Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Φίλοι του κόσμου και εχθροί του Θεού

Ιακώβου δ:4-10
Αναμφίβολα ο γάμος είναι μια από τις πιο όμορφες στιγμές στη ζωή των ανθρώπων.

Είναι η ώρα που δίνονται οι υποσχέσεις.

Είναι η ώρα που το ζευγάρι βλέπει ένα όνειρο να γίνεται πραγματικότητα.

Είναι η ώρα που οι γονείς νοιώθουν περήφανοι για τα παιδιά τους. Και παρόλο που ξέρουμε πως θα υπάρξουν δυσκολίες, η αισιοδοξία βασιλεύει. Και γιατί όχι; Είναι μια στιγμή χαράς.

Γιατί ο γάμος είναι τελικά η πιο κοντινή σχέση στην οποία μπορούν να έρθουν δύο άνθρωποι που δεν έχουν δεσμούς αίματος πιο πριν. Είναι η πιο οικεία σχέση σ' αυτή τη ζωή ανάμεσα σ' ένα άντρα και μια γυναίκα. Και αν τηρηθούν οι πνευματικοί κανόνες που ο Θεός έχει θεσπίσει, καθώς περνούν τα χρόνια η σχέση αυτή θα γίνεται όλο και πιο όμορφη και πιο βαθιά, επειδή ο Θεός είναι πιστός και ευλογεί πάντα την υπακοή μας.

Δεν είναι τυχαίο που στην Αγία Γραφή ένα ολόκληρο βιβλίο, το 'Ασμα Ασμάτων, μιλάει για την αγάπη αυτή, για τον έρωτα ανάμεσα σ' ένα άντρα και μια γυναίκα: Ας με φιλήση με τα φιλήματα του στόματος αυτού. Διότι η αγάπη σου είναι καλητέρα παρά τον οίνον. ('Α.Ασμ.α:2).

Και πιο κάτω, Εγώ κοιμώμαι, αλλ' η καρδία μου αγρυπνεί ('Α.Ασμ.ε:2).

Ό, τι θα έλεγαν δύο ερωτευμένοι άνθρωποι ο ένας στον άλλον. Το λεξιλόγιο μάλιστα είναι τόσο προχωρημένο σ' ορισμένα σημεία που οι ραβίνοι δεν ήθελαν να το συμπεριλάβουν στον κανόνα.

Δεν είναι όμως, τυχαίο που διάλεξε ο Θεός στο λόγο Του, να περιγράψει τη σχέση Του με το λαό Του σαν ένα γάμο.

Ο Θεός είναι ο γαμπρός και η νύφη Του είναι ο λαός Του.

Διότι ο ανήρ σου είναι ο Ποιητής σου το όνομα αυτού είναι, Ο Κύριος των δυνάμεων και ο Λυτρωτής σου είναι ο 'Αγιος του Ισραήλ αυτός θέλει ονομασθή, Ο Θεός πάσης της γης. (Ης.νδ:5).

Και στον  Ιερεμία λέει: Ύπαγε και βόησον εις τα ώτα της Ιερουσαλήμ λέγων, Ούτω λέγει Κύριος Ενθυμούμαι περί σου την προς σε ευμένειάν μου εν τη νεότητί σου, την αγάπην της νυμφεύσεώς σου, ότε με ηκολούθεις εν τη ερήμω, εν γη ασπάρτω (β:2).

Ωραία εικόνα! Λέει ο Θεός: Όταν σε πήρα ήσουν σαν τη νύφη που ακολουθεί τον άντρα της ακόμη και στην έρημο, στην άσπαρτη γη. Παντού πηγαίναμε μαζί.
 
Αυτός ο λαός όμως, δεν έμεινε σχεδόν ποτέ πιστός στο Θεό, λάτρεψε άλλους θεούς. Και αυτή την απιστία, ο Θεός την ονομάζει πορνεία και μοιχεία πνευματική. Η γλώσσα των προφητών στο σημείο αυτό είναι πραγματικά σκληρή: Βεβαίως καθώς γυνή αθετεί εις τον άνδρα αυτής, ούτως ηθετήσατε εις εμέ, οίκος Ισραήλ, λέγει Κύριος. (Ιερ.γ:20).

