντέκρουσε την κατηγορία του Πατροπασχιτισμού με παρόμοιο τρόπο.

Όλο το θέμα μπορεί εύκολα να ξεκαθαρίσει, αν καταλάβει κανείς ότι ο Μονταλισμός δεν δίδασκε, όπως ο Τερτυλλιανός υπέθετε, ότι ο Πατέρας είναι ο Υιός, αλλά μάλλον ότι ο Πατέρας είναι μέσα στον Υιό. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Σαβέλλιος εξήγησε ότι ο Λόγος δεν ήταν ο Υιός, αλλά ήταν ντυμένος τον Υιό. Άλλοι Μονταλιστές, θέλοντας ν’ αντικρούσουν την κατηγορία, εξήγησαν ότι αυτός που έπαθε ήταν ο Υιός ενώ ο Πατέρας συνέπασχε με την έννοια ότι συμπόνεσε, σπλαχνίστηκε. Αυτός που πέθανε δηλαδή ήταν ο άνθρωπος Ιησούς. Ο Πατέρας, το Πνεύμα του Θεού που ήταν μέσα στον Ιησού δεν μπορούσε να πάθει ή να πεθάνει με καμιά φυσική έννοια, αν και λυπόταν για τα παθήματα του ανθρώπου Ιησού. Ο Ζεφυρίνος έλεγε, «Εγώ ξέρω μόνο ένα Θεό, τον Χριστό Ιησού. Κανείς άλλος δεν γεννήθηκε και κανείς δεν θα μπορούσε να πάθει….δεν ήταν ο Πατέρας που πέθανε αλλά ο Υιός».

Μετά απ’ όλες αυτές τις δηλώσεις, φαίνεται καθαρά ότι οι Μονταλιστές δεν υποστήριζαν ότι ο Πατέρας ήταν σάρκα, αλλά ότι ντύθηκε ή φανερώθηκε εν σαρκί. Η σάρκα πέθανε, αλλά όχι το αιώνιο Πνεύμα. Έτσι λοιπόν, ο όρος «Πατροπασχιτισμός» είναι ανακριβής και παραπλανητικός με πρόθεση εξαπάτησης όσον αφορά στις θέσεις των Μονταλιστών.

Βασικά, ο Μονταλιστικός Μοναρχιανισμός δίδασκε ότι στη θεότητα δεν υπάρχει αριθμητική διαίρεση αλλά μόνο διάκριση ονομάτων και ενεργειών. Ο όρος Υιός αναφέρεται στην ενσάρκωση. Αυτό σημαίνει ότι ο Υιός δεν έχει αιώνια φύση, αλλά είναι ένας τρόπος ενέργειας του Θεού, συγκεκριμένα για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους. Δεν υπάρχει προϋπάρχων Υιός, αλλά μπορεί κανείς να μιλήσει για προϋπάρχοντα Χριστό, εφόσον το Πνεύμα του Χριστού είναι ο ίδιος ο Θεός. Ο Λόγος φαίνεται ν’ αναφέρεται στο Θεό εν ενεργεία. Ο Ιησούς είναι ο Λόγος ή η ενέργεια του Πατέρα ντυμένη με σάρκα. Το Άγιο Πνεύμα δεν είναι ξεχωριστή οντότητα, όπως και ο Λόγος. Ο όρος Άγιο Πνεύμα περιγράφει τι είναι ο Θεός και αναφέρεται στη δύναμη και την ενέργεια του Θεού στον κόσμο. Και οι δύο όροι Άγιο Πνεύμα και Λόγος αναφέρονται στον ίδιο το Θεό, σε συγκεκριμένο κάθε φορά τρόπο ενέργειας.

Η επίδραση του Μονταλιστικού Μοναρχιανισμού ήταν ότι διακήρυξε ξανά την ιδέα της Παλαιάς Διαθήκης, ότι δηλαδή ο Θεός είναι είς, αόρατος, αλλά μπορεί να φανερωθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Επιπλέον, ο Ιησούς Χριστός αναγνωρίζεται σαν ο μόνος Θεός που φανερώθηκε σε ανθρώπινο σώμα. Κατά συνέπεια, ο Μονταλισμός αναγνωρίζει την πλήρη θεότητα του Ιησού, κάτι που δεν κάνουν οι τριαδικοί. Η πληρότητα του Θεού είναι μέσα στο Χριστό Ιησού.

Κλείνοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Μονταλιστικός Μοναρχιανισμός μπορεί να προσδιοριστεί σαν η πίστη που δέχεται ότι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι φανερώσεις του ενός Θεού κι όχι διαίρεση προσώπων. Επιπλέον, ο ένας Θεός εκφράζεται απόλυτα στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.


[1] Trinity Holy The New Catholic Encyclopedia, XIV, 295-305
[2] Adolf Harnack, History of Dogma (London: Williams & Norgate, 1897), III, 51-54.
[3] Monarchianism, The New Schaff-Herzog Encyclopedia of Religious Knowledge, VII, 454-458.
[4] A. Wolfson, The Philosophy of the Church Fathers (Cambridge Mass.: Harvard University Press, 1970), I, 581-584
[5] J.A.Dorner, Doctrine of the Person of Christ (Edinburgh: T&T. Clark, 1870), II,273
[6] Ibid, II, 20
[7] Wolfson, I, 591.