Οι υποσχέσεις που δόθηκαν στο όρος Σινά, όταν ο λαός υποσχέθηκε πως θα ακολουθεί το Θεό, καταπατήθηκαν. Πιο κάτω γίνεται περιγραφικός ο λόγος του Θεού: Είδον τας μοιχείας σου και τους χρεμετισμούς σου, την αισχρότητα της πορνείας σου, τα βδελύγματά σου επί τους λόφους, επί τας πεδιάδας. Ουαί εις σε, Ιερουσαλήμ δεν θέλεις καθαρισθή; μετά, πότε έτι; (Ιερ.ιγ:27).

Είναι τόσο πληγωμένος ο Θεός από την άπιστη στάση του λαού Του που γράφει τα εξής στον Ιεζεκιήλ. Και μάλιστα στο κεφάλαιο ις μπορεί να δει κανένας πόσο βαθιά πληγώνει το Θεό αυτή η στάση: Και εξεπορνεύθης με τους Αιγυπτίους τους πλησιοχώρους σου, τους μεγαλοσάρκους και επολλαπλασίασας την πορνείαν σου, διά να με παροργίσης. (Ιεζ.ις:26).

Και εξεπορνεύθης με τους Ασσυρίους, διότι ήσο άπληστος ναι, εξεπορνεύθης με αυτούς και έτι δεν εχορτάσθης. (Ιεζ.ις:28)... και δεν εστάθης ως πόρνη, καθότι κατεφρόνησας μίσθωμα .... Εις πάσας τας πόρνας δίδουσι μίσθωμα αλλά συ τα μισθώματά σου δίδεις εις πάντας τους εραστάς σου και διαφθείρεις αυτούς, διά να εισέρχωνται προς σε πανταχόθεν επί τη πορνεία σου. Και γίνεται εις σε το ανάπαλιν των άλλων γυναικών εν ταις πορνείαις σου διότι δεν σε ακολουθεί ουδείς διά να πράξη πορνείαν καθότι συ δίδεις μίσθωμα και μίσθωμα δεν δίδεται εις σε, κατά τούτο γίνεται εις σε το ανάπαλιν. (Ιεζ.ις:31, 33-34).

Αξίζει να διαβάσει κάποιος όλο το βιβλίο του προφήτη Ωσηέ. Ο Θεός ζητάει από τον προφήτη να πάει να παντρευτεί μια γυναίκα πόρνη, με την οποία θα κάνει παιδιά, και η οποία θα τον παρατήσει μετά. Αυτός όμως, θα πάει πίσω της, θα την πάρει πίσω για να δείξει ο Θεός στο λαό Του, πως αυτοί φέρονται στο Θεό και πως ο Θεός φέρεται σ' αυτούς. Η αγάπη του Θεού είναι μια πιστή αγάπη, γιατί ο Θεός είναι πάντα παρών, αλλά είναι μια πληγωμένη αγάπη. Γιατί τελικά δεν έχει πάρει ποτέ αυτό που ο λαός υποσχέθηκε: πιστότητα.

Ο Χριστός στην Καινή Διαθήκη χρησιμοποίησε την ίδια φράση για το λαό Του, όταν του ζητούσαν να τους δείξει κάποιο σημείο που να αποδεικνύει πως είναι ο Μεσσίας: «Γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον ζητεί, και σημείον δεν θέλει δοθή εις αυτήν ειμή το σημείον Ιωνά του προφήτου» (Ματθ.ιβ:39).
 
Ενοχλητικά δεν είναι όλα αυτά; Είναι! Ακραία γλώσσα. Τα αναφέρουμε ακριβώς επειδή ο Θεός τα έβαλε στο βιβλίο Του, για να μας σοκάρει. Αυτά που διαβάσαμε ήταν το κήρυγμα των προφητών στο λαό δημόσια εξ' ονόματος του Θεού.

Ίσως έτσι, μ' αυτή την προχωρημένη γλώσσα αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε, πως νοιώθει ο Θεός, όταν μας τα δίνει όλα κι εμείς του λέμε από την μία ότι Τον αγαπάμε, Του ψάλλουμε ότι είμαστε πιστοί, αλλά από την άλλη ερωτοτροπούμε με τον κόσμο. Όταν μας έχει δώσει τα πάντα, κι εμείς τον προδίδουμε τελικά με τις επιλογές μας.

Στην Καινή Διαθήκη, ο λαός του Θεού, είναι η εκκλησία, η νύφη του Χριστού. Και ο Θεός ζητάει την ίδια πιστότητα που ζητούσε τότε.

Εμείς όμως, δε λατρεύουμε τα είδωλα σήμερα θα πει κάποιος. Σ' αυτό το σημείο, λοιπόν, ο Θεός στην επιστολή Ιακώβου, μια φορά ακόμη μας ισοπεδώνει. «Μοιχοί και μοιχαλίδες, δεν εξεύρετε ότι η φιλία του κόσμου είναι έχθρα του Θεού; όστις λοιπόν θελήση να ήναι φίλος του κόσμου, εχθρός του Θεού καθίσταται» (Ιάκ.δ:4).

Το να αγαπώ τον κόσμο, σημαίνει να είμαι «φίλος» με τον κόσμο, - και όταν λέει «κόσμο» δεν εννοεί τους ανθρώπους αλλά τον τρόπο που σκέφτονται χωρίς το Θεό - όταν λοιπόν, αγαπώ τον κόσμο, αυτό είναι μοιχεία και κατ' επέκταση έχθρα προς το Θεό.

Το να αγαπώ, λοιπόν, να φέρομαι, να σκέπτομαι, να επιθυμώ, να ενεργώ όπως οι άνθρωποι χωρίς Θεό, αυτό με βάζει αυτόματα στο αντίπαλο στρατόπεδο.

Θα μπορούσαμε να τελειώσουμε εδώ; Πρέπει να προχωρήσουμε στην εφαρμογή. Δεν μπορούμε να μείνουμε στη θεωρία, αλλά να περάσουμε στην πράξη. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να κάτσουμε να σκεφτούμε, να στύψουμε το μυαλό μας, να εξετάσουμε τη ζωή μας, και να είμαστε ανελέητα ειλικρινείς με τις επιλογές μας. Να σκεφτούμε, με ποιο τρόπο γίνεται κάποιος φίλος του κόσμου. 'Αραγε πως φανερώνεται η φιλία η αγάπη για τον κόσμο που ισοδυναμεί με μοιχεία και έχθρα με το Θεό.

Κάθε φορά που με περηφάνια μέσα μου αψηφώ το Θεό και κάνω αυτό που ξέρω ότι δεν θέλει, αγαπώ τον κόσμο και εχθρεύομαι το Θεό. Κι ας έρχομαι εκκλησία. Κι ας διαβάζω τη Γραφή μου. Κι ας προσεύχομαι. Κάθε φορά που έρχεται η ώρα να κάνω κάτι κι εγώ επιλέγω αυτό που δε θέλει ο Θεός, φέρομαι σαν εχθρός Του, γίνομαι μοιχός.
 
Κοσμικότητα είναι οτιδήποτε κάνει την αμαρτία να φαίνεται φυσιολογική και τη δικαιοσύνη του Θεού παράξενη. Γι' αυτό και η αγάπη για τον κόσμο, ή για το Θεό είναι θέμα διάθεσης, είναι θέμα καρδιάς. Δεν μπορεί να περιοριστεί σε ορισμένα πράγματα που κάνω ή δεν κάνω.

Μπορεί να κάνω την πιο πνευματική δραστηριότητα, και όμως η αγάπη μου για τον κόσμο να είναι παρούσα.

Όταν έχω ένα μαγαζί κι αδικώ τους υπαλλήλους μου, δεν τους πληρώνω στην ώρα τους, δεν τους δίνω ό, τι προβλέπει ο νόμος, επειδή αυτό κάνουν όλοι, αυτό είναι το λογικό, τότε ακολουθώ τον κόσμο. Είμαι φίλος του κόσμου. «Ιδού, ο μισθός των εργατών των θερισάντων τα χωράφια σας, τον οποίον εστερήθησαν από σας, κράζει, και αι κραυγαί των θερισάντων εισήλθον εις τα ώτα Κυρίου Σαβαώθ» (Ιακ.ε:4).

Ή, από την άλλη, όταν είμαι εγώ εργαζόμενος και δεν πηγαίνω στην ώρα μου, δεν δίνω τον καλύτερό μου εαυτό, αργώ να πάω, χαζεύω, δεν αποδίδω, μπορεί και να παίρνω πράγματα από το γραφείο, σκέφτομαι όπως ο κόσμος, και τότε μπαίνω, είτε το παραδέχομαι είτε όχι, στο αντίθετο στρατόπεδο.

Όταν δεν είμαι πιστός ή δεν τιμώ τη γυναίκα μου, ή δεν φροντίζω τα παιδιά μου, ή τους γονείς μου, όταν αδιαφορώ για τις ανάγκες γύρω μου. Και τότε γίνομαι σαν και τους ανθρώπους γύρω μου, και στα μάτια Του γίνομαι μοιχός.

Όταν ζω και σχεδιάζω τη ζωή μου, χωρίς το Θεό, τότε είμαι φίλος του κόσμου: «Έλθετε τώρα οι λέγοντες Σήμερον ή αύριον θέλομεν υπάγει εις ταύτην την πόλιν και θέλομεν κάμει εκεί ένα χρόνον και θέλομεν εμπορευθή και κερδήσει οίτινες δεν εξεύρετε το μέλλον της αύριον διότι ποία είναι η ζωή σας; είναι τωόντι ατμός, όστις φαίνεται προς ολίγον και έπειτα αφανίζεται αντί να λέγητε, Εάν ο Κύριος θελήση, και ζήσωμεν, θέλομεν κάμει τούτο ή εκείνο» (Ιάκ.δ:13-15).

Όταν σκέφτομαι έτσι, έχω αγκαλιάσει τη νοοτροπία του κόσμου, όταν χτίζω τη ζωή μου, όταν κάνω σχέδια χωρίς να με νοιάζει τι μπορεί να θέλει ο Θεός από εμένα, γίνομαι μοιχός, Τον προδίδω.

Όλες αυτές οι περιπτώσεις, στην οικογένεια, στη δουλειά, στη στάση της ζωής που δεν λαμβάνουν υπόψη τους το θέλημα του Θεού, τα περιγράφει το Α΄ Ιωάν.β:15-17. Η Αγία Γραφή διακηρύττει πως η αγάπη για τον κόσμο και η αγάπη για το Θεό είναι ασυμβίβαστα.

«Μη αγαπάτε τον κόσμον μηδέ τα εν τω κόσμω. Εάν τις αγαπά τον κόσμον, η αγάπη του Πατρός δεν είναι εν αυτώ» (Α΄ Ιωάν.β:15).

Τι εννοεί με τη λέξη «κόσμος»; Το εξηγεί στο επόμενο εδάφιο: «διότι παν το εν τω κόσμω, η επιθυμία της σαρκός και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου δεν είναι εκ του Πατρός, αλλ' είναι εκ του κόσμου» (Α΄ Ιωάν.β:16).

Βλέπετε πως η σάρκα και ο κόσμος πάνε μαζί. Τι υπάρχει στον κόσμο; Πρώτα απ' όλα η επιθυμία της σάρκας. Αυτά που ο αμαρτωλός άνθρωπος επιθυμεί.

Κόσμος είναι η κοινωνία των ανθρώπων που δεν έχουν λυτρωθεί από το Χριστό. Οι αμαρτωλές επιθυμίες, οι επιπόλαιες κρίσεις για το τι αξίζει να βλέπουν τα μάτια, και ο αλαζονικός υλισμός, δεν είναι από το Θεό. Και όποιος αγαπάει αυτά τα πράγματα δεν μπορεί να αγαπάει και το Θεό. Δεν είναι δυνατό να ζω για να αποκτήσω όλο και περισσότερα για μένα και την οικογένειά μου και να αγαπώ και το Θεό.

«Εάν όμως έχητε εν τη καρδία υμών φθόνον πικρόν και φιλονεικίαν, μη κατακαυχάσθε και ψεύδεσθε κατά της αληθείας. Η σοφία αύτη δεν είναι άνωθεν καταβαίνουσα, αλλ' είναι επίγειος, ζωώδης, δαιμονιώδης. Διότι όπου είναι φθόνος και φιλονεικία, εκεί ακαταστασία και παν αχρείον πράγμα» (Ιάκ.γ:14-16). Αν ενεργώ με τέτοια κίνητρα, τότε είμαι φίλος του κόσμου.

Αν δεν προσέχω τα λόγια μου, είμαι φίλος του κόσμου και η θρησκεία μου, μου είναι άχρηστη: «Εάν τις μεταξύ σας νομίζη ότι είναι θρήσκος, και δεν χαλινόνη την γλώσσαν αυτού αλλ' απατά την καρδίαν αυτού, τούτου η θρησκεία είναι ματαία» (Ιάκ.α:26). Αν εκφράζομαι και μιλάω σαν άνθρωπος χωρίς Θεό, και τότε γίνομαι ένα με τον κόσμο.

«Πόθεν προέρχονται πόλεμοι και μάχαι μεταξύ σας; ουχί εντεύθεν, εκ των ηδονών σας, αίτινες στρατεύονται εντός των μελών σας; Επιθυμείτε και δεν έχετε φονεύετε και φθονείτε, και δεν δύνασθε να επιτύχητε μάχεσθε και πολεμείτε αλλά δεν έχετε, επειδή δεν ζητείτε ζητείτε και δεν λαμβάνετε, διότι κακώς ζητείτε, διά να δαπανήσητε εις τας ηδονάς σας» (Ιάκ.δ:1-3).

Όταν τσακώνομαι, όταν φθονώ, όταν φτάνω ακόμη και στα άκρα για να γίνει το δικό μου. Όταν αφού τα κάνω όλα αυτά, δοκιμάσω να βάλω και το Θεό στο παιχνίδι, ζητώντας Του να μου κάνει τα χατίρια. Όλα αυτά, δείχνουν άνθρωπο που είναι φίλος του κόσμου. 'Ανθρωπο που ζει για την επιθυμία της σάρκας, την επιθυμία των οφθαλμών και την αλαζονεία του βίου. Που κάνει ό, τι κάνουν κι οι άλλοι. Γι' αυτό μετά από τα εδάφια που διαβάσαμε, κατευθείαν έρχεται η φράση που μελετάμε σήμερα, στο εδάφιο 4: «Μοιχοί και μοιχαλίδες, δεν εξεύρετε ότι η φιλία του κόσμου είναι έχθρα του Θεού»;

Το ζητούμενο, λοιπόν, σε όλα αυτά είναι να σκεφτώ με ανελέητη ειλικρίνεια για τη ζωή μου. Και αυτό μόνο εγώ μπορώ να το κάνω για μένα. Εγώ θα διαλέξω, αν θα παραδεχτώ την όποια αλήθεια για τη ζωή μου, ή αν θα επιλέξω να προσποιηθώ πως όλα είναι μια χαρά.

Και ας προσέξουμε, μη ξεγελάσουμε τον εαυτό μας, γιατί η πνευματική μοιχεία δεν σημαίνει οριστική και αμετάκλητη απόρριψη του Θεού. Αυτός που περιγράφει εδώ πως γίνεται φίλος του κόσμου, δεν είναι ένας άνθρω-πος που λέει «είμαι άθεος, δεν ασχολούμαι με τη θρησκεία, δεν με νοιάζει ο Θεός». Είναι βασικά ο άνθρωπος που θέλει και το ένα και το άλλο. Είναι ο τύπος ανθρώπου που θέλει σύμφωνα με την παροιμία «να έχει και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο».

Και σ' αυτό φταίμε όλοι μας. Όλοι μας έχουμε προσπαθήσει και πολλές φορές το έχουμε κάνει, να συνδυάσουμε αυτό που ο Θεός θέλει και αυτό που όλοι κάνουν, ακόμη κι όταν αυτά τα δύο είναι αντίθετα.

Ξέρετε τι λένε οι ειδικοί ότι είναι αυτό που οδηγεί τους παντρεμένους να απιστήσουν; Το απλό γεγονός πως δεν είναι χορτάτοι από τη σχέση τους. Έχουν φτάσει σ' ένα σημείο που βαριούνται. Τα ίδια και τα ίδια. Ψάχνουν λοιπόν, να γεμίσουν με κάτι αυτό που βαθιά μέσα τους, τους λείπει. Δεν το βρίσκουν στο σύντροφό τους και πάνε αλλού. Είτε σε κάποιο άλλο μόνιμο σύντροφο, είτε σε πολλούς περιστασιακούς.

Γιατί αμαρτάνουμε; Γιατί γινόμαστε φίλοι με τον κόσμο και μοιχοί στη σχέση μας με το Θεό; Γιατί ο Θεός δε μας φτάνει. Επειδή δεν έχουμε επενδύσει ίσως αρκετά μαζί Του, ώστε η ψυχή μας να είναι χορτάτη απ' Αυτόν. Αμαρτάνουμε γιατί μέσα μας πιστεύουμε πως η απόλαυση που θα πάρουμε αμαρτάνοντας είναι μεγαλύτερη από το να μείνουμε πιστοί στο Θεό. Δεν έχουμε μάθει να απολαμβάνουμε το Θεό. Και η αίσθηση του καθήκοντος από μόνη της δεν φτάνει να μας αποτρέψει από την αμαρτία. Το καθήκον κάπου τελειώνει.

Ποια είναι η λύση; Να ταπεινωθούμε μπροστά στο Θεό και να Του πούμε, «Κύριε, το παραδέχομαι, Σε έχω ανάγκη. Χωρίς Εσένα δεν μπορώ. Η ζωή δεν έχει νόημα. Εγώ δεν έχω σκοπό». Να ταπεινωθούμε ζητώντας Του συγχώρηση, και να πάψουμε με περηφάνια να παίζουμε κρυφτούλι, λες κι ο Θεός δεν ξέρει τις διαθέσεις της καρδιάς μας καλύτερα κι από εμάς τους ίδιους.

Αυτή είναι η λύση. Να ταπεινωθούμε στο Θεό να παραδεχτούμε την αγάπη μας για τον κόσμο, και να επιστρέψουμε σ' Αυτόν ζητώντας Αυτός να γεμίσει το κενό που νοιώθουμε. Αλλά, μεγαλύτερη χάρη δίνει ο Θεός, γι' αυτό λέει: «Ο Θεός στους υπερήφανους αντιτάσσεται, στους ταπεινούς όμως δίνει χάρη» (Ιάκ.δ:6).

Και αυτή η ταπείνωση μπροστά στο Θεό, η παραδοχή ότι Τον έχουμε ανάγκη, αυτή θα μας κάνει φίλους μαζί Του, δε θα αγαπάμε τον τρόπο ζωής του κόσμου, και αυτή θα γιατρέψει και τους πολέμους και τις μάχες ανάμεσά μας.

Σε όλη την Αγία Γραφή το μήνυμα του Θεού στο λαό Του είναι το ίδιο. Δεν μπορείτε να τα έχετε όλα. Πρέπει να διαλέξετε. Και κάθε απόφαση, πράγματι, έχει ένα ρίσκο. Αυτό όμως είναι η πίστη. Ρισκάροντας να κάνω αυτό που θέλει ο Θεός, όσο περίεργο και παράλογο να είναι για τον κόσμο, ξέρω μέσα μου, πιστεύω πως αυτό είναι που μ' ελευθερώνει. Ο ζυγός Του, δίνει ανάπαυση. Η δική Του αλήθεια, είναι η μόνη αλήθεια. Γι' αυτό ο Θεός συνέχεια λέει: αποφασίστε διαλέξτε. Κι από δω κι από εκεί δε γίνεται.
Διαλέξτε σήμερα ποιον θέλετε να λατρεύετε (Ι.Ναυή κδ:15).

Μέχρι πότε χωλαίνετε ανάμεσα σε δύο φρονήματα; Αν ο Κύριος είναι Θεός, ακολουθείτε αυτόν αλλ' αν ο Βάαλ, ακολουθείτε τούτον. Και ο λαός δεν του απάντησε ούτε έναν λόγο (Α΄ Βας.ιη:21).

Κανένας δεν μπορεί να υπηρετεί δύο κυρίους επειδή, ή τον έναν θα μισήσει, και τον άλλον θα αγαπήσει ή στον έναν θα προσκολληθεί, και τον άλλον θα καταφρονήσει (Ματθ.ς:24).
Όποιος αδικεί, ας αδικήσει ακόμα και όποιος είναι μολυσμένος, ας μολυνθεί ακόμα και ο δίκαιος ας γίνει ακόμα πιο δίκαιος, και ο άγιος ας γίνει ακόμα πιο άγιος (Αποκ.κβ:11).

Ο Κύριος να μας οδηγήσει με το έλεός Του, να ξαναδούμε, να ξανασκεφτούμε την καθημερινότητά μας. Τις απλές καθημερινές μας επιλογές, αλλά και τις μεγάλες μας αποφάσεις. Που βρισκόμαστε. Η κοσμικότητα δε βρίσκεται αρχικά στις πράξεις, ξεκινάει από την καρδιά. Από αυτά που αγαπάω. Από αυτά που θέλω κι επιθυμώ. Και μετά γίνεται πράξεις.

Και να μας οδηγήσει να ταπεινωθούμε μπροστά του, γιατί μόνο έτσι θα μας δώσει τη χάρη Του.